sensagent's content

  • definitions
  • synonyms
  • antonyms
  • encyclopedia

   Advertising ▼

sensagent's office

Shortkey or widget. Free.

Windows Shortkey: sensagent. Free.

Vista Widget : sensagent. Free.

Webmaster Solution

Alexandria

A windows (pop-into) of information (full-content of Sensagent) triggered by double-clicking any word on your webpage. Give contextual explanation and translation from your sites !

Try here  or   get the code

SensagentBox

With a SensagentBox, visitors to your site can access reliable information on over 5 million pages provided by Sensagent.com. Choose the design that fits your site.

Business solution

Improve your site content

Add new content to your site from Sensagent by XML.

Crawl products or adds

Get XML access to reach the best products.

Index images and define metadata

Get XML access to fix the meaning of your metadata.


Please, email us to describe your idea.

WordGame

The English word games are:
○   Anagrams
○   Wildcard, crossword
○   Lettris
○   Boggle.

boggle

Boggle gives you 3 minutes to find as many words (3 letters or more) as you can in a grid of 16 letters. You can also try the grid of 16 letters. Letters must be adjacent and longer words score better. See if you can get into the grid Hall of Fame !

English dictionary
Main references

Most English definitions are provided by WordNet .
English thesaurus is mainly derived from The Integral Dictionary (TID).
English Encyclopedia is licensed by Wikipedia (GNU).

Copyrights

The wordgames anagrams, crossword, Lettris and Boggle are provided by Memodata.
The web service Alexandria is granted from Memodata for the Ebay search.
The SensagentBox are offered by sensAgent.

Translation

Change the target language to find translations.
Tips: browse the semantic fields (see From ideas to words) in two languages to learn more.

last searches on the dictionary :

computed in 0.281s

   Advertising ▼


 » 

analogical dictionary

empresárioθεατρώνης, θιασάρχης, ιμπρεσάριος, παραγωγός - auxiliar, empregadoβοηθός, εργαζόμενος, υπάλληλος - testemunha ocularαυτόπτης μάρτυρας - trabalhador - objector de consciênciaαντιρρησίας συνείδησης - cónjuge, esposa, esposo, marido, mulherγυναίκα, η σύζυγος, συμβία, σύζυγος - científico, cientistaεπιστήμονας - μισογύνησ - unemployed person (en) - empregadorεργοδότης - exhibitionist, show-off (en) - delegado, embaixador, legado, núncio apostólicoέξαρχοσ, αντιπρόσωποσ του πάπα - participanteδιαγωνιζόμενος, -ον, -ουσα, συμμέτοχος, συμμετέχων - ταξιδιώτης - cristoχριστόσ - Leakey, Louis Leakey, Louis Seymour Bazett Leakey (en) - Μάτα Χάρι - maria-rapazαγοροκόριτσο - crasso, grosseiroαναίσθητος, εξόφθαλμος, ηλίθιος, χοντροειδής, χοντρόπετσος - cínico, ecínicoκυνικός - μεσσιανικόσ - conjugal family, nuclear family (en) - família grande - agregado familiarνοικοκυριό, οικογένεια, σπιτικό - populaçãoλαός, πληθυσμός - claqueμισθωτοί χειροκροτητέσ - fandom (en) - Cain (en) - candidatoαιτών, υποψήφιος - benfeitorευεργέτης - plebeuκοινός θνητός - comunicador, transmissorεπικοινωνών - cobardeφοβητσιάρης, φοβιτσιάρης - criadorδημιουργός - guardião, protectorπροστάτης, υπερασπιστής, φύλακας - experto, peritoειδικός, εμπειρογνώμονας, εξπέρ, μετρ, σπεσιαλίστας - observadorπαρατηρητής - precursor - δουλεύτης, εργάτης, εργαζόμενος, υπάλληλος - governantaκηδεμόνασ - acusador, acusante - ás, especialista, virtuosoάσος, αστέρι, δεξιοτέχνης, ειδικός, πολύ καλός, φιλότεχνος - admiradorθαυμαστής, λάτρης - rapazνεαρός - adúlteroμοιχόσ - adúlteraμοιχαλίδα, μοιχαλίσ - adversária, adversário, antagonistaαντίπαλος, ανταγωνιστής - assessor, conselheiro, consultorσύμβουλος - advogado, defensorσυνήγορος, υπέρμαχος - agenteαντιπρόσωπος, μυστικός πράκτορας - αντιπρόσωπος λογοτεχνών - incitadora, instigadoraπροβοκάτορασ - agitadorταραχοποιός - albino, albino/albinaλευκίτησ - Ali Baba (en) - financiadorυποστηρικτής, χρηματοδότης - aprendiz, estagiárioμαθητευόμενος - filho da putaκάθαρμα, πρόστυχος - tia, titiθεία, θείτσα - οικιακή βοηθόσ - autoridadeαυθεντία - auto-mechanic, automobile mechanic, car-mechanic, grease monkey, mechanic (en) - ayah (en) - cavalheiro hindu, senhor - bebé, infante, pequeninoνήπιο, νεογνό, πολύ μικρό παιδί - ama, babá, babysiter, baby-sitterμπέιμπι σίτερ, φύλακασ νήπιων - bad guy (en) - depositário, fiadorθεματοφύλακασ - criançaπαιδίο - ball boy, ball girl (en) - begumeμπεγκούμ - mulher belaκαλλονή, ωραία γυναίκα - melhor amigo - Big Brother (en) - bigot (en) - figurão, mandachuva, pessoa importante, pessoa influenteσπουδαίο πρόσωπο - intelectualóideγυναίκα διανοούμενη, λόγια γυνή - barqueiroβαρκάρης - alugadorμισθωτής - leão-de-chácaraευταξίασ ποτοπολείου - baixinho, catatau, fedelho, garotinho, garoto, guri, infante, mancebo, menino, mocinho, moleque, petitinho, petiz, piquiticu, pivete, rapaz, rapazinho, rapazoteαγόρι, νεαρός, παιδί, παλικαράκι - amanteαγόρι, εραστής - arrimo de família, sustento - companheiro, compincha, íntimoπαλιόφιλος, στενός φίλος, φιλαράκι - indivíduo, pessoa intrometidaαλλοτριοπραγμών, ανακατωσούρησ - maître, maître d'hôtelαρχιυπηρέτησ, μπάτλερ, οικονόμοσ - espectadorαπλός θεατής - cadeteδόκιμος, μαθητής στρατιωτικής σχολής - calígrafa, calígrafoκαλλιγράφος - portadorκομιστής, φορέας - defensorυπέρμαχος, υπερασπιστής - primeiro-ministroγραμματέας - excêntricoπροσωπικότητα - falador, tagarelaπολυλογάς - somítico - criança, menor, menor de edade, miúdoανήλικος, γιος ή κόρη - criança, filha, filho, menina, meninoπαιδί, τέκνο - bebé, bebêβρέφος, μωρό, παιδί - choragus (en) - chupador, sugadorκαρόιδο, χάνος - zé-ninguémένα τίποτα, ασήμαντο πρόσωπο - lavadorκαθαριστής - moçaκόρη - giganteγίγαντας, τιτάνας - vereadorσύμβουλος - concubinaδεύτερη σύζυγος, παλλακίδα, παλλακίσ - διασύνδεση - conhecedor, entendido, experto, juiz, peritoγνώστης, ειδήμων, ειδικός, κπ. που έχει την ικανότητα να κρίνει, κριτής - imitador, macaquiceμιμητής - redator, redatora publicitária - cow (en) - criatura, pessoa, serάτομο, πλάσμα - άπειρος, αρχάριος, νεοφερμένος - lobinhoλυκόπουλο, νεαρός πρόσκοπος - conservador, curadorέφορος μουσείου - guarda, guardiãoφύλακας - bionic man, bionic woman, cyborg (en) - cínico, ecínico, pessoa que vê defeito em tudo, sujeito críticoκυνικός - pai, papá, papaiμπαμπάς, πατέρας - impetuosoάνθρωπος θερμοκέφαλος - filhaθυγατέρα, κόρη - caluniadorδυσφημητήσ, συκοφάντησ - demagogoδημαγωγόσ - demimondaine (en) - andarilho, seguidorπηγαίνων - caluniador, depreciador, detratorδυσφημιστήσ - devil's advocate (en) - diaristaημερολογιογράφοσ, χρονικογράφοσ - discriminadorδιευκρινιστήσ - dissidenteαντικαθεστωτικός, αντιφρονών - divorciadaζωντοχήρα - agente duploδιπλός πράκτορας - viúva dotadaαξιοπρεπήσ κυρία, χήρα, χήρα κληρονόμοσ - escavadeira mecânica, máquina de escavarεργάτησ δημόσιων έργων, εργάτησ εισ δημόσια έργα, σκαφτιάσ - burro - ganhador - ectomorph (en) - ególatra, egotista - emancipador, libertador - emigranteαπόδημος, μετανάστης, ξενιτεμένος - emissário, enviadoαπεσταλμένοσ - sedutora, tentadoraδελεάστρια, ξεμυαλίστρα - estetaωραιολάτρησ - eunucoευνούχοσ - excelênciaεξοχότητα - usuário, utilizador, użytkownik - paiδημιουργός, ιδρυτής - πεθερόσ - burd, female child, girl, little girl (en) - cineastaπαραγωγός - açoitador, caça-moscas, pedigoto, perdiz nova, pessoa petulanteεπιπόλαιο κοράσιο, επιπόλαιο κορίτσι, μυγοσκοτώστρα, νεοσσόσ, πουλάκι - adulador, lisonjeiroκόλακας - estrangeiroαλλοδαπός, ξένη, ξένος - freelance - lixeiroσκουπιδιάρης - gueixaγκέισα - geezer (en) - author, generator, source (en) - goliasγολιάθ - gigolôΑλφονσος, ζιγκολό, συνοδόσ υπό πληρωμή, συντηρούμενοσ από γυναίκα - garota, jovem senhora, menina, moça, raparigaδεσποινίς, κοπέλα, κοπελιά, κορίτσι - Girl Scout (en) - βαφτισιμιά, βαφτισιμιός, βαφτιστήρα, βαφτιστήρι - afilhada - afilhado - galanteador, mulherengo, pessoa inútil - good guy (en) - samaritanoσαμαρείτησ - governor general (en) - coveiroνεκροθάφτης - tio-avô - griot (en) - groupie (en) - alabardeiro - burro - amador de bricolage, faz-tudo - enforcer, hatchet man (en) - chapeleiroκαπελάς - chefeεπικεφαλής, προϊστάμενος, πρόεδρος - chefe de Estadoαρχηγός κράτους - auditório, ouvinteακροατήσ - bushwhacker, hillbilly, lout (en) - comilão, glutão - anfitrião, hóspede, hospedeiroοικοδέσποινα, οικοδεσπότης - dona de casa, dona-de-casaγυναίκα, νοικοκυρά - humanitárioφιλάνθρωποσ - iconoclastaεικονοκλάστης, εικονομάχοσ - asno, besta, burro, convencido/tolo, cretino, cú, estúpido, idiota, imbecil, jumento, palerma, parvo, toloανίκανος, βλάκας, γάϊδαρος, διανοητικά καθυστερημένος, ηλίθιος, ιδιώτης, κουτός, μικρόνους, χαζός, χοντροκέφαλος - burro, estúpido, ignoranteαμαθήσ, βλάκασ - agitadorερεθιστήσ - amotinado, rebelde, revoltoso, revolucionárioεπαναστατημένος, στασιαστής - intruso, invasorεισβολέας, καταπατητής, παραβάτησ, παρείσακτος - invasorεισβολέας - pau pra toda obra - porteiroεπιστάτης, θυρωρός - infeliz, pessoa que traz má sorteγρουσούζησ, ιώνασ - Jr. - bigwig, kingpin, top banana (en) - parenteοικογένεια, σόι - sabichão«ξερόλας», παντογνώστης, πολύξερος - elemento estranho, suplenteπαράταιρο στοιχείο - trabalhador, trabalhador manual - raparigaκορίτσι - retardatário - ο μη ειδικός - salva-vidasναυαγοσώστης - faroleiro - μικρή αδερφή - sentinela, vigiaπαρατηρητής, σκοπός, φρουρός - desfavorecido, freguês, patinhoάνθρωπος αδύνατος, άνθρωπος που δυναστεύεται από άλλους, αδύνατος - estúpidoαγροίκος, χοντράνθρωπος - estrela, notabilidadeπροσωπικότητα, σπουδαιότητα, φωστήρ, φωστήρασ, φωτοβόλο σώμα, φωτοδότησ - light (en) - gatuno, ladrão, larápioενεδρεύων - mãe, mamA, mamã, mamãeμάνα, μαμά, μητέρα - machine (en) - mordomoαρχιοικονόμοσ - άντρας - άνδρας - man (en) - adônisαδώνησ, αστεροειδήσ αδώνησ - homemάνθρωπος - homem - cão que ladra não morde, disciplinadorηθικολόγος - mestreδάσκαλος, καθηγητής, μάστορας, τεχνίτης - fellow member, member (en) - estafeta, guia, mensageiroαγγελιαφόρος, αγγελιοφόρος, απεσταλμένος, μαντατοφόρος, ξεναγός, συνοδός ομάδας τουριστών - portador - Dago, metic (en) - aspirante de marinha - miles gloriosus (en) - misantropoμισάνθρωποσ - senhorκύριος - modeloήρωας, μοντέλο, πρότυπο, υπόδειγμα - Monsieur (en) - agente funerário, cangalheiro, gerente de casa funerária, papa-defuntoεργολάβος κηδειών - mother-in-law, mum-in-law (en) - μουζίκοσ, ρώσσοσ χωρικόσ - homónimoσυνονόματος - contador, narradorανιστορητής, αφηγητής, αφηγητής ιστορίας - obstrucionistaματαιώτησ - recém-chegadoνεοφερμένος - avarento, avaro - nightbird, nighthawk, night owl (en) - parvo, pessoa simplóriaαμερικανάκι, κουτορνίθι - aprendiz, iniciante, novato, noviço, principianteαρχάριος, δόκιμος μοναχός, πρωτάρης - νυμφίδιο - antique, gaffer, old geezer, oldtimer, old-timer (en) - manipulador, operadorαυτός που χειραγωγεί και εκμεταλλεύεται τους άλλους, χειριστής - opium addict, opium taker (en) - oculista, ótico - oradorρήτορας - orphan (en) - páriaαπόβλητος, απόκληρος, παρίας - feitor, supervisorεπιστάτης - dono, possessor, possuidor, proprietárioιδιοκτήτης, κάτοχος - pai/mãeγονιός, κηδεμόνας - Member of Parliament, Parliamentarian (en) - party girl (en) - patron, sponsor, supporter (en) - santo padroeiroπολιούχος, προστάτης άγιος - bárbaro, grosseirãoαγροίκος, βάρβαρος άνθρωπος - pencil pusher, penpusher (en) - perfeccionistaπερφεξιονιστής, τελειομανής - πείθων - fariseu - filantropoαλτρουιστής, φιλάνθρωπος - companheiroφίλος από τα παιδικά χρόνια - pornógrafoπορνογράφος - clínico, médico, trabalhadorεπαγγελματίασ - απατεών, μπαγαποντιά - antecessor, precursor, predecessorπροκάτοχος, πρόδρομος - πρόεδρος, πρόεδρος της δημοκρατίας - director, presidência, presidenteθέση προέδρου, πρόεδρος - prince charming (en) - processor (en) - profissionalεπαγγελματίας - proletário, trabalhadorεργάτης - prostituta, puta''colloquial:'' πουτάνα, ιερόδουλη, πουτάνα, πόρνη, πόρνος, τσουλί, τσούλα - falar - pigmeuπυγμαίος - sofistaλεπτολόγοσ, φιλόψογοσ - raridade - cracker, redneck (en) - reparador, técnicoεπιδιορθωτής - representanteεκπρόσωπος - investigador, pesquisadorερευνητής - reformado - braço direitoέμπιστος - competidor, concorrência, desafiador, rivalαγωνιζόμενος, αμφισβητίας, αντίζηλος, αντίπαλος, ανταγωνισμός, ανταγωνιστής, διεκδικητής, υποψήφιος - malandrete, vigaristaαγύρτησ, απατεώνας, κατεργάρης - companheiro de quartoσύνοικοσ - tronco de couveμικρόσωμο ζώο, νάνοσ, νανώδεσ ζώο - tabu, vaca sagradaταμπού - Pai Natal, Papai Noel - sátrapaσατράπης - difamador, maldizente, mexeriqueiroδιαδίδων σκάνδαλα, κουσκουσούρησ, κουτσομπόλησ - bode expiatórioαποδιοπομπαίος τράγος, εξιλαστήριο θύμα - escolar, pupila, pupiloμαθήτρια, μαθητής - schoolgirl (en) - decalcador, descobridor, guia, pesquisadorευρίσκων τον δρόμο - Sea Scout (en) - μυστικός πράκτορας - septuagenário, setuagenáriaάτομο ηλικίας μεταξύ 70 και 79 χρόνων - colonoάποικος - shiksa, shikse (en) - agulheiro, sinaleiroδιαβιβαστής, σηματωρός - simplórioαγαθιάρης, χαζός - senhor, Sirκύριε - irmA, irmã, muito obrigada, muito obrigadoαδερφή - alvo fácilεύκολος στόχος - ακροβοληστήσ - trabalhador especializado, trabalhador qualificadoεξειδικευμένος εργάτης - criadaδούλα - mandriãoλουφαδόρος, φυγόπονοσ - escravo, viciada em trabalhoμοχθών, υποτακτικός - sonâmbuloυπνοβάτης - anjo, beleza, formosura - filhoαγόρι - homem de experiênciaπερπατημένος - locutorομιλητής - espectador, vigiaθεατής - Fungi, fungus kingdom, kingdom Fungi (en) - pessoa irascível - desmancha-prazeresκαταθλιπτικός, ξενέρωτος - porta-vozεκπρόσωπος - voz - parte interessada - dobro, substitutoαναπληρωτής, αντικαταστάτης, ενισχύσεις, εφεδρικές δυνάμεις, υποκατάστατο, υποκατάστατος - noraπρογονή, προγονός - a, enteada, enteadoπαραγυιόσ, πρόγονοσ - estranhoάγνωστος, άλλος, ξένος - prostituta, puta, vadia - homem macho, machãoάντρακλας - subordinadoκατώτερος, υφιστάμενος - sucessorδιάδοχος - mãe-substitutaγυναίκα που κυοφορεί το παιδί κάποιας άλλης, δανεική μητέρα - survivor (en) - sobreviventeεπιζών - puxa-saco, sicofantaσυκοφάντησ, χαμερπήσ κόλαξ - estratega, tácticoέμπειρος σε θέματα τακτικής - filão, parasita - mandante - mate, teammate (en) - technician (en) - interino - tentadorπειρασμός, πλάνος - diabrete, flageloμάστιγα, φόβος και τρόμος - scrag, skin and bones, thin person (en) - criança que começa a andar, criancinhaνήπιο, πιτσιρίκι - torcionárioβασανιστής - estagiário, pessoa em treinamentoεκπαιδευόμενος - vagabundoαλήτης - reship, transfer, transferee (en) - desordeiro, gerador de conflitosμπελαλής, ταραξίασ, ταραχοποιός - datilógrafoδακτυλογράφοσ - patinho feio - putoαλητάκι, χαμίνι - utilizadorχρήστης - guia, porteiroξεναγός, ταξιθέτης - cartão do dia dos namorados, namoradoη αγαπημένη, ο, ο αγαπημένος - vegan (en) - dignitário, figuraαξιωματούχος, πολύ σημαντικό πρόσωπο - εθελωντήσ φρουρόσ - patife, vilãoπαλιάνθρωπος - visitaεπισκέπτης, καλών - raposaαλεπού, αλουπού, δύστροπη γυναίκα, θηλειά αλώπηξ, θηλυκή αλεπού, στρίγγλα - mirãoηδονοβλεψίασ - lavadeiraπλύστρα - beberrão, farristaγλεντών - guardaφρουρός ασφαλείας - ama, ama de leiteτροφός - viúvaχήρα - viúvoχήρος - senhora, senhora dona, SraΚα, κυρία - mulher - γυναίκα - mulherengo, namorador, paquerador, provocadorγυναικάς, μουρντάρησ - wonder woman (en) - fabricanteεργάτησ, κατασκευαστήσ - campónioβλάχος, επαρχιώτης, χωριάτης - άνθρωπος - jovem, rapazνέος, νεανίσκος, νεαρός, παλληκαράκι - yuppieγιάπης - zoo keeper (en) - Boone, Daniel Boone (en) - Bride, Bridget, Brigid, Saint Bride, Saint Bridget, Saint Brigid, St. Bride, St. Bridget, St. Brigid (en) - CristóvãoΧρήστος, Χριστόφορος - Edison, Thomas Alva Edison, Thomas Edison (en) - Fulton, Robert Fulton (en) - Leakey, Mary Douglas Leakey, Mary Leakey (en) - Leakey, Richard Erskine Leakey, Richard Leakey (en) - Nossa SenhoraΠαναγία - Naomi, Noemi (en) - Patrick, Saint Patrick, St. Patrick (en)[Domaine]

-

 


   Advertising ▼