sensagent's content

  • definitions
  • synonyms
  • antonyms
  • encyclopedia

   Advertising ▼

sensagent's office

Shortkey or widget. Free.

Windows Shortkey: sensagent. Free.

Vista Widget : sensagent. Free.

Webmaster Solution

Alexandria

A windows (pop-into) of information (full-content of Sensagent) triggered by double-clicking any word on your webpage. Give contextual explanation and translation from your sites !

Try here  or   get the code

SensagentBox

With a SensagentBox, visitors to your site can access reliable information on over 5 million pages provided by Sensagent.com. Choose the design that fits your site.

Business solution

Improve your site content

Add new content to your site from Sensagent by XML.

Crawl products or adds

Get XML access to reach the best products.

Index images and define metadata

Get XML access to fix the meaning of your metadata.


Please, email us to describe your idea.

WordGame

The English word games are:
○   Anagrams
○   Wildcard, crossword
○   Lettris
○   Boggle.

boggle

Boggle gives you 3 minutes to find as many words (3 letters or more) as you can in a grid of 16 letters. You can also try the grid of 16 letters. Letters must be adjacent and longer words score better. See if you can get into the grid Hall of Fame !

English dictionary
Main references

Most English definitions are provided by WordNet .
English thesaurus is mainly derived from The Integral Dictionary (TID).
English Encyclopedia is licensed by Wikipedia (GNU).

Copyrights

The wordgames anagrams, crossword, Lettris and Boggle are provided by Memodata.
The web service Alexandria is granted from Memodata for the Ebay search.
The SensagentBox are offered by sensAgent.

Translation

Change the target language to find translations.
Tips: browse the semantic fields (see From ideas to words) in two languages to learn more.

last searches on the dictionary :

computed in 0.078s

   Advertising ▼


 » 

analogical dictionary

αμάξι, αυτοκίνητοAuto, Automobil, Karre, Klapperkasten, Kraftfahrzeug, Kraftwagen, Mühle, Personenkraftwagen, PKW, Vehikel, Wagen - local (en) - local (en) - αεροναυτικόςLuftfahrt... - Airbus - αεροπλανοφόροder Flugzeugträger, Flugzeugträger, Landungsboot - αεροπλάνο της γραμμήςPassagierflugzeug, Verkehrsflugzeug - αερόπλοιο, πηδαλιουχούμενοZeppelin - αμφίβιο όχημαAmphibienfahrzeug - κανάλι μεταφοράς νερούAquädukt - τοπικόςOrts-... - κιβωτόσArche - αυτόγυρο, ελικόπτερο αεροπλάνο - καροτσάκι για μωρά, καροτσάκι μωρού, παιδικό καροτσάκιKinderwagen, Sportwagen - βάρκαBinnenschiff, Kahn, Plattbodenboot, Rheinkahn, Schleppkahn - μυοδρόμωνασ, τρισίστιο πλοίοSegelboot, Segelschiff, Segler - δίτροχο καροτσάκι, χειράμαξαHandkarre, Karre, Schubkarre, Schubkarren - bathyscape, bathyscaph, bathyscaphe (en) - θωρηκτόSchlachtschiff - αυτοκίνητο στέισον βάγκον, στέισον βάγκονKleinbus, Kombiwagen - Βερολίνο, τετράτροχη άμαξαBerlin - colloquial: Drahtesel, Fahrrad, Rad, Velo, Zweirad - δίδυμο ποδήλατοTandem - διπλανό, διπτέρυγο αεροπλάνοDoppeldecker - μικρό αερόστατοPrallluftschiff - Fahrbücherei - αεροσκάφος που μεταφέρει φορτίο, εμπορικό πλοίο, φορτηγό πλοίοFrachter, Handels-..., Handelsschiff - είδοσ ιστιοφόρου - Autoskooter, Boxauto - αγοραίο όχημα, ταξίMietswagen, Taxi - καρότσαCabrio, Cabriolet, Kabrio, Kabriolett - κρουαζιερόπλοιο, σκάφος αναψυχήςAusflugsdampfer, Jacht, Vergnügungsdampfer, Yacht - κανό, μονόξυλοKajak, Kanu, Paddelboot - βαγόνιEisenbahnwagen, Wagen, Waggon, Wagon - φορτηγό πλοίοFrachter, Frachtschiff, Lastschiff, Trampschiff - carack, carrack (en) - δίγαστρο, καταμαράν, σκάφος καταμαράνAuslegerboot, der Katamaran, Katamaran - catboat (en) - ερπύστρια, κάμπιαGleiskette, Raupe, Raupenfahrzeug - Zahnradbahn - Containerschiff - μεταφορική ταινία, ταινιόδρομοςFörderband - ελαφρά λέμβοσ - κορβέτα, πλοίο, ταχύ πλοίοKorvette - κρουαζιερόπλοιοKreuzfahrtschiff - dhow (en) - Diesellokomotive - βάρκα πλοίου, κωπήλατη βάρκα, φουσκωτή βάρκαBeiboot, Kahn, Ruderboot, Schlauchboot - τραπεζαρία τρένουSpeisewagen - Stuka, Sturzkampfflugzeug - dogcart (en) - μονόξυλο - ανατρεπόμενο φορτηγόKipper, Kippwagen - elektrische Lokomotive, E-Lok - εναέριο τρένο - ανελκυστήρας, ασανσέρAufzug, Fahrstuhl, Hebevorrichtung, Hebezeug, Lift - Feluke - οχηματαγωγό πλοίο, φέρι-μποτ, φεριμπότFähre, Fährschiff - attack aircraft, fighter, fighter aircraft (en) - fireboat (en) - πυροσβεστική αντλία - fire ship (en) - Fangschiff, Fischerboot, Fischereifahrzeug, Fischereischiff - flat, flatbed, flatcar (en) - Galeone, Galione, Galleone - ανεμοπλάνο, ανεμόπτεροSegelflugzeug, Segler, Sportflugzeug - golfcart, golf cart (en) - κανονιοφόροςKanonenboot - gurney (en) - Sackkarre, Sackkarren, Stechkarre - νεκροφόραLeichenwagen - ελικόπτεροDrehflügelflugzeug, Helikopter, Hubschrauber - hospital ship (en) - αερόστατοHeißluftballon - hot rod, hot-rod (en) - αερόστρωμνο όχημαHovercraft, Luftkissenfahrzeug - τζιπGeländewagen, Jeep - χειράμαξαRickscha - δικάταρτο πλοίοKetsch - λαντώLandauer - Liberty ship (en) - σωσίβια λέμβοςRettungsboot - λιμουζίναLimousine - πλοίο ή αεροπλάνο της γραμμήςHochseeschiff, Linienschiff - άμαξα έλξης συρμών, ατμομηχανή, λοκομοτίβαLok, Lokomotive, Triebwagen - μεγαλύτερα λέμβοσ πλοίουBarkasse, Wikingerboot - φορτηγόLastauto, Laster, Lastkraftwagen, Lastwagen, Lastwagen, Lastwagen-..., Lastzug, LKW, Sattelschlepper, Transporter, Transportfahrzeug, Truck - πλοίο με τετράπλευρα ιστίαLogger - Mondfähre - man-of-war, ship of the line (en) - Mayflower (en) - μετρό, υπόγειος σιδηρόδρομοςLondoner U-Bahn; U-Bahn..., Metro, U-Bahn, Untergrundbahn - μοτοποδήλατο, παπάκι, παπί - minivan (en) - μονός σιδηρόδρομοςEinwegbahn - μηχανάκιMofa, Mokick, Moped, Motorfahrrad - δίκυκλο, μηχανή, μοτοποδήλατο, μοτοσικλέταKraftrad, Motorrad - αυτοκινούμενο όχημαKfz, Kraftfahrzeug, Motorfahrzeug - ποδήλατο ανώμαλου δρόμουMountainbike - Erdölleitung, Ölleitung - βυτιοφόρο, δεξαμενόπλοιο, πετρελαιοφόροÖltanker, Tanker, Tankschiff - outrigger canoe (en) - ανατολικό φορείονSänfte - άμαξαEisenbahnwagen, Kutsche, Personenwagen, Waggon - πλοίοFahrgastschiff, Linienschiff, Passagierschiff - patrol boat, patrol ship (en) - pickup, pickup truck (en) - pilot boat (en) - αγωγόςPipeline, Rohrleitung - κλούβα αστυνομίασPolizeiwagen - βαγόνι πούλμαν, βαγόνι ύπνου, λεωφορείο πολυτέλειασ, πολυτελήσ σιδηροδρομική άμαξα, πούλμανSchlafwagen - αγωνιστικό αυτοκίνητοBolid, Bolide, Rennauto, Rennwagen, Rennwagen,das Rennrad - μέσο μαζικής μεταφοράς, μέσο ταχείας μεταφοράς - τροχόσπιτο - Zweisitzer - σιδηροδρομικά βαγόνιαFahrzeuge - sailboat, sailing boat (en) - ιστιοφόροPassagierschiff, Segelboot, Segelschiff - Sampan - σχολικό λεωφορείοSchulbus - εκπαιδευτικό πλοίοSchulschiff - καροτσάκι, καροτσάκι αποσκευών, τρόλεϊ αποσκευώνEinkaufsroller, Einkaufswagen, Gepäck, Gepäckwagen, Handwagen, Karren, Karrette - χιονοπέδιλα, χιονοπέδιλο - Skylab (en) - δουλεμπορικό πλοίο - βάγκον λιSchlafwagen - σλέπιBeiboot, Flieboot, Schaluppe - Sno-cat (en) - Schneepflug, Schneeräumer, Schneeräumgerät - διαστημικό σκάφος, διαστημόπλοιοRaumfahrzeug - Orbitalstation, Raumlabor, Raumstation, Spacelab, Weltraumstation - ταχύπλοο σκάφοςRennboot, Schnellboot - διθέσιο αμάξι, κουπέ, σπορ αυτοκίνητοCoupé, Kupee, Sportcoupé, Sportwagen - ταχυδρομική άμαξαPostkutsche - διαστημόπλοιο, επανδρωμένο διαστημόπλοιοRaumfahrzeug, Raumschiff, Weltraumfahrzeug, Weltraumschiff - ατμόπλοιο, βαπόριDampfboot, Dampfer, Dampfschiff - steam locomotive (en) - γραμμές του τραμ, τραμElektrische, S-Bahn, Schnellbahn, Stadtbahn, Straßenbahn, Straßenbahnwagen, Straßenbahnzug, Tram - pigboat, sub, submarine, U-boat (en) - γουιντσέρφιγκ, ιστιοσανίδα, σανίδα του `σερφιν`, σανίδα του σέρφιγκSurfbrett, Wellenreitbrett, Wellenreiten, Wellenreiterbrett, Windsurfen, Windsurfing - ελαφρή τετράτροχοσ άμαξα - βυτιοφόρο βαγόνιKesselwagen - tank engine, tank locomotive (en) - λέμβοσ πλοίου, μεγάλη άκατοσ, πλοιάριοTender - αντιτορπιλικό, ναρκοβόλο, τορπιλλοβόλο - aerial tramway, cable tramway, ropeway, tram, tramway (en) - τρίκυκλοDreirad - trimaran (en) - τριήρησ - τρόλεϊOberleitungsomnibus, Obus, Trolleybus - ρυμουλκόSchleppdampfer, Schlepper - twinjet (en) - Einrad - καράβι, ναυς, πλοίο, σκάφοςSchiff - πολεμικό πλοίοKriegsschiff, Militärschiff - whaleboat, whale boat (en) - αναπηρικό καροτσάκιFahrstuhl, Krankenfahrstuhl, Rollstuhl, Selbstfahrer - Zeppelin[Domaine]

-

 


   Advertising ▼