sensagent's content

  • definitions
  • synonyms
  • antonyms
  • encyclopedia

   Advertising ▼

sensagent's office

Shortkey or widget. Free.

Windows Shortkey: sensagent. Free.

Vista Widget : sensagent. Free.

Webmaster Solution

Alexandria

A windows (pop-into) of information (full-content of Sensagent) triggered by double-clicking any word on your webpage. Give contextual explanation and translation from your sites !

Try here  or   get the code

SensagentBox

With a SensagentBox, visitors to your site can access reliable information on over 5 million pages provided by Sensagent.com. Choose the design that fits your site.

Business solution

Improve your site content

Add new content to your site from Sensagent by XML.

Crawl products or adds

Get XML access to reach the best products.

Index images and define metadata

Get XML access to fix the meaning of your metadata.


Please, email us to describe your idea.

WordGame

The English word games are:
○   Anagrams
○   Wildcard, crossword
○   Lettris
○   Boggle.

Lettris

Lettris is a curious tetris-clone game where all the bricks have the same square shape but different content. Each square carries a letter. To make squares disappear and save space for other squares you have to assemble English words (left, right, up, down) from the falling squares.

boggle

Boggle gives you 3 minutes to find as many words (3 letters or more) as you can in a grid of 16 letters. You can also try the grid of 16 letters. Letters must be adjacent and longer words score better. See if you can get into the grid Hall of Fame !

English dictionary
Main references

Most English definitions are provided by WordNet .
English thesaurus is mainly derived from The Integral Dictionary (TID).
English Encyclopedia is licensed by Wikipedia (GNU).

Copyrights

The wordgames anagrams, crossword, Lettris and Boggle are provided by Memodata.
The web service Alexandria is granted from Memodata for the Ebay search.
The SensagentBox are offered by sensAgent.

Translation

Change the target language to find translations.
Tips: browse the semantic fields (see From ideas to words) in two languages to learn more.

last searches on the dictionary :

computed in 0.171s

   Advertising ▼


 » 

analogical dictionary

furador, punçãoσουβλί - abbacialηγουμενικόσ - consuladoπροξενείο - ascensor, elevadorανελκυστήρας, ασανσέρ - pedreiroχτίστης - estendal, montraπροθήκη - cozinhaκουζίνα, μαγειρείο - bombeiro, canalizador, encanadorυδραυλικός - câmara municipal, prefeituraδημαρχείο - cinema, cinema.αίθουσα, κινηματογραφική αίθουσα - barroteσιδηροδοκός - máquina operatrizεργαλειομηχανή - branquearασπρίζω, λευκαίνω - bistroμικρό εστιατόριο-ποτοπωλείο - coluna, pilarκίονας, κολόνα, στήλη - erguerανεγείρω, στήνω, υψώνω, χτίζω - εργαλείο - eliminarαποκλείω, βγάζω από τη μέση, εξαλείφω - exceptuar, omitirαποκλείω, εξαιρώ, παρακάμπτω, παραλείπω - confirmar, corroborarεπιβεβαιώνω - construçãoκατασκευή - erecçãoανέγερση - fabricaçãoκατασκευή - construção navalναυπηγική - προκαταβολική κατασκευή, προκατασκευή - edifício, prédioΚτίριο ή Χτίριο, οικοδομική - apoiar, encostar, suportar, sustentar, susterακουμπώ, στηρίζω - destruirκαταστρέφω - criar, planear, projectarσχεδιάζω - fazer, serκατασκευάζω, φτιάχνω, χτίζω - reformar, renovarανοικοδομώ, κτίζω πάλι - desmanchar, desmontarαποσυναρμολογώ, διαλύω, διαλύω σε κομμάτια, ξεμοντάρω - arruinar, demolir, destruir, dilapidar, estragarκατεπειρώ - possível, praticávelεπιτεύξιμος, εφαρμόσιμος, εφικτός, πραγματοποιήσιμος, πραγματώσιμος, υλοποιήσιμος - ελέγχω, εξακριβώνω - açougue, matadouroσφαγείο - aceleradorγκάζι, πεντάλ γκαζιού - chave de boca ajustávelρυθμιζόμενο γαλλικό κλειδί - adobe, adobe brick, air brick, air-dried brick, green brick, loam brick (en) - hangarυπόστεγο αεροσκαφών, χώρος συντήρησης αεροσκαφών - κομπρεσέρ αέρος - anechoic chamber, anechoic room, anechoic sound chamber, free field room, free-field room (en) - átrio, hall da entradaαίθουσα αναμονής, είσοδος, προθάλαμος, φουαγιέ, χώρος υποδοχής - apadana (en) - apartamentoδιαμέρισμα, δωμάτιο, χώρος - imóvel, prédioπολυκατοικία - apiárioμελισσοκομείο - absideαψίδα - backsaw, back saw (en) - indústria de panificação, padariaαρτοποιείο, αρτοπωλείο, φούρνος - salão de baileαίθουσα χορού - balaústreκάγγελο, κάγκελο, στύλοσ - coreto - balaustrada, balaústre, corrimão, lançoκάγκελο σκάλας, κουπαστή σκάλας - trancaβέργα - bar (en) - barrel vault (en) - bar, salãoαίθουσα μπαρ, καπηλειό, μπαρ, ποτοπωλείο, σαλούν, σαλόνι πλοίου, τραπεζαρία - quarto de banho - aríeteκριόσ - vigaδοκάρι, καδρόνι - balbúrdia, barulheira, casa de tolos, confusão, hospital de alienadosτρελοκομείο, φασαρία, φρενοκομείο - câmara, compartimento, dormitório, quartoδωμάτιο, θάλαμος, κάμαρα, κάμαρη, κοιτώνας, κρεβατοκάμαρα, κρεββατοκάμαρα, υπνοδωμάτιο - colmeia, colméia, cortiçoκυψέλη - santuárioεκκλησία ναυτικών, ιερό - blocoγραφείων κτλ., πολυκατοικία, συγκρότημα, συγκρότημα σπιτιών - poste, poste de amarraçãoδέστρα σκάφους, στυλίσκος ελέγχου της κυκλοφορίας στους δρόμους - μάνταλο - cabine, cubículo, quiosqueδιαχωρισμένο τμήμα, θάλαμος, καμαράκι, κιόσκι, περίπτερο - boudoirιδιαίτερο δωμάτιο κυρίασ, μπουντρούμι - ζυθοπωλείο, μπιραρία - construção, prédioκτήριο, κτίσμα, οικοδόμημα - praça de tourosαρένα, αρένα ταυρομαχίας - bungalow, moradiaμπανγκαλόου - cabinaκαμπίνα μηχανοδηγού ή οδηγού φορτηγού κτλ. - cabin (en) - café, cafeteria, cafetería, pub, restauranteκαπηεταιρια, καφέ, καφενείο-μπαρ, καφετέρια, καφετερία - snack-barεστιατόριο σελφ σέρβις - canteen (en) - capstan (en) - hospedaria para caravanas, hotel muito grandeχάνι για καραβάνια - casern (en) - κάσα - bishop's throne, cathedra (en) - tecto - alvéolo, celaκελί - κέντρο - αλυσίδα - serra de corrente - cabanaελβετικόσ οικίσκοσ, καλύβα βοσκού, ξύλινο σπιτάκι, σαλέ - chamber (en) - coro, santuárioιερό - κοτέτσι, ορνιθώνας - Eurotúnel - balcãoεξώστης - serra circularδισκοπρίονο, ηλεκτρικό κυκλικόν πριόνι - aula, classe, sala de aulaαίθουσα διδασκαλίας - clean room, white room (en) - έδρα συλλόγου, λέσχη - embraiagemσυμπλέκτης αυτοκινήτου - arredondadas, pedra, pedras arredondado, pedregulhoπέτρα επίστρωσης οδού - compartment (en) - misturadoraμπετονιέρα - confessionárioεξομολογητήριο - γωνία - canto, esquinaγωνία, γωνιά, κόγχη, κόχη - corredorδιάδρομος - casa de campo - δόμος, στρώση - pátio, praça, tribunalαυλή, προαύλιο - estábulo - βρεφοκομείο - pé-de-cabraλοστός - dacha (en) - corredor da morte - deck (en) - detox, detoxicate, render harmless (en) - enxada, sacola, semeadorφυτευτήρι - sala de jantarτραπεζαρία - discotecaδισκοθήκη, ντίσκο, ντισκοτέκ - door (en) - maçaneta, punhadoπόμολο, ρόπτρο - degrau de porta, soleiraκατώφλι - entradaάνοιγμα της πόρτας, κατώφλι - água-furtada, lanternim, trapeiraφεγγίτης - alojamento, dormitório, residênciaκοιτώνας, οικοτροφείο, φοιτητική εστία - brocaάκρο τρυπανιού - polidoraλειαίνων - domicílio, habitação, lar, moradiaκατοικία, σπιτικό - varaπήχησ, προσθήκη σχήματοσ - sala de emergênciaαίθουσα - engineering, engine room (en) - entablamento - ίδρυμα - fachadaπρόσοψη, πρόσοψη - feedlot (en) - νοσοκομείο εκστρατείας, στρατιωτικό νοσοκομείο - chaminé, fogão de sala, lareiraεστία, τζάκι - ladrilho - soalho - andar, pisoόροφος λεωφορείου - floor, trading floor (en) - flush toilet, lavatory, silting method, sluicing (en) - castelo de proaέμπροσθεν διαμέρισμα πλοίου, θάλαμοι πλωρήσ - French window (en) - fulcro, ponto de apoio, sustentáculoυπομόχλιο - furring, furring strip (en) - empenaαέτωμα - belvedere, mirante, terraço, varanda - geodesic dome (en) - greasy spoon (en) - estufaσέρα - κάτοψη κτίριου - pensãoξενώνας, πανσιόν - serraσιδεροπρίονο - salão da gloriaαίθουσα της φήμης - εργαλείο χειρός, χειρονακτικά εργαλεία - harémχαρέμι - cumeeiraάμφια, μανδύασ ιερέωσ - hedge trimmer (en) - ermidaερημητήριο - hipódromoιπποδρόμιο, ιππόδρομος - hogan (en) - γάντζος - ala, enfermariaθάλαμος - albergo da juventude, albergue da juventudeξενώνας, ξενώνας νεότητας - ξενώνας - hotelξενοδοχείο - δωμάτιο ξενοδοχείου - casaκτήριο - geladeira - campo de patinagem, rinque de patinação, rinque de patinação no gelo, rinque de patinagemπαγοδρόμιο - σιαγόνες εργαλείου, συνδετήρας - barrote, caibro, trave, viga, viga do sobradoμαδέρι οροφήσ, πατερό - motor de arranqueκλειδί, μίζα αυτοκινήτου, μοχλός - igrejaσκωτική εκκλησία - kitchinetteκουζινίτσα, κουζινούλα - dwelling on stilts, lake dwelling, pile dwelling (en) - lanai (en) - lancet window, scorer knife, scoring knife, scratcher knife (en) - τόρνος - latrinaαποχωρητήριο στρατοπέδου - cortador de relva, máquina de tosquiarμηχανή κουρέματος γκαζόν, μηχανή κουρέματος χόρτου - nível, nivelador, nível de bolhaαλφάδι - bibliotecaβιβλιοθήκη - sala de estarκαθιστικό, καθιστικό δωμάτιο, σάλα, σαλόνι - αποδυτήρια - mansardaπατάρι - cabana feita de torosξύλινη καλύβα - sala de espera, sala de estarαίθουσα αναμονής, σαλόνι - clarabóia, gelosia, trapeiraκινητέσ γρίλιεσ - μηχάνημα - maquinariaμηχανές, μηχανήματα, μηχανικός εξοπλισμός - manor, manor house (en) - mansardaδίκλινη στέγη, σοφίτα - mastro de primeiro de maio, mastro enfeitadoγαϊτανάκι - asiloψυχιατρική κλινική - fresadora, máquina de fresar - almenara, minareteμιναρές - ministérioυπουργείο - μονή, μοναστήρι - chave inglesa - monolitoμονόλιθοσ - morgue, mortuário, necrotérioνεκροθάλαμος, νεκροτομείο - mesquitaμουσουλμανικός ναός, τέμενος, τζαμί - pilareteκατακόρυφο πέτρινο χώρισμα παραθύρων - naveκεντρικό κλίτος ναού - escritório, gabinete, mesa, secretáriaγραφείο, χώρος εργασίας - óperaόπερα - sala de operaçõesαίθουσα χειρουργείου, μέγαρο λυρικής σκηνής, χειρουργείο, χειρουργικός - fosso da orquestraπλατεία θεάτρου - janela salienteεξέχων παράθυρο - anexoβοηθητικό κτίσμα - alpendre, anexo, dependência, depósito, telheiroαποχωρητήριο, βοηθητικό κτίριο, υπόστεγο - pagodeπαγόδα - paint scraper, palette knife (en) - dispensaαποθήκη τροφίμων, κελάρι - χαρτοκόπτης - casa paroquial, presbitérioκατοικία εφημέριου, πρεσβυτέριο - Παρθενώνας - espinel, espinhel, padre-nosso, pai-nossoπάτερ ημών - patio, pátio, quintal, terraçoπλακόστρωτος χώρος - ζαχαροπλαστείο - pedalπεντάλ, πετάλι - frontãoαέτωμα, αέτωμα κτίριου - apartamento QUERYρετιρέ, σοφίτα - janela panorâmica - local de cultoοίκος του Θεού, τόπος λατρείας - architectural plan, plan (en) - alicates, pinçaδαγκάνες, πένσα - varandaείσοδος - pórticoπροστέγασμα - πρεσβυτέριο - mechanical press, press (en) - BitolaΜοναστήρι - bar, tabernaμπαρ, μπιραρία, παμπ - rail, railing (en) - sala de recepção, sala de visitasαίθουσα υποδοχής - refeitórioμεγάλη τραπεζαρία - residênciaκατοικία, τόπος διαμονής - restauranteεστιατόριο - rinque, rinque de patinagemπίστα, πίστα παγοδρομίου, πίστα πατινάζ, παγοδρόμιο - coulier arm, draw lever, looper arm, loop forming lever, rocker arm, valve rocker (en) - rood screen (en) - tetoσκεπή, στέγη - espaçoδωμάτιο - diamante-rosa, ornato em forma de rosa, rosácea, roseta - sala de jogosδωμάτιο αναψυχής - saunaσάουνα, χαμάμ - saw set (en) - andaime, estradoεξέδρα, σκαλωσιά - colégio, escolaσχολείο - screen, screen door (en) - gangorraτραμπάλα - γνώμονασ - armazém, loja, negócioεπιχείρηση, κατάστημα, μαγαζί - guarita de sinais, guarita de sinalização - clarabóiaφωταγωγός - arranha-céus - sala de fumo, sala para fumantesκαπνιστήριο - ferro de soldarεργαλείο συγκόλλησης - πλήκτρο διαστήματος - speakeasy (en) - estádio, faseστάδιο - montanteστήριγμα, στύλοσ - escada - πέτρα - armazémαποθήκη - solárioδωμάτιο ηλιόλουστο - teto-solar - sinagogaσυναγωγή - tecla tabuladora - tap wrench (en) - hospedaria, tabernaταβέρνα - molhado de lágrimas, salão de cháκλαμένος, τεϊοποτείο - cabina, cabina telefónica, cabine, cabine telefónicaτηλεφωνικός θάλαμος - poste telegráficoτηλεγραφικός στύλος - tendaσκηνή ερυθρόδερμων, σκηνή ινδιάνων - third rail (en) - travessa - banheiro, casa de banho, retreteWC, αποχωρητήριο, απόπατος, αφοδευτήριο, καμπινές, μέρος, τουαλέτα - casa de banho, toalete, vaso sanitário - palitoοδοντογλυφίδα - κλειδί ροπής - câmara municipalδημαρχείο - transeptoπτέρυγα ναού - poste, suporte, tirante, travessa, travessão, vigaτραβέρσα - ορθογωνιόμετρο - régua-tê - túnelσήραγγα, στοά, τούνελ - mictório, urinolανδρικό ουρητήριο - vacation home (en) - varandaβεράντα - sacristiaιεροφυλάκιο, σκευοφυλάκιο - voting booth (en) - σφηνόλιθος - strake, wale (en) - wall (en) - lavabo, lavatório - hydrant, tap, water faucet, water tap (en) - bordel, lupanar, prostíbuloμπορδέλο, οίκος ανοχής, πορνείο, χαμαιτυπείο - tenda dos índiosδερμάτινη σκηνή ερυθρόδερμων, σκηνή ερυθροδέρμων - vitrina, vitrineβιτρίνα - janela - chave inglesaγαλλικό κλειδί, κάβουρας - instabilidadeαστάθεια - estabilidade, firmezaευστάθεια, σταθερότητα - cadastro - internatoσχολικό οικοτροφείο - Mount Vernon (en) - tecnóloga, tecnólogoμηχανικός, τεχνολόγος - army engineer, military engineer (en) - constructor, constructora, construtor, empreiteiraκατασκευαστής, οικοδόμος - defense contractor (en) - electricistaηλεκτρολόγος - agrimensor, geómetra, lagarta-mede-palmosγεωμέτρης - transportadorμεταφορέας - locador, localizadorεξευρίσκων, τοποθετών - pedreiroχτίστης - programadorπρογραμματιστής - thatcher (en) - da Vinci, Leonardo, Leonardo da Vinci (en) - adhesive friction, grip, traction (en) - silícioπυρίτιο - pedra-pomes, pomesελαφρόπετρα - colaκόλλα - colaκόλλα - κόλλα, μέτρημα μέγεθουσ - concreto armado, lajeμπετό αρμέ - hydraulic cement, Portland cement (en) - μπεντονίτησ - betão, cimento armado, concretoμπετόν, σκυρόδεμα, τσιμέντο - fibra de vidroίνες υάλου, υαλοβάμβακας - betumeασφαλτόπισσα, βιτουμένιο - alcatrãoπίσσα - ανθρακοπίσσα - ασβεστίτησ - carbonato de cálcio - oleadoμουσαμάς για το πάτωμα - madeiraξυλεία, ποσότητα τεμαχισμένων ξύλων - grésαμμόλιθος - pórfido, pórfiroπορφυρίτησ λίθοσ, πορφυρόλιθοσ - papelão barato[Domaine]

-

 


   Advertising ▼