sensagent's content

  • definitions
  • synonyms
  • antonyms
  • encyclopedia

   Advertising ▼

sensagent's office

Shortkey or widget. Free.

Windows Shortkey: sensagent. Free.

Vista Widget : sensagent. Free.

Webmaster Solution

Alexandria

A windows (pop-into) of information (full-content of Sensagent) triggered by double-clicking any word on your webpage. Give contextual explanation and translation from your sites !

Try here  or   get the code

SensagentBox

With a SensagentBox, visitors to your site can access reliable information on over 5 million pages provided by Sensagent.com. Choose the design that fits your site.

Business solution

Improve your site content

Add new content to your site from Sensagent by XML.

Crawl products or adds

Get XML access to reach the best products.

Index images and define metadata

Get XML access to fix the meaning of your metadata.


Please, email us to describe your idea.

WordGame

The English word games are:
○   Anagrams
○   Wildcard, crossword
○   Lettris
○   Boggle.

boggle

Boggle gives you 3 minutes to find as many words (3 letters or more) as you can in a grid of 16 letters. You can also try the grid of 16 letters. Letters must be adjacent and longer words score better. See if you can get into the grid Hall of Fame !

English dictionary
Main references

Most English definitions are provided by WordNet .
English thesaurus is mainly derived from The Integral Dictionary (TID).
English Encyclopedia is licensed by Wikipedia (GNU).

Copyrights

The wordgames anagrams, crossword, Lettris and Boggle are provided by Memodata.
The web service Alexandria is granted from Memodata for the Ebay search.
The SensagentBox are offered by sensAgent.

Translation

Change the target language to find translations.
Tips: browse the semantic fields (see From ideas to words) in two languages to learn more.

last searches on the dictionary :

computed in 0.109s

   Advertising ▼


 » 

analogical dictionary

autonomie, nezávislost, samostatnost, svrchovanostαυτοτέλεια, ελευθερία - lidové hlasování, plebiscitδημοψήφισμα - fašismusφασισμός - implementace, plnění, provedení, výkonεκπλήρωση, εκτέλεση - adopce, akceptování, přijetí, přijetí za svéαποδοχή, υιοθεσία - volba, zvoleníεκλογή, επιλογή - opakovaná volba, opakované zvolení, polo-, znovuzvoleníεπανεκλογή, που ο είναι μισός από κτ. - referendumδημοψήφισμα - hlasovací právo, hlasováníψήφος, ψηφοφορία - všeobecné volbyβουλευτικές εκλογές - primary, primary election (en) - hlasování, tajná volba, tajné hlasování, volbaψήφιση, ψηφοφορία - secret ballot (en) - veto - stabilizovat, ustálit, zpevnitσταθεροποιώ - agitátor, bojovník, kandidát, uchazečαυτός που διεξάγει μια εκστρατεία, εκστρατεύων - měšťan, občan, obyvatelκάτοικος, πολίτης - uplatnění, vykonání, vymáháníεπιβολή, εφαρμογή - vládaαρχές, διακυβέρνηση, εξουσία, κυβέρνηση, κυριαρχία - abolitionist, emancipationist (en) - svobodný občanελεύθερος πολίτης - lidstvo, národnost, zem, zeměέθνος, λαός - emigrovatμεταναστεύω - chytit se tohoδέχομαι με ενθουσιασμό - act of terrorism, terrorism, terrorist act (en) - kandidatura, uchazečstvíπροεκλογική εκστρατεία, προεκλογικός αγώνας, υποψηφιότητα - dát záruku, garantovat, mít zárukuεγγυώμαι - společenská kontrolaκοινωνικός έλεγχος - sankce - vládaδιακυβέρνηση - požadavek, udělení, uloženíεπιβολή - socializaceκοινωνικοποίηση - výchovaανατροφή - delegaceανάθεση - ochuzení, zbídačeníεξάντληση, φτώχεια - appeasement, smír, uklidnění, uspokojeníκατευνασμός - ειρήνευση - internacionalizace, zmezinárodněníδιεθνοποίηση - diskriminace, rozdíl, rozlišováníδιάκριση - νομενκλατούρα - ageism, agism (en) - heterosexism (en) - nepotismus, nepotizmus, protěžování příbuzných nebo přátelνεποτισμόσ, οικογενειοκρατία, φιλοσυγγενεία - ρατσισμός - diskriminace podle pohlaví, sexismus, sexizmus - mužský šovinismus - normalizaceπρότυπα, τυποποίηση - stabilizace, upevnění, ustálení, zpevněníσταθεροποίηση - odbojnost, rezistence, vzdorαντίσταση - μάχομαι για, προασπίζω, υπερασπίζομαι - akce, čin, krokδράση - obživa, opora, podporaστήριξη, συμπαράσταση, υποστήριξη - obhajoba, prosazováníσυνηγορία, υπεράσπιση - patronát, záruka, záštitaαιγίδα, προστασία - finanční podpora, sponzorstvíχορηγία, χρηματοδότηση - potvrzení, schváleníεπιδοκιμασία, οπισθογράφηση, υποστήριξη - posvěcení, požehnání, schválení, souhlasέγκριση - demokratizaceεκδημοκρατισμός - podíl, účastσυμμετοχή - propůjčit, svěřit, udělitπεριβάλλω - certify, endorse, indorse (en) - hlasovat, volit - liberalizovatφιλελευθεροποιώ - představovat, reprezentovat, zastupovatεκπροσωπώ - držet v moci, mít v moci, ovládat, panovat, řídit, vládnoutάρχω , εξουσιάζω, κυβερνώ - tyranizovat - civilní, městský, občanskýαστικός - fašistaφασίστας, φασιστικός - nacionalismus, patriotismus, vlastenectvíπατριωτισμός - defence policy, defence program, defense policy, defense program (en) - Χαρτισμός - politická věda, politologieπολιτικές επιστήμες - geopolitikaγεωπολιτική - anarchismusαναρχισμός - Machiavellianism (en) - centrism, moderatism (en) - konzervatismusσυντηρητικότητα, συντηρητισμός - reakce - demokracieδημοκρατικότητα, δημοκρατισμός - sociální demokracie - ελιτισμός - extremismusαδιαλλαξία, εξτρεμισμός - ομοσπονδιακό σύστημα, φεντεραλισμός - νεοφιλελευθερισμός - libertarianism (en) - monarchismusμοναρχισμόσ, μοναχικόσ βίοσ - Negritude (en) - progressivism (en) - radikalismusριζοσπαστισμός - republikánstvíδημοκρατισμός, ρεπουμπλικανισμός - ουτοπικός σοσιαλισμός - militarismusμιλιταρισμόσ, στρατοκρατία - πολιτική, πρόγραμμα - social policy (en) - zvýhodňováníπαροχή ευκαιριών σε μειονότητες - zahraniční politika - zásah - noninterference, nonintervention (en) - manifest destiny (en) - izolacionismusαπομονωτισμός - Monroe Doctrine (en) - Truman doctrine (en) - disent, názorový nesouhlasδιαφωνία, διαφωνία με το καθεστώς - debata, diskuse, sporδημόσια επίσημη συζήτηση - instalaceέναρξη, εγκατάσταση, ορκωμοσία - korunovaceενθρόνιση, στέψη - ανταγωνισμός πολεμικών εξοπλισμών - kampaň, volební kampaňεκστρατεία, καμπάνια, πολιτική καμπάνια - IRA, Irish Republican Army, Provisional IRA, Provisional Irish Republican Army, Provos (en) - společnost sv. Tammany - British Commonwealth, Commonwealth of Nations (en) - dvůr, soudβασιλική αυλή, οι αυλικοί - government-in-exile (en) - místní správaτοπική αυτοδιοίκηση - lid, lidé, národέθνος, κόσμος, λαός, σώμα πολιτών - voliči, voličská základna, voličstvoεκλογείς, εκλογικό σώμα - akademický senát, senátγερουσία - Senate, U.S. Senate, United States Senate, US Senate (en) - dolní sněmovna, horní sněmovna - Βουλή των Κοινοτήτων - Βουλή των Λόρδων - legislativa, valné shromáždění, zákonodárný sborνομοθετικό σώμα - legislative council (en) - Svobodný světΕλεύθερος Κόσμος - Třetí světΤρίτος Κόσμος - stát, zeměκράτος, πατρίδα, πολιτεία, χώρα - říšeΝαζιστική Γερμανία, Τρίτο Ράιχ - member (en) - σύμμαχοι - Arab League (en) - Evropská unie, Evropské UnieΕυρωπαϊκή Ένωση, Ευρωπαϊκη Κοινότητα - Severoatlantická aliance, Severoatlantický paktΝΑΤΟ, ΟΒΣ, Οργάνωση των Χωρών του Βορειοατλαντικού Συμφώνου - Οργάνωση Αμερικάνικων Κρατών - OPEC, Organization of Petroleum Exporting Countries, Organization of Petroleum-Exporting Countries (en) - mocnost, světová mocnostδύναμη - městský stát - státκράτος, πολιτεία - chátra, masaμάζα, όχλος - AFL-CIO, American Federation of Labor and Congress of Industrial Organizations (en) - voliči z jednoho volebního obvodu, voličstvoεκλεκτορικό σώμα, εκλογική περιφέρεια, εκλογικό σώμα - electoral college (en) - politická mašinérie, politické soukolíπολιτική μηχανή - lidová frontaλαϊκό μέτωπο - διεθνής οργανισμός - ΚΑΚ, Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών, Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών - Spojené národyΗνωμένα Έθνη, Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών - federace, konfederace, sdružení, spojení, svaz, svazekομοσπονδία - federace, spolek, svazομοσπονδία - unieένωση - komora, sněmovnaαίθουσα, τμήμα της Βουλής - βουλή, κοινοβούλιο - Knesset, Knesseth (en) - Oireachtas (en) - syndikalismusσυνδικαλισμόσ - buňka - podzemí - demokracie - hegemonie, nadvládaηγεμονία - oligarchieολιγαρχία - plutokracieπλουτοκρατία - τεχνοκρατία - mocnářství, monarchieμοναρχία - διαρχία - kolonie, osadaαποικία - delegace, deputace, miseαντιπροσωπεία, επιτροπή - diplomatická mise - absolutizmus, diktátorství, diktatura, totalitářstvíδικτατορία, η εξουσία του δικτάτορα, ολοκληρωτισμός - policejní státαστυνομικό κράτος, αστυνόμευση - hnutíκίνημα - παράταξη - Age of Reason, Enlightenment (en) - statutární město - rotten borough (en) - English, English people (en) - FrancouziΓάλλοι - administrátor, rada, správce, vedoucí úředníkδιαχειριστής, διοικητικό στέλεχος - radníδημοτικόσ σύμβουλοσ - anarchista, syndikalistaαναρχικός, συνδικαλιστήσ - apoštolαπόστολοσ - Blimp, Colonel Blimp (en) - demokratαντιβασιλικός, δημοκράτης, δημοκρατικός - odpadlík, renegát, zrádceαποστάτης, αρνησίθρησκος, δειλός - Γενίτσαροι, γενιτσάροσ - -ka, patriot, vlastenecεθνικιστής, πατριώτης - -čkaπολιτικός, πολιτικός άνδρας - prefektνομάρχης - pravičákδεξιός - αποστάτησ - generální tajemník - sociální pracovníkκοινωνικόσ λειτουργόσ - προεδρεύων - sufražetkaσουφραζέτα, υποστηρίκτρια γυναικείας ψήφου, υποστηρίκτρια της γυναικείας ψήφου - union representative (en) - -ka, kurfiřt, voličεκλογέας, ψηφοφόρος - Malcolm Little, Malcolm X (en) - absolutní většina, majorita, nadpoloviční většina, většinaαπόλυτη πλειοψηφία, πλειοψηφία - moc, úřadδημόσιο αξίωμα - peace (en) - anarchie, bezvládí, chaos, zmatekαναρχία, αταξία - válečný stavεμπόλεμη κατάσταση - studená válkaψυχρός πόλεμος - nezávislost, svobodaανεξαρτησία, αυτονομία - autonomie, nezávislost, soběstačnostαυτάρκεια, αυτοδυναμία, αυτοπεποίθηση[Domaine]

-

 


   Advertising ▼