sensagent's content

  • definitions
  • synonyms
  • antonyms
  • encyclopedia

Lettris

Lettris is a curious tetris-clone game where all the bricks have the same square shape but different content. Each square carries a letter. To make squares disappear and save space for other squares you have to assemble English words (left, right, up, down) from the falling squares.

boggle

Boggle gives you 3 minutes to find as many words (3 letters or more) as you can in a grid of 16 letters. You can also try the grid of 16 letters. Letters must be adjacent and longer words score better. See if you can get into the grid Hall of Fame !

English dictionary
Main references

Most English definitions are provided by WordNet .
English thesaurus is mainly derived from The Integral Dictionary (TID).
English Encyclopedia is licensed by Wikipedia (GNU).

Translation

Change the target language to find translations.
Tips: browse the semantic fields (see From ideas to words) in two languages to learn more.

last searches on the dictionary :

computed in 0.015s


 » 

analogical dictionary

world record (en) - arremesso lateral - adestramento - διαγωνισμός, συναγωνισμόςcompetição, concurso - άθλημα, άθληση, αθλοπαιδιές, σπορ - sport (en) - άθλημα επαφής - κατακόρυφοςpino - `σέρφιν`, ιστιοσανίδα, κυματοδρομία, περιήγηση στο διαδίκτυο, σέρφιγκ, σέρφινγκsurfe - equitação, hipismo - tourada - αγώνας, παρτίδαjogo, partida - attack (en) - ξεφάντωμα - αεροβική, αερόμπικginástica aeróbica - anaerobic exercise, bodybuilding, body building, body work, musclebuilding, muscle building (en) - άρση βαρώνlevantamento de peso - jogging - υπεράχω, υπερτερώexceder, ultrapassar - position (en) - aikido (en) - πολεμική τέχνη - τζούντοjudo - είδοσ πολεμικήσ τέχνησjiu-jitsu - καράτεkaraté - ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαιcompetir - βάζω άλογο να τρέξει σε ιπποδρομία, τρέχω, τρέχω σε αγώνα, τρέχω σε αγώνα δρόμουcorrer - βγάζω λεφτά, παύω να έχω, χάνωfazer dinheiro, perder, ser privado de - καλύπτω, προστατεύωproteger - θέση - γυμναστήριοginásio - esracador - hippodromio, ιπποδρόμιο, ιππόδρομος, πίστα, στάδιο αγώνων, στίβος, στίβος αγώνων δρόμουhipódromo, pista, pista de corridas - ρακέταraqueta - αθλητικός εξοπλισμός - γουιντσέρφιγκ, ιστιοσανίδα, σανίδα του `σερφιν`, σανίδα του σέρφιγκprancha de surfe, tábua a vela - δέκαθλοdecatlo - Ολυμπιάδα, Ολυμπιακοί αγώνεςOlimpíadas - Χειμερινή Ολυμπιάδα, Χειμερινοί Ολυμπιακοί ΑγώνεςJogos Olímpicos de Inverno - πένταθλοpentatlo - partida de desempate - κοκορομαχίεςbriga de galos - ημιτελικόςmeia-final, semi-final - gincana - ιστιοπλοϊκοί αγώνεςregata - άλμα επί κοντώsalto à vara - σφαίρα, σφαιροβολία - hammer throw (en) - fechamento de fábrica - field (en) - defence, defence team, defending team, defense (en) - ομάδα εργατώνequipa, grupo - classe - finish, finishing line, finishing post, finish line (en) - γραμμήlinha - line of scrimmage, scrimmage line (en) - acrobat, tumbler (en) - αθλητήςatleta - ταυρομάχοςtoureiro - picador - torero (en) - μποντιμπιλντεράςculturista - φιναλίστfinalista - κλωτσών, λακτίζων, παραπονούμενοσjogador - long-distance runner, marathoner, marathon runner, road runner, stayer (en) - αλεξιπτωτιστής, αλεξιπτωτιστής ελεύθερης πτώσηςpára-quedista, praticante de queda livre - cavaleiro - running back (en) - semifinalista - έντιμος παίκτης, αθλητής, αθλητικός τύπος, φίλαθλοςdesportista, desportivo, esportiva, esportivo, indivíduo desportivo - αλλαγή - tight end (en) - levantador de pesos - κυνηγός, πλάγιος παίκτηςlateral - título - παρτίδαset[Domaine]

-