sensagent's content

  • definitions
  • synonyms
  • antonyms
  • encyclopedia

Lettris

Lettris is a curious tetris-clone game where all the bricks have the same square shape but different content. Each square carries a letter. To make squares disappear and save space for other squares you have to assemble English words (left, right, up, down) from the falling squares.

boggle

Boggle gives you 3 minutes to find as many words (3 letters or more) as you can in a grid of 16 letters. You can also try the grid of 16 letters. Letters must be adjacent and longer words score better. See if you can get into the grid Hall of Fame !

English dictionary
Main references

Most English definitions are provided by WordNet .
English thesaurus is mainly derived from The Integral Dictionary (TID).
English Encyclopedia is licensed by Wikipedia (GNU).

Translation

Change the target language to find translations.
Tips: browse the semantic fields (see From ideas to words) in two languages to learn more.

last searches on the dictionary :

computed in 0.047s


 » 

analogical dictionary

βάζω, φορώenfiler, mettre - πρὀσθετοςsupplémentaire - συμπληρωματικόςsupplémentaire - φέροντασ μονύελοà lunettes - αυξάνω, επιταχύνω, προσθέτωintensifier - προαγωγή, προβιβασμόςpromotion - fondation, installation - remplir - μόλυνση, ρύπανσηcontamination, dégradation de l'environnement, pollution - envoi, expédition, lot - είσοδος, εισαγωγή, καταχώριση, προσθήκηinsertion, intercalation, introduction, intromission - intubation - ετοιμασία αποσκευών, συσκευασίαempaquetage - injection intramusculaire, voie intramusculaire d'injection - μετάγγιση, μετάγγιση αίματοςtransfusion, transfusion sanguine - αφήνω πίσω, ξεχνώ να πάρωabandonner, laisser, quitter - διεύρυνση, εξάπλωσηdiffusion, étalement - διάδοση, διασπορά, εξάπλωσηdispersion, éparpillement - κατάθεσηcaution, cautionnement, dépôt - αποθήκευσηemmagasinage, emmagasinement, entreposage - συμπερίληψη, συνυπολογισμόςinclusion - ένταξη, ενσωμάτωσηincorporation - chimiothérapie - ακτινοθεραπείαactinothérapie, irradiation, radiothérapie - couche de couverture, enduisage - χρίσηonction - απολύμανση διά καπνούfumigation - λίπανσηlubrification - exposition, prise de vue - νομισματική, νομισματολογίαnumismatique - suspension - κάλυμμα, κάλυψηdissimulation - τοποθέτησηlocalisation, mise en position, orientation, placement - εφοδιασμός, παροχήapprovisionnement, fait d'asssurer, fourniture - επιμελητείαlogistique - emballage - επιπλωμένοςmeublé - κινητοποίηση, στρατιωτικοποίησηmilitarisation, mobilisation - armement - επανεξοπλισμόςréarmement - quarantaine - isolement, verrouillage - λαχανιάζωhaleter - συγκέντρωσηconcentration - τροποποίησηamendement - βουλώνωboucher - αιωρούμαι, κρεμώaccrocher, pendre, suspendre - τοποθετώemballer - πακετάρω, συσκευάζω, συσκευάζω σε κουτιά ή κιβώτιαemballer, empaqueter, mettre en boîte - φορτώνωcharger, lester - τακτοποιώ, φυλάγωranger - ακουμπώ, αφήνω, θέτω, ποζάρω, τοποθετώ, υποβάλλωmettre en place, placer, poser, soumettre - αντιπαραβάλλω, αντιπαραθέτωjuxtaposer - δεν μπορώ να βρω, παραπετώ, χάνωégarer, perdre - σφηνώνω, φυτεύω, χώνωencastrer, enfoncer, implanter, incruster - τοποθετώ σε χώμα, φυτεύωplanter - βάζω, εγκαθιστώ, κατασκευάζω, στήνω, τοποθετώinstaller, mettre en place - αποθέτω, κανονίζω, ορίζωdécider, fixer - fixer - φοπτώνω με στολίδιαdécorer, embellir, ornementer, orner - εκθέτω στο φωςexposer - encenser - αποθηκεύω, μαζεύωentreposer, faire des provisions, ranger, s'approvisionner, stocker - δημιουργώ, πηγαίνω και παίρνω, συγκεντρώνομαι, συγκεντρώνω, συγκεντρώνω σε μεγάλη ποσότητα, συλλέγω, συναθροίζω, συσσωρεύωaccumuler, aller chercher, amasser, emmagasiner, laisser accumuler, rassembler, réunir - δίνω, παρέχωappliquer - αποταμιεύω, καταθέτωdéposer - εξασφαλίζω, εφοδιάζω, παρέχω, προμηθεύω, συντηρώapporter, approvisionner, fournir, procurer - προμηθεύω, τροφοδοτώapprovisionner, ravitailler - εξοπλίζω, εφοδιάζω, εφοδιάζω με τα απαραίτηταéquiper - `ντύνω`, ντύνω με ταπετσαρία, ταπετσάρωinstaller, rembourrer - εφοδιάζω στρατιωτικές δυνάμειςaccouter, accoutrer, équiper, garnir - βελτιωτής, προσθήκηadditif, annexe, composant additionnel, supplément - configurationnel - κόμμωση, χτένισμαcoiffure, coupe, coupe de cheveux - ενταφιασμόσ, κηδείαensevelissement, enterrement, funérailles, inhumation, mise au tombeau, obsèques - alluvionnement - ανθράκωσηboisson gazeuse, boissons gazeuses - dépôt - εισροήaffluence, afflux - fixation biologique de l'azote - absorption - εμβολήembolie, embolisme, intercalation, mois intercalaire[Domaine]

-