sensagent's content

  • definitions
  • synonyms
  • antonyms
  • encyclopedia

   Advertising ▼

sensagent's office

Shortkey or widget. Free.

Windows Shortkey: sensagent. Free.

Vista Widget : sensagent. Free.

Webmaster Solution

Alexandria

A windows (pop-into) of information (full-content of Sensagent) triggered by double-clicking any word on your webpage. Give contextual explanation and translation from your sites !

Try here  or   get the code

SensagentBox

With a SensagentBox, visitors to your site can access reliable information on over 5 million pages provided by Sensagent.com. Choose the design that fits your site.

Business solution

Improve your site content

Add new content to your site from Sensagent by XML.

Crawl products or adds

Get XML access to reach the best products.

Index images and define metadata

Get XML access to fix the meaning of your metadata.


Please, email us to describe your idea.

WordGame

The English word games are:
○   Anagrams
○   Wildcard, crossword
○   Lettris
○   Boggle.

boggle

Boggle gives you 3 minutes to find as many words (3 letters or more) as you can in a grid of 16 letters. You can also try the grid of 16 letters. Letters must be adjacent and longer words score better. See if you can get into the grid Hall of Fame !

English dictionary
Main references

Most English definitions are provided by WordNet .
English thesaurus is mainly derived from The Integral Dictionary (TID).
English Encyclopedia is licensed by Wikipedia (GNU).

Copyrights

The wordgames anagrams, crossword, Lettris and Boggle are provided by Memodata.
The web service Alexandria is granted from Memodata for the Ebay search.
The SensagentBox are offered by sensAgent.

Translation

Change the target language to find translations.
Tips: browse the semantic fields (see From ideas to words) in two languages to learn more.

last searches on the dictionary :

computed in 0.109s

   Advertising ▼


 » 

analogical dictionary

obléci se, obléci si, obout, obout siβάζω, φορώ - bavlněné tričko, mikina - tričko, trikoκοντομάνικη μπλούζα, κοντομάνικη φανέλα, μακό μπλουζάκι - γραβάτα, λαιμοδέτης - diadém, tiáraτιάρα - marnotratnostπολυτέλεια, πολυτελής βίος, σπατάλη, υπερβολή, χλιδή - nemoderní, staromódní, starožitný, starý, vyšlý z módy, zastaralýαντίκα, απαρχαιωμένος, εκτός μόδας, ξεπερασμένος, παλιομοδίτικος, παμπάλαιος - neelegantní, staromódníάκομψος, κακοντυμένος - oděvní doplněkαξεσουάρ, εξάρτημα, επιπρόσθετο, συμπλήρωμα - alba - κοντέσ κάλτσεσ - anti-G suit, G suit (en) - antimacassar (en) - apron (en) - galošeγαλόσα, γαλότσα - armhole (en) - είδοσ λαιμόδετου - suspenzorσπασουάρ - kuklaμπαλακλάβα - skotská čapka - ζώνη φυσιγγίων - koupací plášť, županμπουρνούζι - čáka, husarská beraniceαρκουδοτόμαρο - baret, rádiovkaμπερές - dvourohý klobouk - bikiny, dvojdílné plavky, dvoudílné plavkyμπικίνι - blejzr, kabátek, sportovní bunda, sportovní sakoσπορ σακάκι - blůza, dámská košile, halenkaγυναικεία μπλούζα, γυναικείο πουκάμισο, μπλούζα - klobouk panama, slamák, slaměný kloboukψάθινο καπέλο, ψαθάκι - šněrovačka, živůtekτο επάνω μέρος γυναικείου ή παιδικού ενδύματος - bola, bola tie, bolo, bolo tie (en) - μπότα - bouřka, buřinka, tvrďákΝτέρμπι, είδος σκληρού καπέλου με γύρο, μπόουλερ - motýlekπαπιγιό - šleτιράντες - podprsenkaσουτιέν, στηθόδεσμος - bederní rouška, bederní zástěrka - kalhotky, kraťasy, pumpkyβερμούδα, κάτω από παντελόνι που δένει το γόνατο, κιλότα, κοντό παντελόνι σκι ή πεζοπορίας - svatební šatyνυφικό - breeches, britches (en) - Burberry (en) - μανδύασ αραβόσ - cabana (en) - aventail, camail, ventail (en) - čepiceπηλήκιο, σκούφος - karabinaμεταλλικό δαχτυλίδι - κάρντιγκαν, πλεκτή ζακέτα - klerika, sutanaράσο - kasule, mešní rouchoκοντό άμφιο ιερέα, φαιλόνιο - dřevákξυλοπάπουτσο, σαμπό, τσόκαρο - nošení, oblečení, oblek, oblékání, odění, oděv, šaty, textil, ústroj, vybavení, výstrojένδυμα, ντύσιμο, ρουχισμός, ρούχα, σύνολο ρούχων για συγκεκριμένη περίσταση, χρήση - ramínkoκρεμάστρα - kokardaκορδέλα καπέλου δεμένη σε κόμπο - τρίκοχο, τρικαντό - codpiece (en) - kravata, nákrčník, vázankaφουλάρι - korunaδιάδημα, κορώνα, στέμμα - kalhotová sukněζιπ κιλότ, φούστα παντελόνι - dhoti (en) - smoking, smokinkβραδινό ένδυμα, σμόκιν - párζακέτα ανδρόσ, ζεύγοσ - cylindrημίψηλο, ψηλό καπέλο - frak, společenský oblekφράκο - φύλλο χάρτου - peřina, prošívaná pokrývkaπάπλωμα - nárameníkεπωμίδα, επωμίσ - boa, kožešina - kovbojský kloboukπλατύγυρο καπέλλο - fezφέσι - obutí, obuvείδη υπόδησης, παπούτσι, υπόδημα - obuvείδη υπόδησης - večerní oblek, večerní šaty, večerní toaleta, večerní úborβραδινό ένδυμα, επίσημο ένδυμα - parádička, volánπεριττό διακοσμητικό στοιχείο, φρου φρου - ρεδιγκότα - podvazkový pásζαρτιέρα - glove (en) - příčesek - okovy, pouta, želízkoαλυσίδες, δεσμά, χειροπέδη - čelenka, páska do vlasůκεφαλόδεσμος, κορδέλα - headscarf (en) - kramflek, podpatek, skrojekτακούνι - holínka, kanada, vojenská bota - hip boot, thigh boot (en) - kolečko, kolo, kroužek, obruč, prsten, prstenecκρίκος, στεφάνι, τσέρκι - jabot (en) - jellaba (en) - képiπηλήκιο - kapesník, šátekμανδήλιο, μαντίλα, τσεμπέρι - kilt, skotská sukně - kimonoκιμονό - γκέτα, περικνήμη - levisky - dámské prádlo, luxusní dámské prádloγυναικεία εσώρουχα, εσώρουχα πολυτελείας - mac, macintosh, mack, mackintosh (en) - form, manakin, manikin, mannequin, mannikin (en) - μανδύασ - vojenská uniforma - palčák, palčáky, rukavice s polovičními prsty - mokasínμοκασίνι - županνεγκλιζέ, πρόχειρο φόρεμα γυναίκασ - noční košileνυχτικό - αδιάβροχο - orphrey (en) - kombinéza, montérky, overal, pracovní plášťποδιά, φόρμα εργασίας - přezuvka, přezůvkaγαλότσα - oxfordΟξφόρδη, είδοσ χαμηλού υποδήματοσ - dámské kalhotky - punčocháčeκαλσόν, καλτσόν - bunda, větrovka, zimní bundaάνορακ - πατατούκα - spodničkaμεσοφόρι, μισοφόρι - tropická helmaκάσκα ηλίου - teniska - είδοσ πολωνικού χορού - tričko s límcem - pončoκάπα - pulovr, svetrπουλόβερ - gumák, nepromokavý plášť, plášť do deštěαδιάβροχο - ráfekζάντα τροχού - dětská kombinézaπλατύ φόρεμα παιδιού - gumičkaλαστιχάκι - opánek, sandálσάνδαλο, σανδάλι - sárí - sarong - penízekκόσμημα φορέματοσ, πούλια, σεκίνι, φλώρι - šál, šátekσάλι - shin guard, shinpad, shin pad (en) - střevíc - šněrovadlo, tkaničkaκορδόνι παπουτσιού, κορδόνι παπουτσιών - plavky, šortky, trenýrkyανδρικό μαγιό, σορτσάκι - silks (en) - pánský nátělník, tílkoφανέλα - πλατύ παντελόνι ανάπαυσησ, πλατύ παντελόνι εργασίασ - spacák, spací pytelσλίπινγκ-μπαγκ, υπνόσακος - rukávμανίκι - zdrhovadlo, zipφερμουάρ - sombreroσομπρέρο - šála, štólaεσάρπα, σάλι, σάρπα - komže, rochetaλευκό άμφιο, λευκό ράσο - frak - dámské plavky, plavkyγυναικείο μαγιό, μαγιό - ταμπάρο, χλαμύσ - tabi, tabis (en) - skotský baret - tank top (en) - obutí, plášť, pneumatikaγύροσ τροχού, ελαστικό οχήματος, λάστιχο αυτοκίνητου, λάστιχο τροχού, ρόδα, τυρόσ - tógaτήβεννος - hadryρούχα, υπάρχοντα - jazyk - trench coat (en) - třírohý kloboukτρίκοχο - lem, lemování, ozdobaγαρνίρισμα, διακόσμηση - kalhotový, kalhotyπανταλόνι, παντελόνι, φαρδύ σπορ παντελόνι - ulster (en) - spodní prádloεσώρουχο - slipy, spodkyσώβρακο - spodní prádloεσώρουχα - vestaγελέκο, γιλέκο - ornát, rouchoάμφια - βραχιόλι, λουράκι χεριού - páskovské šaty, potápkovské šaty - κόσμοσ τησ ματαιότητασ - cult of personality (en) - haute couture, high fashion, high style (en) - bláznivý nápad, libůstka, móda, módní výstřelek, výstřelekμόδα, παροδική συνήθεια - lemβάρδουλο, λωρίδα που δένεται στην άκρη αντικειμένου για υποστήριξη ή στολισμό - barvičβαφέασ - manekýn, modelμοντέλο - voňavkářαρωματοποιόσ, αρωματοπώλησ, μυρεψόσ[Domaine]

-

 


   Advertising ▼