sensagent's content

  • definitions
  • synonyms
  • antonyms
  • encyclopedia

   Advertising ▼

sensagent's office

Shortkey or widget. Free.

Windows Shortkey: sensagent. Free.

Vista Widget : sensagent. Free.

Webmaster Solution

Alexandria

A windows (pop-into) of information (full-content of Sensagent) triggered by double-clicking any word on your webpage. Give contextual explanation and translation from your sites !

Try here  or   get the code

SensagentBox

With a SensagentBox, visitors to your site can access reliable information on over 5 million pages provided by Sensagent.com. Choose the design that fits your site.

Business solution

Improve your site content

Add new content to your site from Sensagent by XML.

Crawl products or adds

Get XML access to reach the best products.

Index images and define metadata

Get XML access to fix the meaning of your metadata.


Please, email us to describe your idea.

WordGame

The English word games are:
○   Anagrams
○   Wildcard, crossword
○   Lettris
○   Boggle.

Lettris

Lettris is a curious tetris-clone game where all the bricks have the same square shape but different content. Each square carries a letter. To make squares disappear and save space for other squares you have to assemble English words (left, right, up, down) from the falling squares.

boggle

Boggle gives you 3 minutes to find as many words (3 letters or more) as you can in a grid of 16 letters. You can also try the grid of 16 letters. Letters must be adjacent and longer words score better. See if you can get into the grid Hall of Fame !

English dictionary
Main references

Most English definitions are provided by WordNet .
English thesaurus is mainly derived from The Integral Dictionary (TID).
English Encyclopedia is licensed by Wikipedia (GNU).

Copyrights

The wordgames anagrams, crossword, Lettris and Boggle are provided by Memodata.
The web service Alexandria is granted from Memodata for the Ebay search.
The SensagentBox are offered by sensAgent.

Translation

Change the target language to find translations.
Tips: browse the semantic fields (see From ideas to words) in two languages to learn more.

last searches on the dictionary :

computed in 0.109s


 » 

analogical dictionary

Jpan, たちふるまう, 立ち振る舞う, 行為δράση, πράξη - 行動δράση, ενέργεια, πράξη - こうどうほうしん, しんたい, 方向, 行動方針, 進路, 進退δρόμος, κατεύθυνση, πέρασμα, ροή, τρόπος, τρόπος ενέργειας - performance (en) - τετελεσμένο γεγονόσ - 実現, 認識καρποφορία, πραγματοποίηση, συνειδητοποίηση - 遂行ολοκλήρωση - かくとく, きょうじゅ, 享受, 獲得επίτευξη, πραγματοποίηση - ことさら, わざと, 態と, 故意に, 殊更επίτηδες, εσκεμμένωσ - 出来απόδοση, επίδοση, πράξη - 強化するπαγιώνω - 措置βήμα, ενέργεια, μέτρο - αξιοποιώ, εκμεταλλεύομαι - 動きを起こさせるενεργοποιώ, θέτω σε λειτουργία - 直すδιορθώνω, επανορθώνω - καταχρώμαι - 改める, 正す, 治す, 訂正するβελτιώνω, διορθώνω, διορθώνω κπ., επανορθώνω, επισκευάζω, θεραπεύω, κάνω κπ. καλά - はくちょうのうた, 最後の作品, 白鳥の歌κύκνειο άσμα - 制限する, 限る, 限定するοριοθετώ, περιορίζω - 区画するοριοθετώ, περιορίζω, σημειώνω - うけとめる, しめだす, 受け止める, 締め出す, 閉め出す - ならす, 慣らすέχω, προσαρμόζομαι, συνηθίζω σε κτ. - κάνω - serialise, serialize (en) - ενδύομαι κομψώσ, ενδύω κομψώσ, στολίζομαι, στολίζω - κουρδίζω, χορδίζω - koshitsu-suru, こつこつやる, し続ける, ねばる, やり通す, 固執する, 尾を引く, 残存する, 粘る, 言い張る, 貫くαφοσιώνομαι, εμμένω, επιμένω, μπορώ - しまう, 仕舞う, 終える, 終わらせる, 終わる , 終了する : τελειώνω, καταλήγω, τελειώνω, τερματίζομαι, τερματίζω - うちぬく, 打ち抜く, 打ち貫く, 鎮圧するκαταπνίγω, συνθλίβω - καθιστώ προσωπικόν, προσωποποιώ - 営み, 活動απασχόληση, ασχολία, δραστηριότητα, ενασχόληση - こみいらせる - 作戦επιχείρηση - 用意するετοιμάζομαι - いきかた, いきざま, せいかつほう, 生き方, 生き様, 生活法, 通路διαδρομή, πορεία, τροχιά, τρόπος ζωής - わかれでる, 分かれ出るδιευρύνω, επεκτείνω - 満たすγεμίζω, γεμίζω μέχρι επάνω - 結末をつけるοριστικοποιώ - 調和させる - 調和する - やっつける, やっ付ける, やり終える, 遣っつける, 遣っ付けるδιεκπεραιώνω, ολοκληρώνω - 処理するεπεξεργάζομαι - καθαρίζω - 不滅にするαπαθανατίζω - 仕事, 仕事ぶり, 仕事場, 努力, 勤務先, 職απασχόληση, δουλειά, εργασία, προϊόν εργασίας, πόστο - 実施εργασίες, εφαρμογή, ισχύς, λειτουργία - service (en) - しんく, しんろう, ろう, ろうえき, ろうく, ろうさく, ろうどう, ろうりょく, 労, 労作, 労働, 労力, 労動, 労役, 労苦, 辛労, 辛苦δουλειά, εργασία, κάματος - きんろう, どりょく, りっこう, りょっこう, 力行, 努力, 勤労, 行使άσκηση, επώδυνη προσπάθεια, κόπος, μόχθος, χρήση - てさぎょう, てしごと, ろうどう, 労働, 労動, 手仕事, 手作業 - 見落すαμελώ, παραβλέπω, παραλείπω, παραμελώ - ぬかす, 省く, 除外するαποκλείω, εξαιρώ, παρακάμπτω, παραλείπω - ねかせる, 寝かせるδίνω οδηγίες, καθορίζω - すみこむ, 住み込む, 飲み込む - zatsumu, zatsuyō, ざつえき, 雑務, 雑役, 雑用αγγαρεία - λειτούργημα - 場所τόπος - 望む, 欲しい , ~したいβούλομαι, επιθυμώ, θέλω, ποθώ - υποχρέωση - おつかい, お使い, しめい, つかい, ようむき, 任務, 使い, 使い走り, 使命, 用向き, 遣いαποστολή, θέλημα - ひっかけるπαγιδεύω και βγάζω κπ. από το παιχνίδι - ごらん, ご覧, トライ, 企て, 努力, 御覧, 試みαπόπειρα, απόπειρα L, δοκιμή, κόπος, προσπάθεια - give (en) - 労働者έργο, εργάτες, εργατικό δυναμικό - けずる, しめだす, ふさぐ, 削る, 削除する, 塞ぐ, 壅ぐ, 消す, 締め出す, 閉め出すδιαγράφω, σβήνω - 避けるαποφεύγω - απαρνιέμαι, αποκηρύσσω, αποκηρύττω, αρνούμαι - ささげるαφιερώνω, αφοσιώνομαι, δίνω - 大目に見る, 許すπαραβλέπω, συγχωρώ - ぐんじにんむ, 軍事任務 - 継続εξακολούθηση - くりかえし, くり返し, 繰り返しεπανάληψη - かてい, てじゅん, 手順, 流儀, 過程διαδικασία - cross dressing, transvestism, transvestitism (en) - しきんせんじょう, マネーロンダリング, 資金洗浄 - ομάδα δράσης - give, pay (en) - 捨てられるαναγνωρίζω ήττα, αποτυγχάνω - διαχείριση - 乗り越える, 克服 , 征服する , 打ち勝つ, ~を制するκυριαρχώ, κυριεύω, ξεπερνώ, υπερνικώ, υπερπηδώ - 準備, 用意ετοιμασία, προετοιμασία, προπαρασκευή - 束縛 - たすける, まもる , 保護する, 助ける, 守るδιασφαλίζω, προστατεύω - ふるまい, 行いαγωγή, ανατροφή, πράξεις - 満たすικανοποιώ, φουσκώνω - 控えるαπέχω, αποφεύγω, δε συμμετέχω, εγκρατεύομαι - 故意のεκούσιος, εκ προθέσεως, εσκεμμένος, σκόπιμος - あつめる, まとめる, 採取する, 纏める, 集めるμαζεύω - 入, 入る εμφυτεύω, ενθέτω, μπήγω, μπαίνω - めく - έχω, εξουσιάζω, κατακρατώ - introduce (en) - 作るκάνω - 発達するαναπτύσσομαι, αναπτύσσω - 開拓するεισάγω, πρωτοεφαρμόζω, πρωτοπορώ, πρωτοχρησιμοποιώ - 引き起こすκάνω, προκαλώ, προξενώ - 設ける, 設立するαρχίζω, ιδρύω - επεξεργάζομαι, κατεργάζομαι - 上演される, 演じるπαίζω - 演奏するπαίζομαι, παίζω μουσικό όργανο - 出す, 演じるπαίζω - 上演される, 演じるπαίζω - καλλιεργώ - 分割する, 別れるχωρίζω - subject (en) - βάζω, καθορίζω, ορίζω - 働くβάζω κπ. να δουλεύει, δουλεύω, εργάζομαι - かき立てる, 火をたくτροφοδοτώ, τροφοδοτώ με καύσιμα - やってみる, 悩ます, 試してみる, ~しようとするαποπειρώμαι, δοκιμάζω, επιδιώκω, επιζητώ, επιχειρώ, θέτω σε δοκιμασία, προσπαθώ - つとめる, はげむ, 努める, 努力する, 励む, 務める, 勤めるπασχίζω, προσπαθώ - くりさがる, くりさげる, くりのべる, のばす, ほうじる, またの機会によろしく, みあわせる, 伸ばす, 報じる, 延ばす, 延期する, 繰り下がる, 繰り下げる, 繰り延べる, 繰延べる, 見合わせるαναβάλλω - まねするακολουθώ, μιμούμαι, υιοθετώ - がんばる, やってゆく, 継続する, 続けて~する, 続ける, 進むπροοδεύω, προχωρώ, συνεχίζομαι, συνεχίζω, συνεχίζω να κάνω κτ., συνεχίζω παρά τις δυσκολίες - おしとおす, とおす, もちつづける, 徹す, 押し通す, 持ち続ける, 透す, 通す - behavioral, behavioural (en) - 運転可能なσε καλή λειτουργική κατάσταση - 仕事έργο - 意欲επιθυμία, θέληση - たび, 度φορά - さいこうりん, さいらい, さいりん, 再来, 再臨, 再降臨[Domaine]

-

 


   Advertising ▼