sensagent's content

  • definitions
  • synonyms
  • antonyms
  • encyclopedia

   Advertising ▼

sensagent's office

Shortkey or widget. Free.

Windows Shortkey: sensagent. Free.

Vista Widget : sensagent. Free.

Webmaster Solution

Alexandria

A windows (pop-into) of information (full-content of Sensagent) triggered by double-clicking any word on your webpage. Give contextual explanation and translation from your sites !

Try here  or   get the code

SensagentBox

With a SensagentBox, visitors to your site can access reliable information on over 5 million pages provided by Sensagent.com. Choose the design that fits your site.

Business solution

Improve your site content

Add new content to your site from Sensagent by XML.

Crawl products or adds

Get XML access to reach the best products.

Index images and define metadata

Get XML access to fix the meaning of your metadata.


Please, email us to describe your idea.

WordGame

The English word games are:
○   Anagrams
○   Wildcard, crossword
○   Lettris
○   Boggle.

Lettris

Lettris is a curious tetris-clone game where all the bricks have the same square shape but different content. Each square carries a letter. To make squares disappear and save space for other squares you have to assemble English words (left, right, up, down) from the falling squares.

boggle

Boggle gives you 3 minutes to find as many words (3 letters or more) as you can in a grid of 16 letters. You can also try the grid of 16 letters. Letters must be adjacent and longer words score better. See if you can get into the grid Hall of Fame !

English dictionary
Main references

Most English definitions are provided by WordNet .
English thesaurus is mainly derived from The Integral Dictionary (TID).
English Encyclopedia is licensed by Wikipedia (GNU).

Copyrights

The wordgames anagrams, crossword, Lettris and Boggle are provided by Memodata.
The web service Alexandria is granted from Memodata for the Ebay search.
The SensagentBox are offered by sensAgent.

Translation

Change the target language to find translations.
Tips: browse the semantic fields (see From ideas to words) in two languages to learn more.

last searches on the dictionary :

computed in 0.156s

   Advertising ▼


 » 

analogical dictionary

děsivěανησυχητικά - hltavý, nenasytný, žravýλαίμαργοσ - dělat siκάνω - acquisitive (en) - chamtivý, chtivý, hrabivý, lačný, lakomý, nenasytný, prahnoucíάπληστος, ζηλόφθονος, λαίμαργος, πλεονέκτης, φιλάργυρος, φιλοκερδής - pasivní, trpnýπαθητικός - bezstarostně, jásavěθριαμβευτικά, πανηγυρικά - zblízka - naschvál, schválně, úmyslně, záměrněεπίτηδες, εσκεμμένωσ - maně, nechtě, nechtíc, nerad - netečněπαθητικά - zděšenýεμβρόντητος, σοκαρισμένος, φοβισμένος - panikářskýεπιρρεπής στον πανικό, πανικόβλητος, που πανικοβάλλεται εύκολα - neochvějný, neústupnýακλόνητος, θαρραλέος - odpovědněυπεύθυνα - amnézie, ztráta pamětiαμνησία - hrdě, pyšněμε καμάρι, περήφανα - jistě, najisto, opravdu, ovšem, přece, rozhodně, rozhodně, určitě, samozřejmě, s jistotou, spolehlivě, určitěασφαλώς, βεβαίως, και βέβαια!, με βεβαιότητα, με σταθερή απόδοση, πράγματι, ρητά, σίγουρα, σαφώς, χωρίς λάθη - communally, conjointly, jointly, together (en) - vážněειλικρινά - odvážně, statečněγενναία, θαρραλέα, λεβέντικα - přepečlivě, svědomitěευσυνείδητα, ευσυνειδήτωσ, προσεκτικά, σχολαστικά - střízlivěμετρημένα, σοβαρά - drze, odvážněαναιδώς, θαρραλέα, τολμηρά - dovedně, obratně, schopně, vhodněεπιδέξια, επιτήδεια, ικανά, ικανώσ, ταιριαστά - bázlivě, s obavami, úzkostlivě, znepokojeněανήσυχα - intellectually (en) - slavnostněεπίσημα, σοβαρά - hruběάξεστα, τραχιά, χυδαία - děsivě, děsný, strašnýαπαίσιος, τρομακτικός, τρομαχτικός, φρικτός - bázlivý, hrůznýαπαίσιος, τρομακτικός, φοβισμένος - hrozivý, odpuzující, temnýαπειλητικός, αποκρουστικός - děsivý, hrůzostrašný, hrůzyplný, jako ve zlém snuανατριχιαστικός, εφιαλτικός, φρικιαστικός - bázlivý, hrůzný, strašidelnýέντρομοσ, τρομακτικόσ, τρομαχτικόσ, φοβιτσιάρησ - obávaný, statečnýγενναίος, τολμηρός, τρομερός - hrůzný, odporný, odpudivý, špatný, strašidelnýαρρωστημένος, μακάβριος - improperly (en) - nebojácně, neochvějně, neohroženě, odvážně, směleάφοβα, ακλόνητα, ανενδοτώσ, ατρόμητα - inteligentněέξυπνα - galantně, pozorně, slušně, zdvořile, zvdořileευγενικά - hrubě, neslušně, nezdvořileάξεστα, αγενώς, χυδαία - srdečněεγκάρδια - laskavě, přívětivě, s dobrou náladou, vesele, vlídně, žoviálněαξιέραστα, εγκάρδια, ευγενικά, καλοδιάθετα, προσηνώς, φιλικά - zlověstněαπειλητικά, δυσοίωνα - nebojácný, neohrožený, odvážnýατρόμητος, γενναίος - horrifyingly (en) - bázlivý, ustrašenýντροπαλός - srdnatý, udatnýθαρραλέος - otřesně, strašněφρικιαστικά - statečný, udatnýγενναίος - zbabělýδειλός - λιγόψυχος - poor-spirited, pusillanimous, unmanly (en) - arogantněυπεροπτικά - jistěβεβαίωσ - chamtivě, hltavě, nenasytněάπληστα, λαίμαργα - churlishly, surlily (en) - volitionally, willingly (en) - detailní, podrobnýλεπτομερής - letmý, zběžnýβιαστικός, πεταχτός - equably (en) - τρομερά, φοβερά - rád, s ochotou, s radostíμετά χαράς - gluttonously (en) - grudgingly (en) - veselýαγαλλιασμένος, κεφάτος - bezstarostný, veselý, živýεύθυμος, ζωηρός, κεφάτος, φαιδρός, χαρωπός - bezhlavě, lehkomyslně, nedbaleριψοκίνδυνα - hrdinně, hrdinskyηρωικά - apatickyαπαθώς - individualizovatκαθιστώ προσωπικόν, προσωποποιώ - rozumněγνωστικά, συνετά, φρόνιμα - shovívavěεπιεικώς - drippily, mawkishly (en) - jednotvárněμονότονα - φλεγματικώσ - chatrněμικροσκοπικά - smyslněαισθησιακά - solitarily (en) - στωικώσ - statečněγενναία - gluttonously, voraciously (en) - chápat, dovědět se, mít pochopení, rozumět, vyrozumětαντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω , κατανοώ - dojít, pochopit, srovnat si v makoviciαντιλαμβάνομαι - chápat, pochopit, pojmout, říci správně, uvědomovat siαντιλαμβάνομαι, αντιλαμβάνομαι σωστά, εννοώ, καταλαβαίνω, καταλαβαίνω καλά, κατανοώ, συναισθάνομαι, συνειδητοποιώ - vědětλαμβάνω γνώση, ξέρω - znátέχω μάθει, γνωρίζω, ξέρω απ' έξω - dokázat, dovést, umětέχω οικειότητα με κπ., μαθαίνω, ξέρω - poznat, znátβιώνω, ζω - ξέρω - zaměnit, zmotatσυγχέω - číst mezi řádkyαντιλαμβάνομαι τι υπονοεί ένα κείμενο, μαντεύω τι υπονοεί ένα κείμενο - interpretovatερμηνεύω - pochopit, vyložit si, vzítεκλαμβάνω, παίρνω - galantníιπποτικός - příkrý, prudkýάξεστος, απότομος - lišit se, odlišit seγίνομαι, διαμορφώνομαι, καθίσταμαι - anticipovat, předvídatπροβλέπω - prodávatβοηθώ στις πωλήσεις, πουλώ - nadchnout, naklonit si, přesvědčit, ubezpečit, získat, získat siμεταπείθω, παίρνω με το μέρος μου - odradit, odrazovat, rozmluvitαποτρέπω - Πιαζέ, Πιαζέτ - B. F. Skinner, Burrhus Frederic Skinner, Fred Skinner, Skinner (en) - citový - skrytý, vnitřníενδόμυχος, εσωτερικός, μύχιος - charakterizovat, popisovatπεριγράφω, χαρακτηρίζω, χαρακτηρίζω κπ. ως - přetrvávání, stálost, úpornost, výdrž, vytrvalostεμμονή, επιμονή - aggro (en) - činnost, jednání, vystupování, způsobyαγωγή, ανατροφή, πράξεις - chováníσυμπεριφορά - chladný, neosobníκρύος, ψυχρός - intelektuální, rozumovýδιανοητικός - inteligentníέξυπνος, ευφυής, οξύνους - úmyslný, vědomýεκούσιος, εκ προθέσεως, εσκεμμένος, σκόπιμος - nezamýšlenýακούσιοσ - introspective, introverted, self-examining (en) - svést - onanovat - poslušnýυπάκουος - proti, vzpurnýαντίθετος, δύστροπος - umíněný, zatvrzelýεπίμονος, ισχυρογνώμων, ξεροκέφαλος, πεισματάρης - přivolávat, říkat si, říkat si oπάω γυρεύοντας, προκαλώ - vyvolatαποσπώ, εκμαιεύω - dmýchat - assure, reassure (en) - planout, vřítανάβω, αρπάζομαι, γίνομαι μπαρούτι, εξάπτομαι, ερεθίζομαι - děsit, lekat, nahnat, nahnat strach, poděsit, polekat, poplašit, postrašit, vylekat, vystrašitεμπνέω φόβο, ξαφνιάζω κπ., σκιάζω, τρομάζω, τρομάζω κπ., τρομοκρατώ, φοβίζω - děsit, lekat, polekat, vyděsit, zděsitπροκαλώ φρίκη, σοκάρω - rozrušit, unavit, vynervovat, zdeptat, zneklidnitαναστατώνω, αποθαρρύνω, διαταράσσω, ξεσηκώνω, ταράζω - die (en) - odstrašit, polekat, zastrašitαποθαρρύνω, αποκαρδιώνω, εκφοβίζω, πτοώ, τρομοκρατώ - dopálit, popudit, rozzuřitεξαγριώνω, εξοργίζω - rozčarovat, trémovat, uvést do rozpaků, znervóznitαναστατώνω, απορυθμίζω, αποσυντονίζω, διαταράσσω, εξοργίζω, συγχίζω, ταράζω, ταράσσω, φέρνω σε δύσκολη θέση - vyvést z míry, zmástμπερδεύω, προκαλώ σύχγυση, σαστίζω - zahanbitεμπλέκομαι σε οικονομικά προβλήματα, ντροπιάζω, προσβάλλω, φέρνω σε δύσκολη θέση - trpět, vytrpětυποφέρω - přijít, ztratit - zklamat, zraditαπογοητεύω, αποτυγχάνω να βοηθήσω σε κτ. - degradovat, pokořit, ponížit, potupit, zahanbitεξευτελίζω, μειώνω, ταπεινώνω - ponížit, topit-2, utopitεξευτελίζω, ταπεινώνω, υποβιβάζω - snížitελαττώνω, μειώνω - kontrolovat se, ovládat seπεριορίζω, συγκρατώ - povznéstαναπτερώνω, εγκαρδιώνω, εμψυχώνω, ενθαρρύνω - εγκαρδιώνω, εμψυχώνω, ξαναζωντανεύω - podpořit, povzbuditεγκαρδιώνω, εμψυχώνω, ενθαρρύνω, ενισχύω, συμπαραστέκομαι, υποστηρίζω - odrazovat, zrazovatαποθαρρύνω, αποκαρδιώνω - deprimovat, zošklivit, zprotivit - hořet, horovat, planout, plátκαίγομαι - arogantní, domýšlivý, namyšlený, opovážlivýαλαζονικός, επηρμένος - domýšlivý, panský, pohrdavý, povýšený, povznesený, povznešený, pyšný, zpupnýαγέρωχος, αλαζονικός, υπεροπτικός, υπερφίαλος, υπερόπτης - domýšlivý, ješitný, nadutý, nafoukanýεπηρμένος, ματαιόδοξος, ξιπασμένος, που έχουν πάρει τα μυαλά του αέρα - dbající, dbalý, pamětlivý, uvědomělýπροσεκτικός, συνετός - zodpovědnýυπεύθυνος - zcitlivětευαισθητοποιώ - dojmout, povzbudit, stimulovat, vyvolat, vzrušitδιεγείρω, εξάπτω, ξεσηκώνω, συγκινώ - čertovský, rozpustilýδιαβολικόσ, σκανδαλιάρικος - střízlivý, vážnýμετρημένος, σοβαρός - najítβρίσκω - svědčitαντιμάχομαι, αντιστρατεύομαι, καταπολεμώ, στρατεύομαι - ovlivnit, ovlivňovatεπηρεάζω - charakterizovatχαρακτηρίζω - behaviorální - antisemitskýαντισημιτικός - image, persona (en) - hlava, mysl, psychika, vědomíκεφάλι, κεφαλή, μυαλό - nevědomíασυνείδητο - εξυπνάδα, ευφυΐα, νοημοσύνη - hlava, mozek, mozková kapacitaμυαλό, νοημοσύνη, νοητική ικανότητα, ευστροφία, εξυπνάδα, ευφυϊα - lest, lstivost, mazanost, prohnanost, záludnost, zchytralostδόλος, εξαπάτηση, επιδεξιότητα, ευστροφία, πανουργία, πονηριά - opožděnost, zaostalostκαθυστέρηση ανάπτυξης, οπισθοδρομικότητα - schopnost, talentικανότητα, χάρισμα - starost, věc, záležitostέγνοια, ευθύνη, καθήκον, μέλημα - aféra, věc, záležitostπλάσμα, πράγμα, υποθέσεις, υποκείμενο, υπόθεση - ivory tower (en) - anima (en) - pozornost, zainteresovanost, zapleteníανάμειξη, ενδιαφέρον, μπλέξιμο, προσοχή - αναστάτωση, αταξία - rozčarování, zatemnění, zmatekαμηχανία, ματαίωση, σάστισμα - zmatekαπορία, μπέρδεμα, περιπλοκή, σύγχυση - hádanka, tajemství, záhadaαίνιγμα, γρίφος, μυστήριο, μυστικό - dilemaδίλημμα - jistotaβεβαιότητα, πεποίθηση, σιγουριά - důvěra, jistota, sebedůvěraαυτοπεποίθηση, βεβαιότητα - jistotaπεποίθηση - důvěraπίστη - diskuse, nejistota, pochyby, podezřelostαβεβαιότητα, αμφίβολη εντιμότητα, αμφιταλάντευση, δισταγμός - nedůvěra, obava, pochybnost, podezřeníέλλειψη εμπιστοσύνης, δυσπιστία, καχυποψία, υποψία, φόβος - princip, zásadyαρχή, ηθικός κανόνας, κανόνας - psychologieψυχολογία - γνωστική ψυχολογία - εξελικτική ψυχολογία, παιδική ψυχολογία - πειραματική ψυχολογία - ψυχοφυσική - behaviourismusμπιχεβιορισμός, μπιχεβιοριστική ψυχολογία - fyziologická psychologieνευροφυσιολογία, νευροψυχολογία, ψυχοφυσιολογία - ψυχομετρία - configurationism, Gestalt psychology (en) - sociální psychologieκοινωνική ψυχολογία - δυναμική κοινωνικών ομάδων - voice (en) - παραψυχολόγος - psycholog, psycholožka, -žkaψυχολόγος - Carl Gustav Jung, Carl Jung, Jung (en) - inteligenční kvocient - blaho, blaženost, dokonalé štěstí, rozkoš, sedmé nebeεξαιρετική ευτυχία, ευδαιμονία, μακαριότητα, στον έβδομο ουρανό - αβουλία, αβουλησία - anhedonia (en) - hypnotický stav, hypnózaύπνωση - autosugesceαυθυποβολή - hypochondrieυποχονδρία - napětí, tlakυπερένταση - logické chování, racionalita, rozumné chování, rozumnostλογικότητα - melancholie, trudnomyslnostμελαγχολία - iritace, podráždění, podrážděnost - asociace, spojení, vazbaσυνειρμός, σύνδεσμος - klima, nálada[Domaine]

-

 


   Advertising ▼