sensagent's content

  • definitions
  • synonyms
  • antonyms
  • encyclopedia

   Advertising ▼

sensagent's office

Shortkey or widget. Free.

Windows Shortkey: sensagent. Free.

Vista Widget : sensagent. Free.

Webmaster Solution

Alexandria

A windows (pop-into) of information (full-content of Sensagent) triggered by double-clicking any word on your webpage. Give contextual explanation and translation from your sites !

Try here  or   get the code

SensagentBox

With a SensagentBox, visitors to your site can access reliable information on over 5 million pages provided by Sensagent.com. Choose the design that fits your site.

Business solution

Improve your site content

Add new content to your site from Sensagent by XML.

Crawl products or adds

Get XML access to reach the best products.

Index images and define metadata

Get XML access to fix the meaning of your metadata.


Please, email us to describe your idea.

WordGame

The English word games are:
○   Anagrams
○   Wildcard, crossword
○   Lettris
○   Boggle.

boggle

Boggle gives you 3 minutes to find as many words (3 letters or more) as you can in a grid of 16 letters. You can also try the grid of 16 letters. Letters must be adjacent and longer words score better. See if you can get into the grid Hall of Fame !

English dictionary
Main references

Most English definitions are provided by WordNet .
English thesaurus is mainly derived from The Integral Dictionary (TID).
English Encyclopedia is licensed by Wikipedia (GNU).

Copyrights

The wordgames anagrams, crossword, Lettris and Boggle are provided by Memodata.
The web service Alexandria is granted from Memodata for the Ebay search.
The SensagentBox are offered by sensAgent.

Translation

Change the target language to find translations.
Tips: browse the semantic fields (see From ideas to words) in two languages to learn more.

last searches on the dictionary :

computed in 2.215s

   Advertising ▼


 » 

analogical dictionary

ΏρχουςÅrhus - ανακοινωθέν Τύπουpress release - αρμοδιότητα των δικαστηρίωνjurisdiction - ανάδοχοςconcessionaire - κοινωνικοοικονομικές συνθήκεςsocioeconomic conditions - συμβούλιο πολιτιστικής συνεργασίαςCouncil for Cultural Cooperation - CRESTCREST - Ευρωπαϊκός Οργανισμός ΠαραγωγικότηταςEuropean Productivity Agency - Οργανισμός Πυρηνικής ΕνεργείαςNuclear Energy Agency - οπτικοακουστικό τεκμήριοaudiovisual document - ΝτουμπάιDubayy - πρόγραμμα γεωργικής ανάπτυξηςfarm development plan - εκτυπωτήςprinter - αλμυρό νερόsaltwater - υπόγεια ύδαταgroundwater - λύματαwastewater - κοινωνικοπολιτιστικές εγκαταστάσειςsociocultural facilities - Ηνωμένες Πολιτείες ΑμερικήςUnited States of America - κοινοτική αλιείαCommunity fisheries - Διεθνής Οργανισμός ΕνέργειαςInternational Energy Agency - τυρί αίγειοgoats’ milk cheese - τυρί αγελαδινόcows’ milk cheese - ΦούτζεραAl Fujayrah - εξόριστη κυβέρνησηgovernment-in-exile - βιομηχανία οπτικοακουστικών μέσωνaudiovisual industry - νομολογίαcase-law - νομολογία ΕΚEC case-law - ομόσπονδο κράτοςFederation State - ανθυγιεινές κατοικίεςsubstandard housing - Ανατολική ΜαλαισίαEastern Malaysia - συμφωνίες Μπρέτον ΓούντςBretton Woods Agreement - μικροοικονομίαmicroeconomics - διαστική διακίνησηinterurban migration - ενδοαστική διακίνησηintraurban commuting - Οστ φορ Στόρμπαιλτeast of the Great Belt - οργανόγραμμαorganisation chart - δένδροtree - κρέας θηραμάτωνgame meat - ΏρχουςAarhus - απιστίαbreach of trust - συγκολλητικόadhesive - κρατικό εμπόριοState trading - λιανικό εμπόριοretail trade - χονδρικό εμπόριοwholesale trade - εμπόριο όπλωνarms trade - εμπορικές συναλλαγές Ανατολής-ΔύσηςEast-West trade - εξωτερικό εμπόριοforeign trade - εσωτερικό εμπόριοdomestic trade - διεθνές εμπόριοinternational trade - προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωσηaccession to the European Union - εμπορίαmarketing - επιτροπή ad hocad hoc committee - εξεταστική επιτροπήcommittee of inquiry - Επιτροπή Δικαιωμάτων του ΑνθρώπουCommission on Human Rights - επιτροπή του ΟΗΕUN Commission - κοινοβουλευτική επιτροπήparliamentary committee - επιτροπή του Ευρωπαϊκού ΚοινοβουλίουEP Committee - ποιοτική ανάλυσηqualitative analysis - ανάθεση σύμβασης με δημοπρασίαaward of contract - μόνιμη επιτροπήstanding committee - ειδική επιτροπήspecialised committee - τεχνική επιτροπή του ΟΗΕUN Technical Commission - παραγγελιοδόχοςcommission agent - ΚοινοπολιτείαCommonwealth - Ευρωπαϊκές ΚοινότητεςEuropean Communities - δήμοι και κοινότητεςmunicipality - πρόσθετο-βελτιωτικόadjuvant - μαζική επικοινωνίαmass communications - δορυφορική επικοινωνίαsatellite communications - ανακοινωθέν Τύπουpress communiqué - κομμουνισμόςcommunism - ΚομόρεςComoros - ασφαλιστική εταιρίαinsurance company - διοικητική αρμοδιότηταadministrative powers - κοινοτική αρμοδιότηταCommunity competence - αρμοδιότητα καθ' ύληνjurisdiction ratione materiae - κεντρική διοίκησηcentral government - αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίαςexecutive competence - αρμοδιότητα των κρατών μελώνcompetence of the Member States - αρμοδιότητες του Κοινοβουλίουpowers of parliament - αρμοδιότητα των δικαστηρίωνjurisdiction of the courts - μικτή αρμοδιότηταjoint competence - αρμοδιότητα κατά τόπονterritorial jurisdiction - ανταγωνιστικότηταcompetitiveness, fight - συμπληρωματικότητα των συναλλαγώνcomplementarity of trade - συμπεριφορά του καταναλωτήconsumer behaviour - διοίκηση εκπαιδευτικών ιδρυμάτωνeducational administration - πολιτική συμπεριφοράpolitical behaviour - ηλεκτρονικό εξάρτημαelectronic component - ανόργανη ένωσηmineral compound - σύνθεση του πληθυσμούcomposition of the population - σύνθεση του Κοινοβουλίουcomposition of parliament - λογιστικήaccounting - γενική λογιστικήfinancial accounting - εθνικοί λογαριασμοίnational accounts - οικονομική εφορίαtax authorities - δημόσιο λογιστικόpublic accounting - περιφερειακοί λογαριασμοίregional accounting - λογιστήςaccountant - λογαριασμόςaccount - ενοποιημένος λογαριασμόςconsolidated account - λογαριασμός εκμετάλλευσηςtrading account - πρατήριο πώλησηςtied sales outlet - επαρχία, κομητείαcounty, shire - συγκέντρωση του πληθυσμούconcentration of the population - συγκέντρωση των εξουσιώνconcentration of powers - τοπική αυτοδιοίκησηlocal government - οικονομική συγκέντρωσηeconomic concentration - βιομηχανική συγκέντρωσηindustrial concentration - σχεδίαση προϊόντοςproduct design - Macedonia - ανάδοχοςconcessionnaire - οικονομική συνδρομήmedium-term financial assistance - αειφόρος ανάπτυξηsustainable development - άγαμη συμβίωσηcohabitation - ανταγωνισμόςcompetition - διεθνής ανταγωνισμόςinternational competition - δημόσια διοίκησηpublic administration - συμπύκνωσηsummarising - καρύκευμαcondiment - όροι παροχής βοήθειαςterms for aid - θέση της γυναίκαςposition of women - συνθήκες εργασίαςworking conditions - συνθήκες διαβίωσηςliving conditions - οικονομικές συνθήκεςeconomic conditions - κοινωνική κατάστασηsocial situation - κοινωνικοοικονομικές συνθήκεςsocio-economic conditions - τυποποίηση προϊόντων προς διάθεσηpreparation for market - συμμετοχή στις εξετάσειςadmission to examinations - ατμοσφαιρικές συνθήκεςatmospheric conditions - CMTWCL - Διάσκεψη του ΟΗΕUN Conference - εμπιστευτικότηταconfidentiality - σοκολατοποιίαconfectionery - σύγκρουση δικαιοδοσίαςconflict of jurisdiction - σύγκρουση αρμοδιοτήτωνconflict of powers - κατάχρηση δικαιώματοςmisuse of a right - καύση των αποβλήτωνwaste incineration - προσωρινή ατέλειαtemporary admission - εργασιακή σύγκρουσηlabour dispute - διεθνής διένεξηinternational conflict - φυλετική σύγκρουσηracial conflict - κοινωνική σύγκρουσηsocial conflict - αναρρωτική άδειαsick leave - άδεια μητρότηταςmaternity leave - άδεια επαγγελματικής κατάρτισηςtraining leave - γονική άδειαparental leave - άδεια μετ' αποδοχώνpaid leave - άδεια άνευ αποδοχώνunpaid leave - άδεια για κοινωνικούς λόγουςleave on social grounds - κατάψυξηfreezing - συγκρότημα επιχειρήσεωνconglomerate - ΚογκόCongo - οικονομική συγκυρίαshort-term economic prospects - ΚόνναχτConnacht - Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής ΈνωσηςCouncil of the European Union - διοικητικό συμβούλιοboard of directors - συμβούλιο σύνδεσης ΕΚEC Association Council - υιοθεσίαadoption of a child - Συμβούλιο Πολιτιστικής ΣυνεργασίαςCCC - CCDCCD - ASPACAspac - Συμβούλιο της ΕυρώπηςCouncil of Europe - χώρες του Συμβουλίου της ΕυρώπηςCouncil of Europe countries - Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕUN Security Council - Συμβούλιο Κηδεμονιών του ΟΗΕUN Trusteeship Council - Συμβούλιο Δήμων, Κοινοτήτων και Περιφερειών της ΕυρώπηςCouncil of European Municipalities and Regions - υπουργικό συμβούλιοCouncil of Ministers - θέσπιση νόμουadoption of a law by vote - Ευρωπαϊκό ΣυμβούλιοEuropean Council - Συμβούλιο Σκανδιναβικών ΧωρώνNordic Council - χώρες μέλη του Συμβουλίου Σκανδιναβικών ΧωρώνNordic Council countries - σύμβουλος γεωργικών εφαρμογώνagricultural adviser - συντήρηση τροφίμωνfood preserving - διατήρηση των αλιευτικών πόρωνconservation of fish stocks - διατήρηση των φυσικών πόρωνconservation of resources - συντηρητισμόςconservatism - κονσερβοποιίαcannery - παγιοποίηση του χρέουςrescheduling of public debt - καταναλωτήςconsumer - κατανάλωσηconsumption - κατανάλωση τροφίμωνfood consumption - κατανάλωση νερούwater consumption - κατανάλωση ενέργειαςenergy consumption - κατανάλωση των νοικοκυριώνhousehold consumption - έγκριση του προϋπολογισμούadoption of the budget - τελική κατανάλωσηfinal consumption - εγχώρια κατανάλωσηdomestic consumption - κατά κεφαλή κατανάλωσηper capita consumption - Σύνταγμαconstitution - ίδρυση κόμματοςformation of a party - σύσταση εταιρίαςincorporation - έλεγχος συνταγματικότηταςcontrol of constitutionality - αγροτικό κτίριοagricultural building - έργα οδοποιίαςroad building - μεταλλική κατασκευήmetal structure - ναυπηγικές κατασκευέςshipbuilding - ενημερωτική διαβούλευσηconsultation of information - διαβούλευση με τους εργαζομένουςworker consultation - εμπορευματοκιβώτιοcontainer - ενστάσεις κατά των εκλογώνobjections to an election result - ενήλικοςadult - δασμολογική ποσόστωσηtariff quota - αντισύλληψηcontraception - πενθήμερο εργασίαςshorter working week - σύμβασηcontract - ασφαλιστήριο συμβόλαιοinsurance contract - σύμβαση εργασίαςwork contract - απομίμησηindustrial counterfeiting - EADIEADI - αντικολλητό ξύλοplywood - φορολογούμενοςtaxpayer - διοικητικός έλεγχοςadministrative control - έλεγχος εναέριου χώρουair traffic control - έλεγχος του προϋπολογισμούbudgetary control - διαχειριστικός έλεγχοςmanagement audit - έλεγχος της επικοινωνίαςcontrol of communications - ΕΖΕΣEFTA - έλεγχος της ρύπανσηςpollution control - έλεγχος ρευστότηταςliquidity control - έλεγχος παραγωγήςproduction control - ποιοτικός έλεγχος βιομηχανικών προϊόντωνquality control of industrial products - άτυπη μορφή εργασίαςnon-standard employment - έλεγχος συναλλάγματοςexchange control - έλεγχος των συγκεντρώσεωνmerger control - έλεγχος των γνώσεωνassessment - έλεγχος της μετανάστευσηςmigration control - κατάχρηση εξουσίαςabuse of power - χώρες της ΕΖΕΣEFTA countries - έλεγχος των τιμώνprice control - δημοσιονομικός έλεγχοςfinancial control - κοινοβουλευτικός έλεγχοςparliamentary control - φυτοϋγειονομικός έλεγχοςplant health control - υγειονομικός έλεγχοςhealth control - σύμβαση CIVCIV Convention - συλλογική σύμβαση εργασίαςcollective agreement - αερολιμέναςairport - Σύμβαση της ΑρούσαArusha Convention - Σύμβαση ΛομέLomé Convention - Σύμβαση Λομέ Ιfirst Lomé Convention - Σύμβαση Λομέ ΙΙsecond Lomé Convention - Σύμβαση της ΓιαουντέYaoundé Convention - σύμβαση ΟΗΕUN convention - οικονομική σύγκλισηeconomic convergence - μετατροπές ενέργειαςenergy conversion - μετατρεψιμότηταcurrency convertibility - ΚούκCook Islands - διοικητική συνεργασίαadministrative cooperation - εμπορική συνεργασίαtrade cooperation - πολιτιστική συνεργασίαcultural cooperation - οικονομική συνεργασίαeconomic cooperation - ευρωπαϊκή συνεργασίαEuropean cooperation - χρηματοπιστωτική συνεργασίαfinancial cooperation - αερόλυμαaerosol - βιομηχανική συνεργασίαindustrial cooperation - συνεργασία των οργάνωνinstitutional cooperation - διεπιχειρησιακή συνεργασίαinter-company cooperation - διεθνής συνεργασίαinternational cooperation - δικαστική συνεργασίαjudicial cooperation - στρατιωτική συνεργασίαmilitary cooperation - νομισματική συνεργασίαmonetary cooperation - πολιτική συνεργασίαpolitical cooperation - περιφερειακή συνεργασίαregional cooperation - διάθεση και χρήση των γαιώνallocation of land - επιστημονική συνεργασίαscientific cooperation - συνεργασία Νότου-ΝότουSouth-South cooperation - τεχνική συνεργασίαtechnical cooperation - διαμεθοριακή συνεργασίαcross-border cooperation - συνεταιρισμόςcooperative - γεωργικός συνεταιρισμόςagricultural cooperative - καταναλωτικός συνεταιρισμόςconsumer cooperative - πιστωτικός συνεταιρισμόςcredit union - συντονισμός των ενισχύσεωνcoordination of aid - ΚοπεγχάγηCopenhagen - γνωστοποίηση των τιμώνpublishing of prices - συνιδιοκτησίαjoint ownership - Νότια ΚορέαSouth Korea - Βόρεια ΚορέαNorth Korea - CoreperCoreper - συντεχνιακή οικονομίαcorporatism - λιπαρή ουσίαfats - ζωική λιπαρή ουσίαanimal fats - φυτική λιπαρή ουσίαvegetable fats - αλληλογραφίαcorrespondence - διάβρωση μετάλλουcorrosion - πολιτική ένταξηpolitical affiliation - δωροδοκίαcorruption - ΚορσικήCorsica - Κόστα ΡίκαCosta Rica - διαμόρφωση τιμών χρηματιστηριακών τίτλωνstock-exchange listing - Ακτή ΕλεφαντοστούCôte d'Ivoire - εισφορά κοινωνικής ασφάλισηςsocial-security contribution - εισφορά ζάχαρηςsugar levy - βαμβάκιcotton - πραξικόπημαcoup d'état - ναύλωσηchartering - Δικαστήριο ΕΚEC Court of Justice - Ελεγκτικό Συνέδριο ΕΚEC Court of Auditors - Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του ΑνθρώπουEuropean Court of Human Rights - International Court of Justice - μεταναστευτικό ρεύμαmigratory movement - υδάτινο ρεύμαwatercourse - ΑφγανιστάνAfghanistan - τιμές αξιώνprice of securities - εμπορομεσίτηςbroker - κεφαλαιουχικό κόστοςequipment cost - επενδυτικό κόστοςinvestment cost - κόστος κεφαλαίουcost of capital - κόστος διάθεσηςdistribution cost - λειτουργικό κόστοςoperating cost - κόστος της εκπαίδευσηςeducation costs - AFRASECAfrasec - κόστος κατασκευής κτιριακών έργωνconstruction costs - κόστος της ρύπανσηςcost of pollution - κόστος της υγείαςhealth costs - κόστος ζωήςcost of living - κόστος παραγωγήςproduction cost - κόστος αποθήκευσηςstorage cost - άμεσο κόστοςdirect cost - πιστωτικό κόστοςcost of borrowing - κόστος αμοιβών προσωπικούwage cost - πρόσβαση στην εκπαίδευσηaccess to education - ΑφρικήAfrica - κοινωνικό κόστοςsocial cost - καλλιτεχνική δημιουργίαartistic creation - δημιουργία θέσεων απασχόλησηςjob creation - πίστηcredit - βραχυπρόθεσμη πίστωσηshort-term credit - εξαγωγικές πιστώσειςexport credit - εισαγωγικές πιστώσειςimport credit - καταναλωτική πίστηconsumer credit - μακροπρόθεσμη πίστωσηlong-term credit - αγγλόφωνη ΑφρικήEnglish-speaking Africa - μεσοπρόθεσμη πίστωσηmedium-term credit - εμπορική πίστηtrade credit - διασταυρούμενες πιστώσειςswap arrangement - επενδυτικές πιστώσειςinvestment loan - πιστώσεις πληρωμώνpayment appropriation - ενέγγυος πίστωσηdocumentary credit - κτηματική πίστηreal estate credit - βιομηχανική πίστηindustrial credit - διεθνής πίστηinternational credit - κρέμα γάλακτοςcream - Κεντρική ΑφρικήCentral Africa - παγωτόdairy ice cream - CRESTCrest - ΚρήτηCrete - έγκλημα πολέμουwar crime - εγκληματολογίαcriminology - ενεργειακή κρίσηenergy crisis - πολιτική κρίσηpolitical crisis - οικονομική μεγέθυνσηeconomic growth - Βόρεια ΑφρικήNorth Africa - Ερυθρός ΣταυρόςICRC - καρκινοειδή, μαλακόστρακο, οστρακόδερμοcrustacean, shellfish - ΚούβαCuba - δέρμαleather - χαλκόςcopper - πολιτιστικός τομέαςculture - καλλιέργεια σιτηρώνcereal-growing - καλλιέργεια σε αναβαθμίδεςterrace cropping - καλλιέργεια κτηνοτροφικών φυτώνfodder-growing - Νοτιοαφρικανική ΈνωσηSouth Africa - καλλιέργεια οπωροφόρων δένδρωνfruit-growing - βιομηχανική καλλιέργειαagro-industrial cropping - κηπευτική καλλιέργειαmarket gardening - μόνιμη καλλιέργειαpermanent crop - λαϊκή πολιτιστική παράδοσηpopular culture - υδροπονίαhydroponics - καλλιέργεια θερμοκηπίουglasshouse cultivation - καλλιέργεια τροπικών φυτώνtropical agriculture - καλλιέργεια για διατροφήself-sufficiency farming - σώρευση συντάξεωνcumulative pension entitlement - γαλλόφωνη ΑφρικήFrench-speaking Africa - ΚουρασάοCuraçao - ΚυκλάδεςCyclades - οικονομικός κύκλοςeconomic cycle - ΔανίαDenmark - περιφέρειες της Δανίαςregions of Denmark - κοινοβουλευτική συζήτησηparliamentary debate - αποδάσωσηdeforestation - αυτοδιοίκησηdecentralisation - απαλλαγή από την εκτέλεση του προϋπολογισμούbudgetary discharge - Νότια ΑφρικήSouthern Africa - απόβληταwaste - γεωργικά απόβληταagricultural waste - βιομηχανικά απόβληταindustrial waste - μη επανεκμεταλλεύσιμα απόβληταnon-recoverable waste - ραδιενεργά κατάλοιπαradioactive waste - απόφασηdecision - κοινοτική απόφασηCommunity decision - απόφαση ΕΚΑΕEAEC Decision - Δυτική ΑφρικήWest Africa - γενική απόφαση ΕΚΑΧECSC general Decision - ατομική απόφαση ΕΚΑΧECSC individual Decision - δήλωση σύμπραξηςrestrictive-practice notification - δήλωση υποψηφιότηταςannouncement of candidacy - δήλωση ψήφουexplanation of voting - Ανατολική ΑφρικήEast Africa - οικονομική απογείωσηeconomic take-off - αποαποικιοποίησηdecolonisation - καταμέτρηση των ψήφωνcounting of the votes - αποκέντρωσηdevolution - διαίρεση σε διοικητικές περιφέρειεςadministrative unit - διαίρεση σε εκλογικές περιφέρειεςdivision into constituencies - διάταγμαdecree - έκπτωση φόρουtax relief - αντιπυραυλική άμυναanti-missile defence - έλλειμμαloss - έλλειμμα του προϋπολογισμούbudget deficit - αντιπληθωρισμόςdeflation - εκχέρσωσηclearing of land - υποβάθμιση του περιβάλλοντοςdegradation of the environment - πρόσβαση στην αγορά εργασίαςjob access - σχολική ηλικίαschool age - εγκληματική συμπεριφοράdelinquency - εγκληματική συμπεριφορά των νέωνjuvenile delinquency - ζήτηση εργασίαςjob application - καταναλωτική ζήτησηconsumer demand - ζήτηση ενέργειαςenergy demand - παραίτηση της κυβέρνησηςresignation of the government - υποκατάστημα εξωτερικούagency abroad - δημοκρατίαdemocracy - λαϊκή δημοκρατίαpeople's democracy - εκδημοκρατισμόςdemocratisation - εκδημοκρατισμός της παιδείαςdemocratisation of education - δημογραφίαdemography - μετουσίωσηdenaturing - φθαρτά εδώδιμα είδηperishable goods - Οργανισμός Εφοδιασμού ΕΚΑΕEAEC Supply Agency - πυκνότητα του πληθυσμούpopulation density - διαμέρισμα - υπερπόντιο διαμέρισμα - δαπάνηexpenditure - δαπάνη διατροφήςfood expenditure - δαπάνη του προϋπολογισμούbudgetary expenditure - ειδησεογραφικό πρακτορείοpress agency - καταναλωτική δαπάνηconsumption expenditure - δαπάνη λειτουργίαςadministrative expenditure - δαπάνη εκτός προϋπολογισμούextra-budgetary expenditure - εθνική δαπάνηnational expenditure - μη υποχρεωτική δαπάνηnon-compulsory expenditure - υποχρεωτική δαπάνηcompulsory expenditure - επιχειρησιακή δαπάνηoperational expenditure - δημόσια δαπάνηpublic expenditure - αποπολιτικοποίησηdepoliticisation - πληθυσμιακή συρρίκνωσηdepopulation - εκτοπισμένοςdeportee - αντιπρόσωπος πωλήσεωνsales agent - τραπεζικές καταθέσειςbank deposit - απόσβεση κεφαλαίουcapital depreciation - κατάργηση των νομοθετικών ρυθμίσεωνderegulation - αφοπλισμόςdisarmament - ανθρωπογενής καταστροφήman-made disaster - φυσική καταστροφήnatural disaster - περιγραφή καθηκόντων εργασίαςjob description - έρημοςdesert - απερήμωσηdesertification - αφυδάτωσηdehydration - απόσυρση υποψηφιότηταςwithdrawal of candidacy - απείθεια προς τις αρχέςcivil disobedience - καταστροφή καλλιεργειώνdestruction of crops - ΕΟΠ ΟΟΣΑEPA - πορθμόςstrait - εξωτερικό χρέοςexternal debt - δημόσιο χρέοςpublic debt - δεύτερο νομοθετικό σώμαUpper House - υποτίμηση του νομίσματοςdevaluation - οικονομική ανάπτυξηeconomic development - ΟΠΕ ΟΟΣΑNEA - βιομηχανική ανάπτυξηindustrial development - ολοκληρωμένη ανάπτυξηintegrated development - περιφερειακή ανάπτυξηregional development - κοινωνική εξέλιξηsocial development - συνάλλαγμαforeign currency - διαβήτηςdiabetes - σχέσεις Βορρά-ΝότουNorth-South relations - δικτατορίαdictatorship - περιφερειακό υποκατάστημαregional agency - dictionary, lexicon - πολιτιστική διαφοράcultural difference - διεθνής διαφοράinternational dispute - διάδοση πληροφοριώνdissemination of information - εξάπλωση των πολιτιστικών παραδόσεωνdissemination of culture - περιορισμένη διάδοσηlimited circulation - επιλεκτική διάδοση πληροφοριώνselective dissemination of information - μέγεθος της επιχείρησηςsize of business - τίτλος σπουδώνdiploma - διεύθυνση επιχείρησηςcompany management - οδηγίαdirective - κοινοτική οδηγίαCommunity directive - κομματική πειθαρχίαvoting discipline - δισκοθήκηrecord library - λόγοςspeech - πρόσβαση στην πληροφορίαaccess to information - διακρίσεις λόγω φύλουsexual discrimination - οικονομικές διακρίσειςeconomic discrimination - γλωσσικές διακρίσειςlinguistic discrimination - πολιτικές διακρίσειςpolitical discrimination - φυλετικές διακρίσειςracial discrimination - διακρίσεις θρησκεύματοςreligious discrimination - διαφορές στις τιμέςprice disparity - οικονομικές ανισότητεςeconomic disparity - περιφερειακές ανισότητεςregional disparity - συντηρητικόpreservative - ιατρικό κέντροmedical centre - επισιτιστικοί πόροιfood resources - διαθέσιμοι ενεργειακοί πόροιavailable energy resources - σύστημα οδήγησηςdriving mechanism - συστήματα ασφαλείαςsafety device - συστήματα σήμανσηςsignalling device - αντίθεση προς το καθεστώςdissidence - διάλυση της Βουλήςdissolution of parliament - αποτροπήdeterrent - απόσταξηdistillation - εμπορική διανομήdistributive trades - διανομή ενέργειαςenergy distribution - ύδρευσηwater supply - ηλεκτροφωτισμόςelectricity supply - αποκλειστική διανομήexclusive distribution agreement - διαφοροποίηση της παραγωγήςproduct diversification - διαφοροποίηση των εξαγωγώνdiversification of exports - εργοδηγόςsupervisor - διεθνής καταμερισμός της εργασίαςinternational division of labour - διαζύγιοdivorce - νομική θεωρίαlegal doctrine - τεκμήριοdocument - οπτικοακουστικό τεκμήριοaudio-visual document - ταυτότηταidentity document - έγγραφο συνεδρίασηςdocument for discussion at a sitting - πολεοδομικό συγκρότημαbuilt-up area - τελωνειακό έγγραφοcustoms document - επίσημο έγγραφοofficial document - κοινοβουλευτικό έγγραφοparliamentary document - τεκμηρίωσηdocumentation - ΔωδεκάνησαDodecanese - ΔομίνικαDominica - ζημίαdamage - πολεμικές ζημίεςwar damage - αποζημίωσηdamages - δωρεάν παροχήdonation - κληροδότημαgift - τελωνείοcustoms - ΝτουμπάιDubai - διπλή φορολογίαdouble taxation - διπλή ιθαγένειαdual nationality - διπλή απασχόλησηholding of two jobs - αγροτικός οικισμόςrural settlement - προσωρινά δωδεκατημόριαprovisional twelfth - βυθοκόρησηdredging - αποστραγγιστικά έργαdrainage - ΝτρέντεDrenthe - δικαίωμα εκπαίδευσηςright to education - δικαίωμα πληροφόρησηςright to information - δικαίωμα πολιτιστικής ανάπτυξηςright to culture - αστικός οικισμόςurban centre - δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίαςright to justice - διοικητικό δίκαιοadministrative law - αεροπορικό δίκαιοair law - δασμοί αντιντάμπινγκanti-dumping duty - δικαίωμα εργασίαςright to work - τραπεζικό δίκαιοlaw of banking - συναλλαγματικό δίκαιοlaw on negotiable instruments - αστικό δίκαιοcivil law - εμπορικό δίκαιοcommercial law - κοινοτικό δίκαιοCommunity law - πολιτική αναταραχήpolitical unrest - συνταγματικό δίκαιοconstitutional law - εθιμικό δίκαιοcustomary law - δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίαςcopyright - τέλος πρωτοκόλλουregistration tax - τέλη ενδιάμεσης στάθμευσηςright to stopover - δικαίωμα εγκατάστασηςright of establishment - δικαίωμα απεργίαςright to strike - δίκαιο της ενέργειαςenergy law - δίκαιο του περιβάλλοντοςenvironmental law - οικονομικά μεγέθηeconomic aggregate - δίκαιο του διαστήματοςlaw of outer space - ατομικά δικαιώματαrights of the individual - δίκαιο του ανταγωνισμούcompetition law - οικογενειακό δίκαιοfamily law - δίκαιο του πολέμουlaw of war - δίκαιο της θάλασσαςlaw of the sea - δικαίωμα διαδήλωσηςright to demonstrate - δικαίωμα αλιείαςfishing rights - πρόσβαση σε επάγγελμαaccess to a profession - δικαίωμα προτίμησηςright of pre-emption - δικαίωμα αναλήψεως του μισθίουright of repossession - δικαίωμα του εκλέγεινright to vote - ασφαλιστικό δίκαιοinsurance law - δίκαιο ευρεσιτεχνίαςpatent law - δικαίωμα των κρατώνlaw of nations - δικαιώματα των αλλοδαπώνrights of aliens - δικαιώματα των μειονοτήτωνrights of minorities - εταιρικό δίκαιοcompany law - δίκαιο των μεταφορώνtransport law - στεγαστικό δίκαιοhousing law - εργατικό δίκαιοlabour law - εκλογικό δίκαιοelectoral law - μερική απασχόληση στη γεωργίαpart-time farming - χρηματοπιστωτικές ρυθμίσειςfinancial legislation - φορολογικό δίκαιοtax law - διεθνές φορολογικό δίκαιοinternational tax law - δασική νομοθεσίαforestry legislation - διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιοinternational human rights law - διεθνές δίκαιοinternational law - ιδιωτικό διεθνές δίκαιοprivate international law - δημόσιο διεθνές δίκαιοpublic international law - βιολογική γεωργίαorganic farming - ναυτικό δίκαιοmaritime law - δίκαιο γαμικών σχέσεωνmatrimonial law - εθνικό δίκαιοnational law - δίκαιο της πυρηνικής ενέργειαςnuclear law - ποινικό δίκαιοcriminal law - οικονομικό έγκλημαeconomic offence - διεθνές ποινικό δίκαιοinternational criminal law - ιδιωτικό δίκαιοprivate law - γεωργία για εμπορικούς σκοπούςcommercial farming - δημόσιο δίκαιοpublic law - αγροτικό δίκαιοagrarian law - κοινωνικό δίκαιοsocial legislation - δικαίωμα εδαφικού χαρακτήραterritorial law - Δεξιάpolitical right - δικαιώματα του πολίτηcivil rights - δικαιώματα του ανθρώπουhuman rights - δικαιώματα της γυναίκαςwomen's rights - καλλιέργεια με σύμβασηcontract farming - ειδικά τραβηκτικά δικαιώματαspecial drawing rights - ντάμπινγκdumping - προσδόκιμο επιβίωσηςlife expectancy - διάρκεια σπουδώνlength of studies - διάρκεια ισχύος του μισθωτηρίουlength of lease - διάρκεια της εργασίαςworking time - νόμιμη διάρκεια της εργασίαςlegal working time - χώρες της EAMAAAMS countries - ομαδική καλλιέργειαgroup farming - Ήστ ΆνγκλιαEast Anglia - νερόwater - κοινοτικά ύδαταCommunity waters - νερό φυσικής διήθησηςpercolation water - νερό κολύμβησηςbathing water - απόσταγμαspirits - εσωτερικά ύδαταinland waters - ορεινή γεωργίαhill farming - διεθνή ύδαταinternational waters - αλμυρό νερόsalt water - υπόγεια ύδαταground water - επιφανειακά ύδαταsurface water - χωρικά ύδαταterritorial waters - λύματαwaste water - γεωργικές συναλλαγέςagricultural trade - εμπορικές συναλλαγέςtrading operation - γεωργία συντήρησηςsubsistence farming - ανταλλαγή πληροφοριώνinformation transfer - ανταλλαγή δημοσιεύσεωνexchange of publications - εξωκοινοτικές συναλλαγέςextra-Community trade - ενδοκοινοτικές συναλλαγέςintra-Community trade - συναλλαγές κατά ομάδα χωρώνtrade by group of countries - συναλλαγές κατά χώραtrade by country - συναλλαγές κατά προϊόνtrade by product - δειγματοληψίαsampling - εκτατική γεωργίαextensive farming - μισθολογική κλίμακαpay scale - φωτισμόςlighting - σχολείο εξωτερικούschool abroad - Ευρωπαϊκά ΣχολείαEuropean school - διεθνές σχολείοinternational school - νηπιαγωγείοnursery school - εθνικό σχολείοnational school - οικολογίαecology - οικολογική θεωρίαecologism - οικονομετρίαeconometrics - πρόσβαση στην αγοράmarket access - εντατική γεωργίαintensive farming - οικονομίαeconomy - γεωργική οικονομίαagricultural economics - συλλογική οικονομίαcollectivised economy - οικονομία συντονισμούconcerted economic action - οικονομία κλίμακαςeconomies of scale - εξοικονόμηση ενεργείαςenergy saving - διαρθρωτική προσαρμογήstructural adjustment - οικονομία πολέμουwar economy - οικονομικά της επιχείρησηςbusiness administration - περιφέρειες της Αυστρίαςregions of Austria - μεσογειακή γεωργίαMediterranean agriculture - οικονομία της αγοράςmarket economy - οικονομία συντήρησηςsubsistence economy - οικονομική των μεταφορώνtransport economics - διευθυνόμενη οικονομίαcontrolled economy - οικιακή οικονομίαhousekeeping economy - δασική οικονομίαforestry economics - βιομηχανική οικονομίαindustrial economy - διεθνής οικονομίαworld economy - μικτή οικονομίαmixed economy - εθνική οικονομίαnational economy - αγροδιατροφικός τομέαςagri-foodstuffs - οικονομία κεντρικού σχεδιασμούplanned economy - μεταβιομηχανική οικονομίαpost-industrial economy - οικονομία του δημόσιου τομέαpublic economy - περιφερειακή οικονομίαregional economy - παραοικονομίαunderground economy - οικονομία της πόληςurban economy - ΣκωτίαScotland - οικοσύστημαecosystem - ευρώeuro - βιομηχανία μεταποίησης γεωργικών προϊόντωνagro-industry - εκδόσειςpublishing - παιδείαeducation - εκπαίδευση κατ' οίκονhome education - καλλιτεχνική εκπαίδευσηart education - συγκριτική εκπαίδευσηcomparative education - βασική εκπαίδευσηbasic education - μαζική εκπαίδευσηmass education - εκπαίδευση ενηλίκωνadult education - εκπαίδευση για αλλοδαπούςeducation of foreigners - εκπαίδευση εκτός σχολικού συστήματοςnon-formal education - διαρκής εκπαίδευσηcontinuing education - σωματική αγωγήphysical education - προσχολική αγωγήpre-school education - υγειονομική αγωγήhealth education - σεξουαλική αγωγήsex education - ειδική εκπαίδευσηspecial education - γλυκαντικόsweetener - σχολικός πληθυσμόςnumber of pupils - γεωπονικήagronomy - ραδιενεργά απόβληταradioactive effluent - ισότητα αποδοχώνequal pay - ίση μεταχείρισηequal treatment - ισότητα έναντι του νόμουequality before the law - ΑίγυπτοςArab Republic of Egypt, Egypt, United Arab Republic - Ελ ΣαλβαδόρEl Salvador - διεύρυνση της αγοράςmarket enlargement - εσπεριδοειδέςcitrus fruit - εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγουςregistration of voters - εκλογέςelection - πρόωρες εκλογέςearly election - ευρωπαϊκές εκλογέςEuropean election - έμμεση εκλογήindirect election - τοπικές εκλογέςlocal election - εθνικές εκλογέςnational election - βουλευτικές εκλογέςparliamentary election - αναπληρωματικές εκλογέςby-election - IDAIDA - προεδρικές εκλογέςpresidential election - προκριματικές εκλογέςprimary election - εκλογικό σώμαelectorate - ηλεκτροχημείαelectrochemistry - ηλεκτρομεταλλουργίαelectrometallurgy - ηλεκτρονικήelectronics - ηλεκτροτεχνίαelectrotechnology - κτηνοτροφίαlivestock farming - οικονομική υποστήριξηeconomic support - κτηνοτροφία με ελεύθερη βοσκήfree-range farming - εκτροφή μαλακοστράκωνcrustacean farming - εντατική κτηνοτροφίαintensive livestock farming - μαθητήςpupil - δικαίωμα του εκλέγεσθαιright to stand for election - διάθεση αποβλήτωνwaste disposal - χειραφεσίαemancipation - συσκευασίαpackaging - πάχυνση με βοσκήpasture fattening - εμφιάλωσηbottling - ενισχύσεις για την απασχόλησηemployment aid - αποδημίαemigration - Αιμιλία-ΡωμανίαEmilia-Romagna - Ηνωμένα Αραβικά ΕμιράταUnited Arab Emirates - χώρες των Ηνωμένων Αραβικών ΕμιράτωνUnited Arab Emirates countries - έκδοση αξιώνissue of securities - έκδοση χρήματοςissuing of currency - ατύχημα κατά τη μεταφοράtransport accident - δεσμευμένη θέση εργασίαςdesignated employment - υπάλληλοςwhite-collar worker - υπάλληλος γραφείουoffice worker - υπάλληλοι δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμώνpublic service employee - εργοδότηςemployer - δάνειο, δανειοληψία, δανεισμόςborrowing, loan, money loan - εξωτερική βοήθειαforeign aid - σύναψη κοινοτικού δανείουCommunity borrowing - διεθνές δάνειοinternational loan - δημόσιο δάνειοpublic borrowing - γαλακτωματοποιητής τροφίμωνfood emulsifier - χρέοςindebtedness - ενέργεια των κυμάτωνwave energy - ήπιες μορφές ενέργειαςsoft energy - ενίσχυση των εξαγωγώνexport aid - μη ήπιες μορφές ενέργειαςhard energy - ηλεκτρική ενέργειαelectrical energy - αιολική ενέργειαwind energy - γεωθερμική ενέργειαgeothermal energy - υδροδυναμική ενέργειαhydraulic energy - υδροηλεκτρική ενέργειαhydroelectric power - ενέργεια από την παλίρροιαtidal energy - πυρηνική ενέργειαnuclear energy - ανανεώσιμη ενέργειαrenewable energy - ενίσχυση ανά εκτάριοaid per hectare - ηλιακή ενέργειαsolar energy - θερμική ενέργειαthermal energy - παιδίchild - εγκαταλελειμμένο τέκνοabandoned child - παιδί μετανάστηchild of migrant - τέκνο άγαμων γονέωνnatural child - μοναχοπαίδιonly child - ανάληψη δαπανώνcommitment of expenditure - λίπασμαfertiliser - χημικό λίπασμαchemical fertiliser - ενισχύσεις για επενδύσειςinvestment aid - οργανικό λίπασμαorganic fertiliser - πάχυνσηfattening - πολιτική απαγωγήpolitical kidnapping - οικονομική έρευναeconomic survey - έρευνα κατανάλωσηςconsumer survey - κοινωνική έρευναsocial survey - καταχώρηση δεδομένωνdata recording - βιβλιογραφική καταχώρισηdocumentary reference recording - ενισχύσεις κατασκευής κτιριακών έργωνbuilding subsidy - εμπλουτισμός καυσίμουfuel enrichment - εκπαιδευτικόςteacher - εκπαίδευσηteaching - διδασκαλία εξ αποστάσεωςdistance learning - γεωργική εκπαίδευσηagricultural education - αυτοματοποιημένη διδασκαλίαprogrammed learning - εκκλησιαστική εκπαίδευσηdenominational education - διδασκαλία ξένων γλωσσώνlanguage teaching - γενική εκπαίδευσηgeneral education - δωρεάν παιδείαfree education - ενισχύσεις για εκσυγχρονισμόmodernisation aid - μη εκκλησιαστική εκπαίδευσηsecular education - ιατρική εκπαίδευσηmedical training - υποχρεωτική εκπαίδευσηcompulsory education - παραϊατρική εκπαίδευσηparamedical training - διεπιστημονική εκπαίδευσηmultidisciplinary education - μεταπτυχιακές σπουδέςpostgraduate education - πρωτοβάθμια εκπαίδευσηprimary education - ιδιωτική εκπαίδευσηprivate education - επαγγελματική εκπαίδευσηvocational education - δημόσια εκπαίδευσηpublic education - ενισχύσεις για την παραγωγήproduction aid - εκπαίδευση θετικής κατεύθυνσηςscientific education - δευτεροβάθμια εκπαίδευσηsecondary education - ανώτατη εκπαίδευσηhigher education - τεχνική εκπαίδευσηtechnical education - σύμπραξηrestrictive trade practice - οριζόντια σύμπραξηhorizontal agreement - παράνομη σύμπραξηunlawful agreement - διεθνής σύμπραξηinternational cartel - κάθετη σύμπραξηvertical agreement - επισιτιστική βοήθειαfood aid - αγροτική αλληλοβοήθειαmutual assistance among farmers - μη δασμολογικό εμπόδιοnon-tariff barrier - δασμολογικό εμπόδιοtariff barrier - τεχνικό εμπόδιοtechnical barrier - τελωνειακή αποταμίευσηcustoms warehouse - επιχείρησηtype of business - βιοτεχνική επιχείρησηcraft business - εμπορική επιχείρησηdistribution business - κοινή επιχείρησηjoint venture - επιχείρηση μίσθωσηςrental business - επιχείρηση μεταφορώνtransport company - αλλοδαπή επιχείρησηforeign enterprise - ευρωπαϊκή επιχείρησηEuropean undertaking - οικογενειακή επιχείρησηfamily business - επιχείρηση παροχής χρηματοοικονομικών συμβουλώνtrust company - επιχείρηση ακινήτωνreal estate business - ατομική επιχείρησηsole proprietorship - εργατικό ατύχημαoccupational accident - ενίσχυση των οικονομικώς αδυνάτωνaid to disadvantaged groups - βιομηχανική επιχείρησηindustrial enterprise - πολυεθνική επιχείρησηmultinational enterprise - ιδιωτική επιχείρησηprivate sector - δημόσια επιχείρησηpublic sector - συντήρησηmaintenance - συντήρηση των καλλιεργειώνcrop maintenance - φυσικό περιβάλλονphysical environment - αποταμίευσηsavings - ενίσχυση επιχειρήσεωνaid to undertakings - αναγκαστική αποταμίευσηcompulsory saving - επιδημίαepidemic - επιδημιολογίαepidemiology - ΉπειροςEpirus - εξάντληση των πλουτοπαραγωγικών πόρωνexhaustion of resources - ΙσημερινόςEcuador - ιππίδεςequidae - ισοσκέλιση του προϋπολογισμούbudgetary equilibrium - οικολογική ισορροπίαecological balance - διμερής βοήθειαbilateral aid - γεωργικός εξοπλισμόςagricultural equipment - κοινόχρηστες εγκαταστάσειςcommunity facilities - εξοπλισμός αυτοκινήτουvehicle parts - ηλεκτρονικός εξοπλισμόςelectronic equipment - βιομηχανικός εξοπλισμόςindustrial equipment - κοινωνικοπολιτιστικές εγκαταστάσειςsocio-cultural facilities - ενισχύσεις ΕΚΑΧECSC aid - αθλητικές εγκαταστάσειςsports facilities - ισοτιμία τίτλων σπουδώνequivalence of diplomas - εργονομίαergonomics - έκρηξη ηφαιστείουvolcanic eruption - δουλείαslavery - προεξόφλησηdiscounting - εναέριος χώροςair space - ευρωπαϊκός δικαστικός χώροςEuropean legal area - χώρος πρασίνουgreen area - κοινοτική ενίσχυσηCommunity aid - ΙσπανίαSpain - περιφέρειες της Ισπανίαςregions of Spain - προστατευόμενο είδοςprotected species - βιομηχανική κατασκοπείαindustrial espionage - δοκιμήtesting - πυρηνικές δοκιμέςnuclear test - ΕστρεμαδούραExtremadura - συμπληρωματική ενίσχυση για τα προϊόνταsupplementary aid for products - κατάστημαestablishment - ιδιότυπο πιστωτικό ίδρυμαspecial-status institution - εκπαιδευτικό ίδρυμαeducational institution - οργανισμός κοινής ωφελείαςinstitution of public utility - κατάρτιση του προϋπολογισμούdrawing up of the budget - νοσηλευτικό ίδρυμαmedical institution - σωφρονιστικό ίδρυμαpenal institution - δημόσιος οργανισμόςpublic institution - κασσίτεροςtin - κανόνας συναλλάγματος-χρυσούgold-exchange standard - επείγουσα βοήθειαemergency aid - κανόνας χρυσούgold standard - κράτοςState - προσωπική κατάστασηcivil status - προσωρινή αναστολή συνταγματικών δικαιωμάτωνrule under emergency powers - κατάσταση εκτάκτου ανάγκηςstate of emergency - κράτος προνοίαςWelfare State - Ηνωμένες Πολιτείες ΑμερικήςUnited States - κρατικές ενισχύσειςState aid - αιθανόληethanol - ΑιθιοπίαEthiopia - εθνολογίαethnology - επισήμανσηlabelling - μελέτη σκοπιμότηταςfeasibility study - έρευνα αγοράςmarket research - μελέτη της εργασίαςwork study - φοιτητήςstudent - αλλοδαπός φοιτητήςforeign student - οικονομική βοήθειαeconomic aid - ευρωπίστωσηEurocredit - ευρωνόμισμαEurocurrency - ευρωδολάριοEurodollar - ευρωπαϊκό ομολογιακό δάνειοEurobond - ευρωπαϊκή χρηματαγοράEuromarket - ευρωκομμουνισμόςEurocommunism - EurocontrolEurocontrol - Ευρωπαϊκή ΔεξιάEuroright - ευρωομάδαEurogroup - ΕυρώπηEurope - βοήθεια εις είδοςaid in kind - Βόρεια ΕυρώπηNorthern Europe - Νότια ΕυρώπηSouthern Europe - Δυτική ΕυρώπηWestern Europe - Κεντρική και Ανατολική ΕυρώπηEastern Europe - ευρωαλιείαEuropeche - διαδραστικότηταinteractivity - ευτροφισμόςeutrophication - δημοσιονομική αξιολόγησηbudgetary assessment - αξιολόγηση σχεδίουproject evaluation - αξιολόγηση των πλουτοπαραγωγικών πόρωνevaluation of resources - παραπροϊόντα σφαγίωνoffal - πυρηνικό ατύχημαnuclear accident - χρηματοπιστωτική βοήθειαfinancial aid - τεχνολογική αξιολόγησηtechnology assessment - φοροαποφυγήtax avoidance - εξετάσειςexamination - γεωργικό πλεόνασμαagricultural surplus - αποκλεισμός από προτιμησιακή μεταχείριση ΕΚexclusion from EC treatment - εκτέλεση σχεδίουproject management - εκτέλεση του προϋπολογισμούimplementation of the budget - εκτέλεση της απόφασηςenforcement of ruling - εξαίρεση από έγκριση σύμπραξηςexemption from restrictive-practice authorisation - δασμολογική απαλλαγήtariff exemption - οικονομικό έτοςfinancial year - διαρροή επιστημονικού δυναμικούbrain drain - αγρότηςfarmer - γεωργική εκμετάλλευσηagricultural holding - κρατική γεωργική εκμετάλλευσηState farm - μικτή γεωργική εκμετάλλευσηmixed farm - εκμετάλλευση της θάλασσαςexploitation of the seas - εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρωνexploitation of resources - οικογενειακή γεωργική εκμετάλλευσηfamily farming - δασική εκμετάλλευσηforestry holding - εκμετάλλευση γαλακτοπαραγωγήςdairy farm - εκρηκτικές ύλεςexplosive - εξαγωγέςexport - εξαγωγή κεφαλαίωνexport of capital - απαλλοτρίωσηexpropriation - πολυμερής βοήθειαmultilateral aid - απέλασηdeportation - ετεροδικίαextra-territoriality - εξόρυξηmining extraction - έκδοσηextradition - Άκρα Δεξιάextreme right - Άκρα Αριστεράextreme left - Άπω ΑνατολήFar East - τιμολόγησηinvoicing - δωρεάν βοήθειαnon-refundable aid - χαμηλό εισόδημαlow income - πτώχευσηbankruptcy - πείναhunger - σύστημα εκμετάλλευσηςtype of tenure - ιδιοκαλλιέργειαowner farming - μικτό σύστημα εκμετάλλευσηςmixed tenure - οικογένειαfamily - πολυμελής οικογένειαlarge family - οικογένεια εξ αγχιστείαςfamily by marriage - FAOFAO - ιδιωτική βοήθειαprivate aid - αλεύρι σιτηρώνcereal flour - φασισμόςFascism - πανίδαanimal life - FECOMEMCF - γονιμότηταfertility - οικοκυράhousewife - περιφερειακές ενισχύσειςregional aid - μετανάστιςfemale migrant - ΕΓΤΠΕEAGGF - ΕΓΤΠΕ-τμήμα εγγυήσεωνEAGGF Guarantee Section - ΕΓΤΠΕ-τμήμα προσανατολισμούEAGGF Guidance Section - σίδηροςiron - αγρομίσθωσηtenant farming - αγρόκτημα συλλογικής εκμετάλλευσηςcollective farm - πρότυπο αγρόκτημαmodel farm - πορθμείοferryboat - υγειονομική βοήθειαhealth aid - FIABIFLA - ίνες ξύλουwood fibre - ίνες υάλουglass fibre - υφάνσιμες ίνεςtextile fibre - FIDFID - IFADIFAD - Δημοκρατία των Φίτζι, ΦίτζιFiji, Republic of Fiji - αφθώδης πυρετόςfoot-and-mouth disease - ενίσχυση κατά τομέαsectoral aid - σύρμαwire - αλιευτικό δίχτυfishing net - θυγατρική εταιρίαsubsidiary - κοινή θυγατρική εταιρίαjoint subsidiary - χρηματοδότησηfinancing - βραχυπρόθεσμη χρηματοδότησηshort-term financing - μακροπρόθεσμη χρηματοδότησηlong-term financing - μεσοπρόθεσμη χρηματοδότησηmedium-term financing - κοινωνική ενίσχυσηwelfare - κοινοτική χρηματοδότησηCommunity financing - συμψηφιστική χρηματοδότησηcompensatory financing - συμπληρωματική χρηματοδότησηsupplementary financing - χρηματοδότηση της βοήθειαςfinancing of aid - χρηματοδότηση της βιομηχανίαςindustrial financing - χρηματοδότηση των εξαγωγώνexport financing - χρηματοδότηση των κομμάτωνparty financing - χρηματοδότηση του προϋπολογισμούbudget financing - εκλογική χρηματοδότησηelection financing - εθνική χρηματοδότησηnational financing - ειδικοί φόροι κατανάλωσηςexcise duty - διεθνή δημοσιονομικάinternational finance - δημόσια οικονομικά τοπικής αυτοδιοίκησηςlocal authority finances - δημόσια οικονομικάpublic finance - ΦινλανδίαFinland - ΦιονίαFunen - φορολογίαtax system - UnicefUnicef - πυρηνική σχάσηnuclear fission - ΔΟΕ ΟΟΣΑIEA - καθορισμός των τιμώνfixing of prices - καθορισμός μισθώνwage determination - επαρχία Δυτικής ΦλάνδραςProvince of West Flanders - επαρχία Ανατολικής ΦλάνδραςProvince of East Flanders - νιφάδα σιτηρώνcereal flakes - χλωρίδαplant life - ανθοκομίαfloriculture - μεταφορά ξυλείας δι' επιπλεύσεωςrafting - εναέριος στόλοςaircraft fleet - IAEAIAEA - αλιευτικός στόλοςfishing fleet - ποτάμιος στόλοςinland waterway fleet - εμπορικός στόλοςmerchant fleet - κυκλικές διακυμάνσειςcyclical fluctuation - διακύμανση των τιμώνprice fluctuation - οικονομικές διακυμάνσειςeconomic fluctuation - διαρθρωτικές διακυμάνσειςstructural fluctuation - φθόριοfluorine - ΔΝΤIMF - AISSIASS - UNFPAUNFPA - δημοσιοϋπαλληλικός κλάδοςcivil service - δημόσιος υπάλληλοςcivil servant - μόνιμος κοινοτικός υπάλληλοςEuropean official - παράκτιος βυθόςinshore grounds - θαλάσσιος βυθόςsea-bed - ίδρυμαfoundation - Ταμεία ΕΚEC fund - ΑϊμάνAjman - κοινό ταμείοcommon fund - άυλο κεφάλαιοgoodwill - ΕΤΠΑERDF - κεφάλαιο κίνησηςworking capital - Ευρωπαϊκό Νομισματικό ΤαμείοEuropean Monetary Fund - χυτοσίδηροςcast-iron - γεώτρησηdrilling - υποθαλάσσια γεώτρησηoffshore drilling - αναβολή της συζήτησηςadjournment - δάσοςforest - διατηρητέο δάσοςclassified forest - σπερμοφυές δάσοςhigh forest - πρεμνοφυές δάσοςcoppiced woodland - φυσικό δάσοςnatural forest - φυτευμένο δάσοςforest plantation - τελωνειακή διατύπωσηcustoms formalities - σπουδές διοίκησης επιχειρήσεωνmanagement training - σπουδές εκπαιδευτικώνteacher training - διαμόρφωση τιμώνprice formation - κατάρτιση των εργαζομένων κατά την εργασίαin-service training - επαγγελματική κατάρτισηvocational training - νομισματική προσαρμογήcurrency adjustment - έντυποform - κάμινοςfurnace - προμηθευτήςsupplier - διάθεση εγγράφουsupplying of documents - δικαστικά έξοδαlegal expenses - δίδακτραschool fees - εκλογικές δαπάνεςelection expenses - γενικά έξοδαoverheads - έξοδα φαρμακευτικής περίθαλψηςpharmaceutical expenses - ΓαλλίαFrance - γαλλικά ΥΔFrench Overseas Departments - γαλλικές ΥΧΕFrench Overseas Territories - περιφέρειες της Γαλλίαςregions of France - Φράνς-ΚοντέFranche-Comté - δικαιόχρησηfranchising - τελωνειακή ατέλειαexemption from customs duties - απάτηfraud - εκλογική νοθείαelectoral fraud - ALADILAIA - φοροδιαφυγήtax evasion - ΦρεντέρικσμπεργκFrederiksberg - ΦρεντέρικσμποργκFrederiksborg - σχολική φοίτησηschool attendance - ναύλοςfreight rate - Φρίουλι-Ιουλιανή ΒενετίαFriuli-Venezia Giulia - ΦρεισίαFriesland - τυρίcheese - ημίσκληρο τυρίsemi-soft cheese - σκληρό τυρίhard cheese - χώρες του ALADILafta countries - μαλακό τυρίsoft cheese - τυρί με στίγματα στη μάζαblue-veined cheese - τυρί πρόβειοsheep's milk cheese - τυρί αίγειοgoat's milk cheese - τυρί αγελαδινόcow's milk cheese - τετηγμένο τυρίprocessed cheese - νωπό τυρίfresh cheese - τυροκομίαcheese factory - σύνοραfrontier - καρπόςfruit - κελυφωτός καρπόςnut - δρύπηstone fruit - γιγαρτόκαρποpip fruit - νωπός καρπόςfresh fruit - τροπικός καρπόςtropical fruit - ΦούτζεραFujairah - συγχώνευση επιχειρήσεωνmerger - πυρηνική σύντηξηnuclear fusion - ΓκαμπόνGabon - ΑλβανίαAlbania, Republic of Albania - ΓκαλαπάγκοςGalapagos - ΓαλικίαGalicia - ΓκάμπιαGambia - εγγύησηguarantee - εγγύηση πίστωσηςcredit guarantee - εγγυημένο εισόδημαguaranteed income - εγγύηση των επενδύσεωνinvestment protection - φύλαξη παιδιώνchild care - αλκοόλalcohol - σπατάληwastage - ΓΣΔΕGATT - Αριστεράpolitical left - αριστερισμόςleftism - αέριοgas - καυσαέριοcombustion gases - φυσικό αέριοnatural gas - αεριαγωγόςgas pipeline - αλκοόληchemical alcohol - πάγωμα των γαιώνset-aside - έργα πολιτικού μηχανικούcivil engineering - δαμαλίδαheifer - γεωχημείαgeochemistry - geography - οικονομική γεωγραφίαeconomic geography - πολιτική γεωγραφίαpolitical geography - γεωλογίαgeology - γεωφυσικήgeophysics - γεροντολογίαgerontology - διαχείρισηmanagement - λογιστική διαχείρισηmanagement accounting - διοίκηση επιχειρήσεωνbusiness management - διαχείριση του χώρουarea management - διαχείριση των αποβλήτωνwaste management - διαχείριση αλιευτικών πόρωνfishery management - διαχείριση των πλουτοπαραγωγικών πόρωνmanagement of resources - διαχείριση υλικούlogistics - αλκοολισμόςalcoholism - διοίκηση προσωπικούpersonnel administration - χρηματοοικονομική διαχείρισηfinancial management - διαχείριση βάσει προβλέψεωνmanagement planning - ΓκάναGhana - θηράματαgame animal - ΓιβραλτάρGibraltar - πάγοςice - γλυκόζηglucose - κόλποςgulf - κυβέρνησηgovernment - εξόριστη κυβέρνησηgovernment in exile - επαναστατική κυβέρνησηrebel government - εδώδιμο λίποςfood fat - βιομηχανικό λίποςindustrial fat - ΑλεντέζουAlentejo - μεγάλη επιχείρησηlarge business - μεγάλη γεωργική εκμετάλλευσηlarge holding - Μεγάλες ΑντίλλεςGreater Antilles - δωρεάν περίθαλψηfree medical care - Ελλάδα, ΕλλάςEllas, Greece, Hellenic Republic - Στερεά ΕλλάδαCentral Greece - περιφέρειες της Ελλάδαςregions of Greece - ΓρενάδαGrenada - απεργίαstrike - ΑλγκάρβεAlgarve - ΓροιλανδίαGreenland, Gronland, Kalaallit Nunaat - ΓκρόνινγκενGroningen - Ομάδα των ΆνδεωνAndean Group - χώρες της Ομάδας των ΆνδεωνAndean Group countries - ομάδα συμφερόντωνinterest group - όμιλος εταιριώνgroup of companies - Ομάδα των ΔέκαGroup of Ten - συμφωνία ADRADR agreement - ΑλγερίαAlgeria - πολιτική ομάδαpolitical group - κίνημα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπουhuman rights movement - όμιλος αγορώνbuying group - όμιλος οικονομικού σκοπούEconomic Interest Grouping - ομάδες παραγωγώνproducer group - εθνότηταethnic group - φύκοςalgae - γλωσσική ομάδαlinguistic group - πλιγούριgroat - ΓουαδελούπηGuadeloupe - ΓουατεμάλαGuatemala - ΓκέλντριαGelderland - πόλεμοςwar - εμφύλιος πόλεμοςcivil war - πόλεμος ανεξαρτησίαςwar of independence - πόλεμος συνόρωνborder war - ψυχρός πόλεμοςcold war - πυρηνικός πόλεμοςnuclear war - ΓουινέαGuinea - Γουινέα-ΜπισσάουGuinea-Bissau - Ισημερινή ΓουινέαEquatorial Guinea - ΓουιάναGuyana - Γαλλική ΓουιάναFrench Guiana - ενδιαίτημαhabitat - αγροτική κατοικίαrural habitat - αστική κατοικίαurban habitat - ζωοτροφέςanimal feedingstuffs - διατροφικές συνήθειεςeating habits - αγοραστικές συνήθειεςpurchasing habits - επαρχία ΑινώProvince of Hainault - ΑϊτήHaiti - αλογόνοhalogen - ΑμβούργοHamburg - άτομο με ειδικές ανάγκεςdisabled person - τελωνειακή εναρμόνισηcustoms harmonisation - βιομηχανικές ζωοτροφέςmanufactured feedingstuffs - εναρμόνιση των φορολογικών συστημάτωνtax harmonisation - νω ΝορμανδίαUpper Normandy - Μπουρκίνα ΦάσοBurkina Faso - ΧαβάηHawaii - ελικόπτεροhelicopter - ΈσσηHessen - παιδικές τροφέςbaby food - θερινή ώραsummertime - ώρα των ερωτήσεωνquestion time - υπερωρίαovertime - ινδουισμόςHinduism - ιστορίαhistory - ιστολογίαhistology - χόλντινγκholding company - Νότια ΟλλανδίαSouth Holland - Βόρεια ΟλλανδίαNorth Holland - παρασκευασμένα τρόφιμαprepared foodstuff - ανθρωποκτονίαhomicide - έγκρισηapproval - ΟνδούραHonduras - Χονγκ ΚονγκHong Kong - ΟυγγαρίαHungary - ψυχιατρείοpsychiatric institution - ωράριο εργασίαςwork schedule - μεταποιημένα τρόφιμαprocessed foodstuff - ελαστικό ωράριοflexible working hours - κηποκομίαhorticulture - λυκίσκοςhops - ζωικό λάδιanimal oil - αραχιδέλαιοgroundnut oil - ελαιόλαδοolive oil - ιχθυέλαιοfish oil - βαρέα κλάσματα πετρελαίουheavy oil - ορυκτέλαιαmineral oil - θρέψηnutrition - χρησιμοποιημένα ορυκτέλαιαused oil - φυτικό έλαιο, φυτικό λάδιoil, vegetable oil - ελαιουργίαoil mill - δικαστικός επιμελητήςbailiff - εξανθρωπισμός της εργασίαςhumanisation of work - υδρογονάνθρακεςhydrocarbon - υδρογόνοhydrogen - υδρογεωλογίαhydrogeology - διατροφή των ζώωνanimal nutrition - υδρολογίαhydrology - υγιεινή τροφίμωνfood hygiene - υγεία κατά την εργασίαoccupational health - υποθήκηmortgage - πολιτική ιδεολογίαpolitical ideology - συμφωνία AETRAETR agreement - ανθρώπινη διατροφήhuman nutrition - ίγναμοyam - IIEPIIEP - νήσος, νησίisland, isle - Ιλ-ντε-ΦράνςIle-de-France - ΓκουάμGuam - Αγγλονορμανδικές νήσοιChannel Islands - Νησιά ΚαϊμάνCayman Islands - ΚαρολίνεςCaroline Islands - Προσήνεμοι ΝήσοιWindward Islands - Νήσοι ΦερόεςFaeroes - Νήσοι Ιονίου ΠελάγουςIonian Islands - Νήσοι ΜαριάννεςMariana Islands - Υπήνεμοι ΝήσοιLeeward Islands - Νήσοι Τερκς και ΚάικοςTurks and Caicos Islands - Παρθένοι ΝήσοιVirgin Islands - ελάφρυνση του χρέουςdebt reduction - εγγραφή εταιρίας στα μητρώαregistration of a company - είσοδος μεταναστώνimmigration - βουλευτική ασυλίαparliamentary immunity - ανοσολογίαimmunology - διαφημιστική απήχησηimpact of advertising - ιμπεριαλισμόςimperialism - εγκατάσταση δραστηριότηταςbusiness location - Γερμανία ΛΔGerman Democratic Republic - εισαγωγέςimport - φόροςtax - κοινοτικός φόροςCommunity tax - φόρος φυσικών προσώπωνpersonal income tax - άμεσος φόροςdirect tax - έγγειος φόροςproperty tax - κατ' αποκοπή φόροςflat-rate tax - έμμεσος φόροςindirect tax - δημοτικοί φόροιlocal tax - εθνικός φόροςnational tax - πραγματικός φόροςnon-personal tax - φόρος κατανάλωσηςtax on consumption - φόρος στην περιουσίαwealth tax - φόρος υπεραξίαςcapital gains tax - φόρος μεταβίβασηςcapital transfer tax - φορολογία κεφαλαίουtax on capital - φόρος εισοδήματοςtax on income - φόρος επί των κερδώνtax on profits of self-employment - φόρος επί της αποδόσεως κεφαλαίουtax on investment income - περιφέρειες της Γερμανίαςregions of Germany - φόρος μισθών και ημερομισθίωνtax on employment income - φόρος εταιριώνcorporation tax - τυπογραφίαprinting - λογιστική καταχώρισηaccounting entry - ανικανότητα προς εργασίαincapacity for work - πυρκαγιάfire - το ασυμβίβαστοincompatibility - Διεθνείς Εμπορικοί Όροιincoterms - ΙνδίαIndia - αποκατάσταση της ζημίαςindemnification - κράματαalloy - ασφαλιστική αποζημίωσηinsurance indemnity - αποζημίωση εγκατάστασης γεωργώνinstallation allowance - αποζημίωση λόγω απόλυσηςseverance pay - βουλευτική αποζημίωσηparliamentary allowance - οικονομική ανεξαρτησίαeconomic independence - εθνική ανεξαρτησίαnational independence - τεχνολογική ανεξαρτησίαtechnological independence - τιμαριθμική αναπροσαρμογήprice indexing - τιμαριθμική αναπροσαρμογή μισθώνwage indexing - ευρετηρίαση τεκμηρίωνdocument indexing - δείκτης απόκλισηςdivergence indicator - οικονομικός δείκτηςeconomic indicator - κοινωνικός δείκτηςsocial indicator - δείκτης τιμώνprice index - ΙνδονησίαIndonesia - εκβιομηχάνισηindustrialisation - αεροναυπηγική βιομηχανίαaeronautical industry - αεροδιαστημική βιομηχανίαaerospace industry - εκλογικός συνασπισμόςelectoral alliance - βιομηχανία τροφίμωνfood industry - αυτοκινητοβιομηχανίαmotor vehicle industry - χημική βιομηχανίαchemical industry - βιομηχανία του κινηματογράφουfilm industry - βιομηχανία του πολιτιστικού τομέαculture industry - βιομηχανία όπλωνarms industry - βιομηχανία οπτικοακουστικών μέσωνaudio-visual industry - βιομηχανία των πληροφοριώνinformation industry - υποδηματοποιίαfootwear industry - επικουρικό επίδομαadditional benefit - τομέας της επικοινωνίαςcommunications industry - βιομηχανία εργαλειομηχανώνmachine-tool industry - τομέας της αλιείαςfishing industry - βιομηχανία της εστιάσεωςcatering industry - κρεατοβιομηχανίαmeat processing industry - βιομηχανία χαρτόμαζας και χαρτιούpulp and paper industry - βιομηχανία αιχμήςadvanced technology industry - μεταποιητική βιομηχανίαprocessing industry - ποτοποιίαbeverage industry - συμφωνία-πλαίσιοframework agreement - επίδομα σπουδώνeducation grant - βιομηχανία χρωστικών ουσιώνdyestuffs industry - βιομηχανία λιπασμάτωνfertiliser industry - βιομηχανία πλαστικώνplastics industry - δραστηριότητες του τομέα των υπηρεσιώνservice industry - βιομηχανία τηλεπικοινωνιώνtelecommunications industry - βιομηχανία ξύλουwood industry - βιομηχανία ελαστικούrubber industry - βυρσοδεψίαleather industry - επίδομα λόγω θανάτουdeath grant - βιομηχανία του ψύχουςrefrigeration industry - βιομηχανία παιχνιδιώνtoy industry - βιομηχανία βιβλίουbook trade - βιομηχανία επίπλουfurniture industry - βιομηχανία ζάχαρηςsugar industry - καπνοβιομηχανίαtobacco industry - υαλουργίαglass industry - βιομηχανία ιματισμούclothing industry - βιομηχανία κενούvacuum industry - επίδομα μητρότηταςmaternity benefit - βιομηχανία ηλεκτρονικώνelectronics industry - βιομηχανία ηλεκτρικών ειδώνelectrical engineering - εξαγωγική βιομηχανίαexport industry - ωρολογοποιίαclock and watch industry - ξενοδοχειακός τομέαςhotel industry - βιομηχανία πληροφορικήςinformation technology industry - γαλακτοβιομηχανίαdairy industry - ελαφρά βιομηχανίαlight industry - βαριά βιομηχανίαheavy industry - διάθεση πόρωνallocation of resources - μηχανουργίαmechanical engineering - εξορυκτική βιομηχανίαmining industry - πυρηνική βιομηχανίαnuclear industry - βιομηχανία οπτικών ειδώνoptical industry - πετρελαιοβιομηχανίαoil industry - φαρμακοβιομηχανίαpharmaceutical industry - βιομηχανία φωτογραφικών ειδώνphotographic industry - χαλυβουργίαiron and steel industry - κλωστοϋφαντουργίαtextile industry - παροχή στοιχειώδους παιδείαςelimination of illiteracy - κοινωνική ανισότηταsocial inequality - πληθωρισμόςinflation - πληροφόρησηinformation - εμπορική πληροφόρησηtrade information - πληροφόρηση των εργαζομένωνworker information - πληροφόρηση του καταναλωτήconsumer information - πληροφορικήcomputer systems - μηχανοργάνωσηbusiness data processing - πληροφορική της τεκμηρίωσηςinformation storage and retrieval - βιομηχανικές εφαρμογές της πληροφορικήςindustrial data processing - ΑλσατίαAlsace - ιατρικές εφαρμογές της πληροφορικήςmedical computing - παράβασηoffence - υποδομή μεταφορώνtransport infrastructure - βιομηχανική υποδομήindustrial infrastructure - μηχανικόςengineer - επέμβαση στα εσωτερικά μιας χώραςinterference - πολιτική εναλλαγήpolitical alternation - νομοθετική πρωτοβουλίαlegislative initiative - καινοτομίαinnovation - πλημμύραflood - ανυποταξίαfailure to report for duty - εποπτεία των τροφίμωνfood inspection - επιθεώρηση εργασίαςlabour inspectorate - σχολική επιθεώρησηschool inspection - κτηνιατρική επιθεώρησηveterinary inspection - αλουμίνιοaluminium - λιμενικές εγκαταστάσειςharbour installation - ελεγκτικό όργανοsupervisory body - ISEETUI - όργανο ΑΚΕ-ΕΚACP-EC institution - θεσμικό κοινοτικό όργανοEU institution - χρηματοπιστωτικός οργανισμόςfinancial institution - πολιτικοί θεσμοίpolitical institution - θρησκευτικό ίδρυμαreligious institution - Ειδική Οργάνωση του ΟΗΕUN specialist institution - βελτίωση της κατοικίαςhousing improvements - ανάκρισηjudicial investigation - μουσικά όργαναmusical instrument - χρηματοδοτικό μέσονfinancial instrument - κοινοτικά χρηματοδοτικά μέσαCommunity financial instrument - INTALINTAL - κοινωνική ένταξη των μεταναστώνintegration of migrants - οικονομική ολοκλήρωσηeconomic integration - ευρωπαϊκή ολοκλήρωσηEuropean integration - βελτίωση της παραγωγήςproduction improvement - νομισματική ολοκλήρωσηmonetary integration - πολιτική ολοκλήρωσηpolitical integration - περιφερειακή ολοκλήρωσηregional integration - κοινωνική ενσωμάτωσηsocial integration - διανοούμενοςintellectual - εκλογικές προθέσειςvoting intentions - οικονομική αλληλεξάρτησηeconomic interdependence - απαγόρευση ασκήσεως επαγγέλματοςexclusion from public-sector employment - συμφωνία ΕΚEC agreement - βελτίωση φυτώνplant breeding - τόκοςinterest - εμπορικός μεσάζωνtrade intermediary - Εργατική ΔιεθνήςWorkers International - Σοσιαλιστική ΔιεθνήςSocialist International - εισαγωγή σε ψυχιατρείοpsychiatric confinement - επερώτησηquestion put to a minister - διερμηνείαinterpreting - βελτίωση του εδάφουςsoil improvement - ερμηνεία του δικαίουinterpretation of the law - χρηματοδοτική παρέμβασηfinancial intervention - παρέμβαση στην αγοράmarket intervention - εφεύρεσηinvention - επένδυσηinvestment - επένδυση στο εξωτερικόinvestment abroad - κοινοτική επένδυσηCommunity investment - άμεση επένδυσηdirect investment - ξένη επένδυσηforeign investment - βιομηχανική επένδυσηindustrial investment - διεθνής επένδυσηinternational investment - ιδιωτική επένδυσηprivate investment - δημόσια επένδυσηpublic investment - επένδυση σε περιφερειακό επίπεδοregional investment - απαραβίαστο της κατοικίαςbreach of domicile - ιώδιοiodine - ΙράκIraq - ΙράνIran - Ιριάν ΤζάγιαIrian Jaya - διευθέτηση του χρόνου εργασίαςarrangement of working time - ΙρλανδίαIreland - Βόρεια ΙρλανδίαNorthern Ireland - περιφέρειες της Ιρλανδίαςregions of Ireland - UNRISDUNRISD - ισλαμισμόςIslam - Iceland, Republic of Iceland - ISOISO - ισογλυκόζηisoglucose - μονωτικόinsulator - διαρρύθμιση δασώνforestry development - μόνωση κτιρίουbuilding insulation - ηχομόνωσηsound insulation - θερμομόνωσηthermal insulation - απομονωτισμόςisolationism - ΙσραήλIsrael - ΙταλίαItaly - περιφέρειες της Ιταλίαςregions of Italy - αγρανάπαυσηfallow - ΙαμαϊκήJamaica - υδραυλικά έργαhydraulic works - ΙαπωνίαJapan - περιβόλιkitchen garden - ΙάβαJava - τυχερά παιχνίδιαgame of chance - νέοςyoung person - νέος εργαζόμενοςyoung worker - Ολυμπιακοί ΑγώνεςOlympic games - JETJoint European Torus - ΙορδανίαJordan - Επίσημη ΕφημερίδαOfficial Journal - υδρογεωργική χωροταξίαwater management in agriculture - συνεχές ωράριοcontinuous working day - ιουδαϊσμόςJudaism - δικαστήςjudge - απόφαση δικαστηρίουruling - διοικητική δικαστική αρχήadministrative court - πολιτικό δικαστήριοcourt of civil jurisdiction - έκτακτο δικαστήριοcourt having special jurisdiction - αγροτική ανάπτυξηrural development - τακτικό δικαστήριοordinary court of law - στρατοδικείοmilitary court - ποινικό δικαστήριοcriminal court - δικαστήριο ανηλίκωνjuvenile court - δικαστήριο κοινωνικών διαφορώνsocial court - ανώτατο δικαστήριοhigher court - πρόστιμοfine - νομολογίαcase law - νομολογία ΕΚEC case law - χυμός φρούτωνfruit juice - χυμός λαχανικώνvegetable juice - ιούταjute - ΚαμπότζηCambodia - καπόκkapok - ΚένυαKenya - τροπολογίαamendment - ΚιριμπάτιKiribati - ΚουβέιτKuwait - ΡεϋνιόνRéunion - σήμα ποιότηταςquality label - λακτόζηlactose - μαλλίwool - γάλαmilk - γάλα-ρόφημαdrinking milk - εμπορική συμφωνίαtrade agreement - συμπυκνωμένο γάλαconcentrated milk - νωπό γάλαraw milk - αποκορυφωμένο γάλαskimmed milk - γάλα σε σκόνηpowdered milk - πλήρες γάλαwhole milk - γάλα που έχει υποστεί ζύμωσηfermented milk - ομογενοποιημένο γάλαhomogenised milk - παστεριωμένο γάλαpasteurised milk - αποστειρωμένο γάλαsterilised milk - βελτιωτικά του εδάφουςsoil conditioning - διάθεση νέου προϊόντος στην αγοράlaunching of a product - ομόσπονδο κράτοςState of a Federation - γλώσσαlanguage - ξένη γλώσσαforeign language - μητρική γλώσσαmother tongue - Λανγκντόκ-ΡουσιγιόνLanguedoc-Roussillon - ΛάοςLaos - κουνέλιrabbit - ΛάτιοLatium - ΑμερικήAmerica - νομιμότηταlegality - νομοθεσίαlegislation - νομοθεσία για τα είδη διατροφήςfoodstuffs legislation - νομοθεσία αντιντάμπινγκanti-dumping legislation - νομοθεσία αντιτράστanti-trust legislation - νομοθετική εξουσιοδότησηdelegated legislation - νομοθεσία φαρμάκωνpharmaceutical legislation - φυτοϋγειονομική νομοθεσίαplant health legislation - υγειονομική νομοθεσίαhealth legislation - σχολική νομοθεσίαschool legislation - κτηνιατρική νομοθεσίαveterinary legislation - βουλευτική περίοδοςlegislative period - νόμιμη άμυναself-defence - νομιμότητα εξουσίαςlegitimacy - λαχανικόvegetable - βολβώδες λαχανικόbulb vegetable - φυλλώδες λαχανικόleaf vegetable - καρποφόρο λαχανικόfruit vegetable - Κεντρική ΑμερικήCentral America - λαχανικό με βρώσιμη ρίζαroot vegetable - νωπό λαχανικόfresh vegetable - ψυχανθέςleguminous vegetable - ΛένστερLeinster - ΛεσόθοLesotho - λεύκωση ζώωνanimal leucosis - ΛίβανοςLebanon - φιλελευθερισμόςliberalism - Βόρεια ΑμερικήNorth America - απελευθέρωση των συναλλαγώνliberalisation of trade - ΛιβερίαLiberia - δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαιfreedom of association - ελευθερία έκφρασηςfreedom of expression - ελευθερία έκφρασης γνώμηςfreedom of opinion - ελευθερία πληροφόρησηςfreedom of communication - ελευθερία του Τύπουfreedom of the press - ελευθερία ναυσιπλοΐαςfreedom of navigation - Νότια ΑμερικήSouth America - δικαίωμα του συνέρχεσθαιfreedom of assembly - ελευθερία των εμπορικών συναλλαγώνfreedom of trade - ανεξιθρησκείαfreedom of religious beliefs - βιβλιοπωλείοbookshop - ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίωνfree movement of capital - ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτωνfree movement of goods - Λατινική ΑμερικήLatin America - ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπωνfree movement of persons - ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένωνfree movement of workers - ελεύθερος ανταγωνισμόςfree competition - ελευθερία αυτοδιάθεσηςfreedom of self-determination - ελεύθερη κυκλοφορίαfree circulation - ελεύθερη παροχή υπηρεσιώνfreedom to provide services - ΛιβύηLibya - άδεια εκμετάλλευσης διπλώματος ευρεσιτεχνίαςpatents licence - άδεια εμπορίαςtrade licence - άδεια εξαγωγήςexport licence - αμίαντοςasbestos - άδεια εισαγωγήςimport licence - άδεια μεταφοράςtransport licence - απόλυσηdismissal - ομαδική απόλυσηcollective dismissal - απόλυση για οικονομικούς λόγουςredundancy - Λιχτενστάιν, Πριγκιπάτο του ΛιχτενστάινLiechtenstein, Principality of Liechtenstein - φελλόςcork - επαρχία ΛιέγηςProvince of Liège - τόπος αλιείαςfishing grounds - τόπος εργασίαςworkplace - άμυλοstarch - δρομολόγια μεταφοράςtransport lines - λιγνίτηςlignite - Αραβικός ΣύνδεσμοςArab League - χώρες του Αραβικού ΣυνδέσμουArab League countries - ΛιγυρίαLiguria - ΛιμβούργοLimburg - βελγική επαρχία ΛιμβούργουProvince of Limbourg - περιορισμός εμπορίαςmarketing restriction - συμφωνία συνδέσεωςassociation agreement - Διεθνής ΑμνηστίαAmnesty International - αεριούχο ποτόaerated drink - ΛιμουζένLimousin - λίνοflax - ελαιούχο λίνοseed flax - πλίνθωμαingot - γλωσσολογίαlinguistics - ηδύποτοliqueur - εκκαθάριση εταιρίαςliquidation - απόσβεσηamortisation - εκκαθάριση της περιουσίαςreceivership - εκκαθάριση δαπανώνvalidation of expenditure - νομισματική ρευστότηταmoney-market liquidity - διεθνής ρευστότηταinternational liquidity - ψήφος χωρίς εκδήλωση προτίμησηςfixed party list - εκλογικός κατάλογοςelectoral register - λογοτεχνίαliterature - εκδόσεις περιορισμένης κυκλοφορίαςgrey literature - απόσβεση του χρέουςredemption of public debt - ακτήlittoral - παράδοσηdelivery - γεωγραφικός εντοπισμός ενεργειακών πηγώνenergy site - τόπος παραγωγήςlocation of production - ενοικίαση ακινήτουproperty leasing - αγορά με δόσειςhire purchase - ανταπεργίαlockout - στέγηhousing - αναλφαβητισμόςilliteracy - συλλογική κατοικίαmulti-storey dwelling - ανεξάρτητη κατοικίαsingle-family housing - ανθυγιεινές κατοικίεςsub-standard housing - εργατικές κατοικίεςsubsidised housing - λογισμικόsoftware - νόμοςlaw - δημοσιονομικός νόμοςfinance act - νόμος-πλαίσιοoutline law - αναψυχήleisure - ΛομβαρδίαLombardy - ΛωρραίνηLorraine - χαμηλό ενοίκιοlow rent - λιπαντικόlubricants - παιγνιοθήκηtoy library - καταπολέμηση των πυρκαγιώνfire protection - καταπολέμηση της ρύπανσηςpollution control measures - καταπολέμηση του εγκλήματοςfight against crime - ορθολογική χρήση των πλουτοπαραγωγικών πόρωνfight against wastage - πάλη των τάξεωνclass struggle - ανάλυση κόστους-ωφέλειαςcost-benefit analysis - capital of Luxembourg, Luxembourg, Luxembourg City, Luxembourg-Ville, Luxemburg - βελγική επαρχία ΛουξεμβούργουProvince of Luxembourg - μηδικήlucerne - λυοφίλισηfreeze-drying - ΜακάοMacao, Macau - μηχάνημαmachinery - γεωργικό μηχάνημαagricultural machinery - μηχανή γραφείουoffice equipment - ανάλυση κόστους-αποτελεσματικότηταςcost-effectiveness analysis - μηχανή συγκομιδήςharvester - υδραυλικό μηχάνημαhydraulic machinery - εργαλειομηχανήmachine tool - μηχάνημα πεπιεσμένου αέραpneumatic machinery - μηχάνημα κλωστοϋφαντουργίαςtextile machine - ΜασρέκMashreq - μακροοικονομίαmacroeconomics - ΜαδαγασκάρηMadagascar - ΜαδέραMadeira - ανάλυση εισροών-εκροώνinput-output analysis - μεγάλο πολυκατάστημαsupermarket - κατάστημα εκπτώσεωνdiscount store - ΜαγκρέμπMaghreb - δικαστικός λειτουργόςmagistrate - μαγνήσιοmagnesium - εργατικό δυναμικόlabour force - γεωργικό εργατικό δυναμικόagricultural labour force - οικογενειακό εργατικό δυναμικόfamily worker - γυναικείο εργατικό δυναμικόfemale worker - ανάλυση του νερούwater analysis - διατήρηση της απασχόλησηςjob preservation - διατήρηση της ειρήνηςpeacekeeping - καλαμποκιά, σιτηράcorn, Indian corn, maize, Zea mays - εκδοτικός οίκοςpublisher - απόλυτη πλειοψηφίαabsolute majority - ενηλικότητα κατά το αστικό δίκαιοage of majority - πλειοψηφίαmajority voting - κόμματα της πλειοψηφίαςpolitical majority - ειδική πλειοψηφίαqualified majority - σιωπηρή πλειοψηφίαsilent majority - ανάλυση πληροφοριώνinformation analysis - σχετική πλειοψηφίαsimple majority - ασθένειαillness - ζωική ασθένειαanimal disease - ασθένεια του αναπνευστικού συστήματοςrespiratory disease - καρδιαγγειακή πάθησηcardiovascular disease - ενδημική νόσοςendemic disease - λοιμώδης νόσοςcontagious disease - ψυχική ασθένειαmental illness - επαγγελματική νόσοςoccupational disease - τροπική νόσοςtropical disease - φυτική νόσοςplant disease - δυσφορία της νεολαίαςdisaffection of young people - Μαλαισιανή ΧερσόνησοςPeninsular Malaysia - ΜαλάουιMalawi - ΜαλαισίαMalaysia - ΜαλδίβεςMaldives - ΜαλίMali - κακή διατροφήmalnutrition - Νήσοι ΦόκλαντFalkland Islands - βύνηmalt - δημογραφική ανάλυσηdemographic analysis - ΜάλταMalta - θαλάσσιο θηλαστικόmarine mammal - ΜάγχηEnglish Channel - αντιπροσώπευσηpower of attorney - αιρετό αξίωμαelective office - μαγγάνιοmanganese - πολιτιστική εκδήλωσηcultural event - μανιόκαcassava - ανάλυση των ισολογισμώνbalance-sheet analysis - ανειδίκευτος εργάτηςunskilled worker - σχολικό εγχειρίδιοschool textbook - μαοϊσμόςMaoism - αγοράmarket - προθεσμιακή αγοράfutures market - αγορά γεωργικών προϊόντωνagricultural market - κοινοτική αγορά γεωργικών προϊόντωνCommunity agricultural market - αγορά spotspot market - ανάλυση κόστουςcost analysis - Κοινή Αγοράcommon market - Αραβική Κοινή ΑγοράArab Common Market - χώρες της Αραβικής Κοινής ΑγοράςArab Common Market countries - κοινοτική αγοράCommunity market - σύμβαση προμηθειώνsupplies contract - σύμβαση κατ' ανάθεσηnegotiated contract - σύμβαση έργωνworks contract - αγορά συναλλάγματοςforeign exchange market - οικονομική ανάλυσηeconomic analysis - αγορά βασικών προϊόντωνcommodities market - αγορά της εργασίαςlabour market - εξωτερική αγοράforeign market - πιστωτική αγοράfinancial market - κτηματική αγοράreal estate market - εσωτερική αγοράdomestic market - διεθνής αγοράinternational market - ελεύθερη αγοράopen market - χρηματαγοράmoney market - δημόσιες συμβάσειςpublic contract - δημοσιονομική ανάλυσηfinancial analysis - επίσημη αγοράofficial market - ΜάρκεMarches - μαργαρίνηmargarine - εμπορικό περιθώριο κέρδουςtrading margin - περιθώριο διακύμανσηςfluctuation margin - κοινωνικός αποκλεισμόςmarginalisation - γάμοςmarriage - ΜαρόκοMorocco - κοινωνική ανάλυσηsocial analysis - σήμαtrademark - ΜαρτινίκαMartinique - μαρξισμόςMarxism - σύνολο του προϋπολογισμούbudget volume - προσφορά χρήματοςmoney supply - οικοδομικά υλικάbuilding materials - πυρίμαχα υλικάheat-resisting materials - υλικό φωτισμούlighting equipment - αναρχισμόςanarchism - κατασκευαστικά μέσαconstruction equipment - εξοπλισμός γεώτρησηςdrilling equipment - ανυψωτικό μηχάνημαhoisting equipment - ηλεκτρολογικό υλικόelectrical equipment - μηχανικά υλικάmechanical equipment - μαθηματικάmathematics - λιπαρές ουσίες του γάλακτοςmilk fat - πλαστικές ύλεςplastics - ASEANAsean - πρώτη ύληraw material - ραδιενεργό υλικόradioactive materials - ΜαυρίκιοςMauritius - Ισλαμική Δημοκρατία της Μαυριτανίας, ΜαυριτανίαIslamic Republic of Mauritania, Mauritania, Mauritanie, Muritaniya - ΜαγιότMayotte - χώρες της MCACCACM countries - μηχάνημα ακριβείαςprecision engineering - γενική μηχανολογίαgeneral mechanical engineering - χώρες του ASEANAsean countries - εκμηχάνισηmechanisation - εκμηχάνιση της γεωργίαςmechanisation of agriculture - μηχανισμός νομισματικής παρέμβασηςexchange-rate mechanism - μηχανισμός στήριξηςsupport mechanism - ιατρικήmedicine - ιατρική της εργασίαςoccupational medicine - πρόληψη των ασθενειώνdisease prevention - σχολίατροιschool medicine - κτηνιατρικήveterinary medicine - σφαγή ζώωνslaughter of animals - συμφωνίες Μπρέτον ΓούντςBretton Woods agreement - ανατομίαanatomy - διαμεσολαβητήςmediator - μεγαλούποληmegalopolis - ΜελανησίαMelanesia - μελάσσαmolasses - νοικοκυριόhousehold - αγροτικό νοικοκυριόfarm household - μηνιαία καταβολή μισθούmonthly pay - ξυλουργίαjoinery - κατασκευή μεταλλικών κουφωμάτωνmetalwork - παλαιός πολεμιστήςex-serviceman - θάλασσαsea - Βαλτική ΘάλασσαBaltic Sea - Ιρλανδική ΘάλασσαIrish Sea - ΑνδαλουσίαAndalusia - ΑνδόρραAndorra - Νορβηγική ΘάλασσαNorwegian Sea - Βόρεια ΘάλασσαNorth Sea - ανυδρίτηςanhydride - Μεσόγειος ΘάλασσαMediterranean Sea - υδράργυροςmercury - μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματοςmeasure having equivalent effect - μέταλλαmetals - σιδηρούχα μέταλλαferrous metal - βαρέα μέταλλαheavy metal - μη σιδηρούχα μέταλλαnon-ferrous metal - ευγενή μέταλλαprecious metal - μεταλλοειδήmetalloid - ζώο για σφαγήslaughter animal - κονεομεταλλουργίαpowder metallurgy - επίμορτη αγροληψίαshare farming - σμιγόςmeslin - μετεωρολογίαmeteorology - μεθανόληmethanol - ερευνητική μέθοδοςresearch method - στατιστική μέθοδοςstatistical method - μετρολογίαmetrology - δήμος, μητρόπολη, πρωτεύουσα, πόληcapital, city, metropolis, urban center - ζώο αγροκτήματοςfarm animal - ΜεξικόMexico - Mezzogiorno - μικροοικονομίαmicro-economics - μικροφόρμαmicroform - ΜικρονησίαMicronesia - Νότια ΠυρηναίαMidi-Pyrenees - Ανατολικά ΜίντλαντςEast Midlands - Δυτικά ΜίντλαντςWest Midlands - μέλιhoney - ζώο γαλακτοπαραγωγήςdraught animal - μετανάστευσηmigration - παλινδρομική διακίνησηcommuting - παλιννόστησηreturn migration - οικογενειακή μετανάστευσηfamily migration - αναγκαστική μετανάστευσηenforced migration - μεθοριακή διακίνησηfrontier migration - παράνομη μετανάστευσηillegal migration - εσωτερική μετανάστευσηinternal migration - διαστική διακίνησηinter-urban migration - αντισταθμιστική συμφωνίαclearing agreement - οικόσιτο ζώοdomestic animal - ενδοαστική διακίνησηintra-urban commuting - κοινοτική μετανάστευσηCommunity migration - επαγγελματική μετανάστευσηoccupational migration - αγροτική μετανάστευσηrural migration - μετανάστευση από την ύπαιθρο στις πόλειςmigration from the countryside to the town - εποχική μετανάστευσηseasonal migration - εργασιακό περιβάλλονworking environment - σχολικό περιβάλλονschool environment - μέλος πολιτικής οργάνωσηςpolitical militant - ζώο αναπαραγωγήςbreeding animal - στρατιωτικοποίηση του διαστήματοςmilitarisation of space - στρατοκρατίαmilitarism - κεχρίmillet - σιδηρομετάλλευμαiron ore - μη σιδηρούχο μετάλλευμαnon-ferrous ore - μη μεταλλικό ορυκτόnon-metallic ore - ορυκτολογίαmineralogy - ζώντα ζώαlive animal - εισαγγελική αρχήpublic prosecutor's department - υπουργόςminister - ανηλικότητα κατά το αστικό δίκαιοinfancy - εθνική μειονότηταnational minority - σεξουαλικές μειονότητεςsexual minority - αλευροβιομηχανία, μύλοςflour milling, mill - πύραυλοιmissile - μεταλλική επίπλωσηmetal furniture - κινητικότητα του εργατικού δυναμικούlabour mobility - έγγειος κινητικότηταland mobility - γεωγραφική κινητικότηταgeographical mobility - κινητικότητα διαμονήςresidential mobility - κινητικότητα διδασκομένωνstudent mobility - κοινωνική κινητικότηταsocial mobility - τρόπος χρηματοδότησηςfinancing method - εκλογικό σύστημαvoting method - τρόπος μεταφοράςmode of transport - οικονομικό υπόδειγμαeconomic model - εκσυγχρονισμός επιχείρησηςcompany modernisation - εκσυγχρονισμός της βιομηχανίαςmodernisation of industry - εκσυγχρονισμός γεωργικής εκμετάλλευσηςfarm modernisation - τροποποίηση του προϋπολογισμούbudgetary amendment - ΜολίζεMolise - μαλάκιοmollusc - επετηρίδαyearbook - ΜολούκεςMoluccas - μολυβδαίνιοmolybdenum - ΜονακόMonaco - κοινοβουλευτική μοναρχίαconstitutional monarchy - κοσμοπολιτισμόςUniversalism - ΜογγολίαMongolia - νόμισμαmoney - αποθεματικό νόμισμαreserve currency - ηλεκτρονικό χρήμαelectronic funds transfer - πιστωτικό χρήμαpaper money - διεθνές νόμισμαinternational currency - εθνικό νόμισμαnational currency - λογιστικό χρήμαdeposit money - κοινοβουλευτικό σύστημα ενός νομοθετικού σώματοςunicameral system - μονοκρατορίαmonocracy - μονογραφίαmonograph - μονοπώλιοmonopoly - μονοπώλιο αγοράςmonopsony - κρατικό μονοπώλιοState monopoly - μονοπώλιο εισαγωγώνimport monopoly - ΑνταρκτικήAntarctica - μονοπώλιο πληροφοριώνmonopoly of information - φορολογικό μονοπώλιοfiscal monopoly - ΜοντσερράτMontserrat - όροςmountain - νομισματικά εξισωτικά ποσάmonetary compensatory amount - ηθική δεοντολογίαethics - δημόσια ήθηpublic morality - θνησιμότηταmortality - βρεφική θνησιμότηταinfant mortality - επαγγελματική θνησιμότηταoccupational mortality - κινητήραςengine - πρόταση μομφήςmotion of censure - καταναλωτικά κίνητραconsumer motivation - αντιβιοτικάantibiotic - πολιτικό κίνητροpolitical motivation - αυτονομιστικό κίνημαautonomous movement - κίνημα κατά των φυλετικών διακρίσεωνanti-racist movement - πολιτικά και κοινωνικά ρεύματαtrends of opinion - κίνηση κεφαλαίωνcapital movement - γυναικείο κίνημαwomen's movement - κίνημα νεολαίαςyouth movement - εθνικοαπελευθερωτικό κίνημαnational liberation movement - συμφωνία συμπληρωματικότηταςcomplementarity agreement - οικολογικό κίνημαecology movement - ευρωπαϊκό κίνημαEuropean Movement - εργατικό κίνημαworkers' movement - αγροτικό κίνημαfarmers' movement - κοινωνικό κίνημαsocial movement - μέσο επικοινωνίαςmeans of communication - μέσο μαζικής επικοινωνίαςmass media - μέσο γεωργικής παραγωγήςmeans of agricultural production - μεταφορικό μέσοmeans of transport - μεσαία επιχείρησηmedium-sized business - γεωργική εκμετάλλευση μεσαίου μεγέθουςmedium-sized holding - ΜοζαμβίκηMozambique - πολυγλωσσίαmultilingualism - πολυκομματικό σύστημαmultiparty system - ΜάνστερMunster - μουσείοmuseum - μουσικήmusic - Αγγλικές ΑντίλλεςBritish West Indies - μυκητοκαλλιέργειαmushroom-growing - NAFONAFO - ΝαμίμπιαNamibia - επαρχία ΝαμύρProvince of Namur - γεννητικότηταbirths - εθνικοσοσιαλισμόςNational Socialism - εθνικοποίησηnationalisation - Γαλλικές ΑντίλλεςFrench West Indies - εθνικισμόςnationalism - ιθαγένειαnationality - ιθαγένεια νομικών προσώπωνnationality of legal persons - πολιτογράφησηnaturalisation - ΝαούρουNauru - ΝαβάρραNavarre - εναέρια κυκλοφορίαair traffic - ποταμοπλοΐαinland waterway shipping - θαλάσσια ναυσιπλοΐαmaritime shipping - Ολλανδικές ΑντίλλεςNetherlands Antilles - φορτηγό πλοίοcargo vessel - πλοίο για φορτηγίδεςbarge carrier ship - έμποροςmerchant - συλλογικές διαπραγματεύσειςcollective bargaining - Γύρος ΤόκυοTokyo Round - Γύρος ΝτίλλονDillon Round - Γύρος ΚέννεντυKennedy Round - δασμολογικές διαπραγματεύσειςtariff negotiations - αντισημιτισμόςanti-semitism - ΝεπάλNepal - ουδετερότηταneutrality - ΝΚΜNew Community Instrument - ΝικαράγουαNicaragua - νικέλιοnickel - ΝίγηρNiger - επίπεδο εκπαίδευσηςlevel of education - βαθμός ρύπανσηςdegree of pollution - επαρχία ΑμβέρσαςProvince of Antwerp - βιοτικό επίπεδοstandard of living - ηχητική στάθμηnoise level - φοινικοκάρυδοpalm nut - νομαδισμόςnomadism - ονοματολογίαnomenclature - ονοματολογία του προϋπολογισμούbudgetary classification - ονοματολογία γεωργικών προϊόντωνagricultural product nomenclature - δασμολογική ονοματολογίαtariff nomenclature - ANZUSAnzus - αδέσμευτη πολιτικήnon-alignment - μη εγγεγραμμένοςnon-attached member - μη χρήση βίαςnon-violence - Βόρεια ΓιουτλάνδηNorth Jutland - Νορ-πα-ντε-ΚαλαίNord-Pas-de-Calais - τυποποίησηstandardisation - πρότυποstandard - κανόνας διατροφήςfood standard - χώρες του ANZUSAnzus countries - βιολογικό πρότυποbiological standard - κανόνας εμπορίαςmarketing standard - κανόνας εργασίαςlabour standard - κοινωνικός κανόναςsocial norm - συμβολαιογράφοςnotary - πολιτική φυλετικού διαχωρισμούapartheid - νέα οικονομική τάξη πραγμάτωνnew economic order - Νέα ΚαληδονίαNew Caledonia - Νέα ΖηλανδίαNew Zealand - όχλησηnuisance - ακυρότητα εκλογήςinvalidity of an election - γαμηλιότηταmarriage rate - ICAOICAO - ΑΟΠAPO - συμφωνία συνεργασίαςcooperation agreement - άπατριςstateless person - άρνηση στρατεύσεως για λόγους συνειδήσεωςconscientious objection - ομολογίαbond - υποχρέωση διατροφήςmaintenance obligation - υποχρέωση μη ασκήσεως ανταγωνισμούnon-competition clause - εμπόδια στην ανάπτυξηobstacle to development - OCAMAMCO - χώρες του OCAMCCAM countries - απεριτίφaperitif - ΟΟΣΑOECD - χώρες του ΟΟΣΑOECD countries - ωκεανόςocean - Νότιος Παγωμένος ΩκεανόςAntarctic Ocean - Βόρειος Παγωμένος ΩκεανόςArctic Ocean - Ατλαντικός ΩκεανόςAtlantic Ocean - Ινδικός ΩκεανόςIndian Ocean - Ειρηνικός ΩκεανόςPacific Ocean - ΩκεανίαOceania - ωκεανογραφίαoceanography - μελισσοκομίαapiculture - ODECAOCAS - χώρες του ODECAOCAS countries - OEAOAS - χώρες του OEAOAS countries - Οστ φορ ΣτόρμπαιλτEast of the Great Belt - αβγόegg - έργο τέχνηςwork of art - ΟΕΒEPO - βοηθητικός δικαστικός λειτουργόςpublic legal official - συσκευή εγγραφήςrecording equipment - προσφορά εργασίαςjob vacancy - προσφορά ενέργειαςavailable energy - προσφορά και ζήτησηsupply and demand - δημόσια προσφορά εξαγοράς μετοχώνtakeover bid - ILOILO - ελαιοκαλλιέργειαolive-growing - πετρελαιαγωγόςoil pipeline - ολιγοστοιχείοtrace element - ολιγοπώλιοoligopoly - ολιγοψώνιοoligopsony - ελιάolive - ΟΑΠPLO - ΟμάνOman - ΟυμβρίαUmbria - Διαμεσολαβητής ΕΚEC Ombudsman - ΙΜΟIMO - WMOWMO - WIPOWIPO - WHOWHO - UNIDOUnido - ΟΠΕΑΧOAPEC - ΟΠΕΚOPEC - χώρες του ΟΠΕΚOPEC countries - τραπεζική δραστηριότηταbanking - χρηματιστηριακές εργασίεςstock-exchange transaction - πράξεις συναλλάγματοςexchange transaction - κοινή γνώμηpublic opinion - Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων ΕΚOOPEC - αντιφρονώνopposition - αντιπολίτευσηpolitical opposition - χρυσόςgold - ηλεκτρονικός υπολογιστήςcomputer - διάταξηordinance - συσκευή μέτρησηςmeasuring equipment - ημερήσια διάταξηagenda - επαγγελματικός σύλλογοςprofessional society - δημόσια τάξηpublic order - επικουρικό κοινοτικό όργανο - οργανόγραμμαorganization chart - διοικητική οργάνωσηadministrative structures - αφρικανικός οργανισμόςAfrican organisation - αφροασιατικός οργανισμόςAfro-Asian organisations - συσκευή ακριβείαςprecision instrument - αμερικανικός οργανισμόςAmerican organisation - αραβικός οργανισμόςArab organisation - ασιατικός οργανισμόςAsian organisation - κοινή οργάνωση αγοράςcommon organisation of markets - πολιτιστική οργάνωσηcultural organisation - οργάνωση της εκπαίδευσηςorganisation of teaching - ραδιοφωνική συσκευήradio equipment - οργάνωση της παραγωγήςorganisation of production - οργάνωση επαγγελματικού κλάδουorganisation of professions - ΟΗΕUNO - οργάνωση των κομμάτωνparty organisation - οργάνωση των μεταφορώνorganisation of transport - οργάνωση της αγοράςmarket organisation - Οργανισμός του Συμφώνου της ΒαρσοβίαςWarsaw Pact Organisation - οργάνωση της εργασίαςorganisation of work - τηλεοπτική συσκευήtelevision equipment - οργάνωση των εκλογώνorganisation of elections - ευρωπαϊκός οργανισμόςEuropean organisation - διακυβερνητικός οργανισμόςintergovernmental organisation - διεθνείς οργανισμοίinternational organisation - λατινοαμερικανικός οργανισμόςLatin American organisation - μη κυβερνητικός οργανισμόςnon-governmental organisation - ηλεκτρονική συσκευήelectronic device - κριθάριbarley - γεωργικός προσανατολισμόςagricultural guidance - επαγγελματικός προσανατολισμόςvocational guidance - σχολικός προσανατολισμόςeducational guidance - ορφανόorphan - Στατιστική Υπηρεσία ΕΚSOEC - NATONATO - χώρες του ΝΑΤΟNATO countries - SEATOSEATO - Αφρικανική ΈνωσηAfrican Union - Δημοκρατία της Ουγκάντας, ΟυγκάνταRepublic of Uganda, Uganda - γεωργικό εργαλείοagricultural implement - εργαλεία οικιακής χρήσηςhand tool - τεχνικά έργαstructure - εργάτηςblue-collar worker - ειδικευμένος εργάτηςskilled worker - ημιειδικευμένος εργάτηςsemi-skilled worker - ΟβεράισσελOverijssel - προβατοειδήsheep - ωοπροϊόνταegg product - οξείδιοoxide - οξυγόνοoxygen - όζονozone - πληρωμήpayment - προπληρωμήadvance payment - πρόσκληση υποβολής προσφορώνinvitation to tender - διεθνείς πληρωμέςinternational payment - ενδοκοινοτικές πληρωμέςintra-Community payment - άρτοςbread - ΠακιστάνPakistan - ανοικτός συνδυασμόςcross voting - ΠαναμάςPanama - καλάθι νομισμάτωνbasket of currencies - αρτοποίησηbread-making - άμεση εφαρμογήdirect applicability - paper - Παπουασία-Νέα ΓουινέαPapua New Guinea - φόροι υπέρ τρίτωνquasi-fiscal charge - ΠαραγουάηParaguay - παρασιτολογίαparasitology - σύνολο κυκλοφορούντων αυτοκινήτωνvehicle fleet - σιδηροδρομικό τροχαίο υλικόrolling stock - εθνικό πάρκοnational park - εφαρμογή του νόμουapplication of legislation - αγροτεμάχιοplot - άγαμος γονέαςsingle parent - συγγένειαrelationship - συναλλαγματική ισοτιμίαexchange parity - ισοτιμία αγοραστικής δύναμηςpurchasing power parity - κοινοβούλιοparliament - Ευρωπαϊκό ΚοινοβούλιοEuropean Parliament - εθνικό κοινοβούλιοnational parliament - περιφερειακό κοινοβούλιοregional parliament - βουλευτήςMember of Parliament - εφαρμογή του κοινοτικού δικαίουnational implementation of Community law - βουλευτής του Ευρωπαϊκού ΚοινοβουλίουMember of the European Parliament - διανομή της κυριότηταςdivision of property - κομμουνιστικό κόμμαCommunist Party - συντηρητικό κόμμαConservative Party - δημοκρατικό κόμμαDemocratic Party - χριστιανοδημοκρατικό κόμμαChristian Democratic Party - οικολογικό κόμμαEcology Party - ευρωπαϊκό κόμμαEuropean party - εφαρμογή της ηλιακής ενέργειαςsolar energy end-use applications - φιλελεύθερο κόμμαLiberal Party - πολιτικό κόμμαpolitical party - ρεπουμπλικανικό κόμμαRepublican Party - σοσιαλδημοκρατικό κόμμαSocial Democratic Party - σοσιαλιστικό κόμμαSocialist Party - εργατικό κόμμαLabour Party - μονοκομματισμόςone-party system - εταιρική συμμετοχήshareholding - γυναικεία συμμετοχήparticipation of women - συμμετοχή των εργαζομένωνworker participation - αξιολόγηση του προσωπικούstaff assessment - συμμετοχή στις εκλογέςturnout of voters - πολιτική συμμετοχήpolitical involvement - κοινωνική συμμετοχήsocial participation - διαβατήριοpassport - ευρωπαϊκό διαβατήριοEuropean passport - παστερίωσηpasteurisation - ζυμαρικάpasta - συμφωνία ελεύθερων συναλλαγώνfree-trade agreement - μαθητευόμενοςapprentice - βιομηχανία ζαχαροπλαστικήςpastry-making - πολιτιστική κληρονομιάcultural heritage - οργάνωση εργοδοτώνemployers' organisation - οικονομική εξαθλίωσηpauperisation - ένδειαpoverty - σημαία πλοίουship's flag - σημαία ευκαιρίαςflag of convenience - επαγγελματική μαθητείαapprenticeship - συνδεδεμένη χώραassociated country - Κάτω ΧώρεςNetherlands - ΥΧΕ των Κάτω ΧωρώνNetherlands OCT - περιφέρειες των Κάτω Χωρώνregions of the Netherlands - Χώρα των ΒάσκωνBasque Country - Ουαλία, ΟυαλλίαCambria, Cymru, Wales - χώρες Ανατολικού ΣυνασπισμούEastern Bloc countries - εφοδιασμόςsupply - περιοχή του ΛίγηραLoire Region - δότρια χώραdonor country - αναπτυσσόμενες χώρεςdeveloping countries - Υπερπόντιες Χώρες και Εδάφηoverseas countries and territories - βιομηχανικές χώρεςindustrialised country - χώρα μέλοςmember country - λιγότερο ανεπτυγμένες χώρεςleast-developed country - τρίτες χώρεςthird country - διόδιαtoll - δέρμα ζώουanimal skin - προμήθεια όπλωνarms supply - παράκτια αλιείαinshore fishing - αλιεία σε γλυκά ύδαταfreshwater fishing - αλιεία ανοικτής θάλασσαςdeep-sea fishing - βιομηχανική αλιείαindustrial fishing - θαλάσσια αλιείαsea fishing - απορριπτόμενα αλιεύματαdiscarded fish - παραδοσιακή αλιείαtraditional fishing - αλιεύςfisherman - ενεργειακός ανεφοδιασμόςenergy supply - νέα παιδαγωγικήnew educational methods - θανατική ποινήdeath penalty - ΠελοπόννησοςPeloponnese - φορτηγίδαbarge - έλλειψηshortage - έλλειψη τροφίμωνfood shortage - ανακατανομή των δημόσιων πόρωνfinancial equalisation - υδατοκαλλιέργειαaquaculture, aquiculture - ενεργητική τελειοποίησηinward processing - παθητική τελειοποίησηoutward processing - αλιευτική περίοδοςfishing season - μεταβατική περίοδος ΕΚEC transitional period - άδεια οδήγησηςdriving licence - ευρωπαϊκή άδεια οδήγησηςEuropean driving licence - άδεια δόμησηςbuilding permit - ΑκουϊτανίαAquitaine - ειδική άδεια αλιείαςfishing permit - άδεια εργασίαςwork permit - ΠερούPeru - προσωποποίηση της εξουσίαςpersonalisation of power - ηλικιωμένοςelderly person - διαζευγμένοιdivorced person - έγγαμοςmarried person - Σαουδική ΑραβίαSaudi Arabia - νομικό πρόσωποlegal person - φυσικό πρόσωποnatural person - σύζυγος εν διαστάσειseparated person - μοναχικό άτομοone person household - χήροςwidowed person - προσωπικόstaff - προσωπικό εδάφουςground staff - προσωπικό ΕΚ κατηγορίας ΑEC category A staff - αραχίδαgroundnut - προσωπικό ΕΚ κατηγορίας ΒEC category B staff - προσωπικό ΕΚ κατηγορίας ΓEC category C staff - προσωπικό ΕΚ κατηγορίας ΔEC category D staff - οδηγοίdrivers - προσωπικό των μεταφορώνtransport staff - δικαστικά επαγγέλματαlegal profession - προσωπικό πληρώματοςcrew - προσωπικό σωφρονιστικών καταστημάτωνpenitentiary staff - ΑραγώναAragon - χρηματοοικονομική ζημίαfinancial loss - πανώλης των ζώωνanimal plague - φυτοφάρμακοpesticide - μικρή επιχείρησηsmall business - μικρομεσαίες επιχειρήσειςsmall and medium-sized enterprises - μικρή γεωργική εκμετάλλευσηsmallholding - κωμόποληsmall town - Μικρές ΑντίλλεςLesser Antilles - αναφοράpetition - πετροχημική βιομηχανίαpetrochemicals - πετροδολάριοpetrodollar - πετρέλαιοpetroleum - φαρμακευτικήpharmacology - ΦιλιππίνεςPhilippines - φιλοσοφίαphilosophy - πολιτική φιλοσοφίαpolitical philosophy - οικονομική πρόκριση συναλλαγήςarbitrage - φωσφόροςphosphorus - φωτοχημείαphotochemistry - φωτοβολταϊκή στήληphotovoltaic cell - φυσιολογία της εργασίαςoccupational physiology - πυρηνική φυσικήnuclear physics - ΠικαρδίαPicardy - ανταλλακτικάspare part - ΠεδεμόντιοPiedmont - διεθνής διαιτησίαinternational arbitration - πολύτιμος λίθοςprecious stones - στοιχεία καυσίμουfuel cell - πειρατείαpiracy - ιχθυοτροφίαfish farming - ποδηλατόδρομοςcycle track - τοποθέτηση κεφαλαίωνinvestment transaction - ανώτατο όριο δασμούtariff ceiling - πολιτική διαιτησίαpolitical arbitration - πεδιάδαplain - σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσηςanti-crisis plan - πολεοδομικό σχέδιοtown-planning scheme - Σχέδιο του ΚολόμποColombo Plan - αναπτυξιακό πρόγραμμαdevelopment plan - σχέδιο χρηματοδότησηςfinancing plan - πλαγκτόνplankton - δενδροκομίαarboriculture - προγραμματισμός της εκπαίδευσηςeducational planning - οικογενειακός προγραμματισμόςfamily planning - σχεδιασμός της παραγωγήςproduction planning - προγραμματισμός των μεταφορώνtransport planning - σχεδιασμός της αγοράςmarket planning - οικονομικός προγραμματισμόςeconomic planning - χρηματοοικονομικός σχεδιασμόςfinancial planning - δένδρο, δέντροsapling, tree - βιομηχανικός σχεδιασμόςindustrial planning - εθνικός προγραμματισμόςnational planning - περιφερειακός προγραμματισμόςregional planning - προγραμματισμός κατά τομέαsectoral planning - δενδρύλλιοseedling - φυτείαplantation - υδρόβιο φυτόaquatic plant - κτηνοτροφικό φυτόfodder plant - βιομηχανικό φυτόindustrial plant - ελαιούχο φυτόoleaginous plant - ρητινώδηconifer - σκαλιστικό φυτόroot crop - κλωστικό φυτόtextile plant - τροπικό φυτόtropical plant - καλλιέργεια υπό κάλυψηcultivation under plastic - πλαστικοποιητήςplasticiser - πλατέαplate - πολιτικό πρόγραμμαpolitical programme - υφαλοκρηπίδαcontinental shelf - λευκόχρυσοςplatinum - γύψοςplaster, plaster of Paris - φυλλοβόλοdeciduous tree - πλήρης απασχόλησηfull employment - μόλυβδοςlead - πλουτώνιοplutonium - πνευστό ελαστικό επίσωτροpneumatic tyre - UNDPUNDP - UNEPUNEP - βάρος και διαστάσειςweight and size - εμπορικό κατάστημα, πρατήριοmercantile establishment, outlet, retail outlet, retail store, sales outlet - ψάριfish - ψάρι γλυκού νερούfreshwater fish - θαλάσσιο ψάριsea fish - νωπό ψάριfresh fish - Πουατού-ΣαράντPoitou-Charentes - αστυνομίαpolice - υπηρεσία διώξεως κοινού εγκλήματοςcriminal investigation department - γεωργική πολιτικήagricultural policy - Κοινή Γεωργική Πολιτικήcommon agricultural policy - εθνική γεωργική πολιτικήnational agricultural policy - περιφερειακή γεωργική πολιτικήregional farm policy - επισιτιστική πολιτικήfood policy - τραπεζική πολιτικήbanking policy - δημοσιονομική πολιτικήbudget policy - εμπορική πολιτικήtrade policy - κοινή εμπορική πολιτικήcommon commercial policy - κοινοτική πολιτικήCommunity policy - συμφωνία περιορισμούvoluntary restraint agreement - αρχαιολογίαarchaeology, archeology - κοινοτική πολιτική απασχόλησηςCommunity employment policy - Κοινή Αλιευτική Πολιτικήcommon fisheries policy - κοινή πολιτική τιμώνcommon price policy - κοινή πολιτική μεταφορώνcommon transport policy - συγκυριακή πολιτικήshort-term economic policy - πολιτιστική πολιτικήcultural policy - πολιτική παροχής βοήθειαςaid policy - πολιτική λιτότηταςausterity policy - παρεμβατική πολιτικήintervention policy - επενδυτική πολιτικήinvestment policy - αμυντική πολιτικήdefence policy - αναπτυξιακή πολιτικήdevelopment policy - χρηματοδοτική πολιτικήfinancing policy - εκπαιδευτική πολιτικήeducation policy - πολιτική απασχόλησηςemployment policy - πολιτική της επιχείρησηςbusiness policy - περιβαλλοντική πολιτικήenvironmental policy - αρχιτεκτονικήarchitecture - πολιτική της πληροφόρησηςinformation policy - πολιτική της επικοινωνίαςcommunications policy - πολιτική του ανταγωνισμούcompetition policy - πολιτική κτιριακών έργωνconstruction policy - αλιευτική πολιτικήfisheries policy - πολιτική γεωργικής παραγωγήςagricultural production policy - πολιτική έρευναςresearch policy - πολιτική για την υγείαhealth policy - πολιτική γεννήσεωνbirth policy - πολιτική της παραγωγήςproduction policy - ηλιακή αρχιτεκτονικήsolar architecture - πολιτική στήριξηςsupport policy - δημογραφική πολιτικήpopulation policy - πολιτική των συνασπισμώνEast-West policy - συναλλαγματική πολιτικήexchange policy - πολιτική εξαγωγώνexport policy - πολιτική εισαγωγώνimport policy - πολιτική τιμώνprices policy - εισοδηματική πολιτικήincomes policy - μισθολογική πολιτικήpay policy - αρχείοarchives - πολιτική γεωργικών διαρθρώσεωνpolicy on agricultural structures - πολιτική μεταφορώνtransport policy - πιστωτική πολιτικήcredit policy - στεγαστική πολιτικήhousing policy - οικονομική πολιτικήeconomic policy - ενεργειακή πολιτικήenergy policy - ευρωπαϊκή αμυντική πολιτικήEuropean defence policy - εξωτερική πολιτικήforeign policy - οικογενειακή πολιτικήfamily policy - χρηματοπιστωτική πολιτικήfinancial policy - ΑρκτικήArctic - φορολογική πολιτικήfiscal policy - δασική πολιτικήforestry policy - κυβερνητική πολιτικήgovernment policy - βιομηχανική πολιτικήindustrial policy - εσωτερική πολιτικήdomestic policy - μεταναστευτική πολιτικήmigration policy - νομισματική πολιτικήmonetary policy - γεωργονομισματική πολιτικήagri-monetary policy - λιμενική πολιτικήports policy - κοινή λιμενική πολιτικήcommon ports policy - άργυροςsilver - περιφερειακή πολιτικήregional policy - κοινοτική περιφερειακή πολιτικήCommunity regional policy - κοινωνική πολιτικήsocial policy - διαρθρωτική πολιτικήstructural policy - δασμολογική πολιτικήtariff policy - κοινή δασμολογική πολιτικήcommon tariff policy - ρύποςpollutant - ατμοσφαιρικοί ρύποιatmospheric pollutant - ρύποι του νερούwater pollutant - ρύπανσηpollution - ΑργεντινήArgentina - ηχορύπανσηnoise pollution - ατμοσφαιρική ρύπανσηatmospheric pollution - χημική ρύπανσηchemical pollution - ρύπανση χερσαίας προέλευσηςpollution from land-based sources - ρύπανση των υδάτωνwater pollution - ρύπανση των τροφίμωνfood contamination - ρύπανση των ακτώνcoastal pollution - ρύπανση των υδάτινων ρευμάτωνpollution of waterways - ρύπανση του εδάφουςsoil pollution - ρύπανση της θάλασσαςmarine pollution - ξηροκαλλιέργειαdry farming - ρύπανση από οργανικές ουσίεςorganic pollution - ρύπανση από τη γεωργική δραστηριότηταpollution from agricultural sources - ραδιενεργός ρύπανσηradioactive pollution - ρύπανση της στρατόσφαιραςstratospheric pollution - θερμική ρύπανσηthermal pollution - διαμεθοριακή ρύπανσηtransfrontier pollution - ΠολωνίαPoland - πολυκαλλιέργειαmixed cropping - πολυμερήpolymer - ΠολυνησίαPolynesia - Γαλλική ΠολυνησίαFrench Polynesia - γεώμηλοpotato - αντλία θερμότηταςheat pump - οικονομικά ενεργός πληθυσμόςworking population - ενεργός γεωργικός πληθυσμόςworking population engaged in agriculture - απασχολούμενος οικονομικά ενεργός πληθυσμόςpersons in work - πληθυσμός σε ηλικία απασχόλησηςpopulation of working age - παγκόσμιος πληθυσμόςworld population - οικονομικά μη ενεργός πληθυσμόςnon-working population - συμφωνία αλιείαςfishing agreement - χημικά όπλαchemical weapon - αγροτικός πληθυσμόςrural population - αστικός πληθυσμόςurban population - χοιροειδήswine - αλιευτικό λιμάνιfishing port - Πόρτο ΡίκοPuerto Rico - ΠορτογαλίαPortugal - περιφέρειες της Πορτογαλίαςregions of Portugal - δεσπόζουσα θέσηdominant position - ταχυδρομεία και τηλεπικοινωνίεςpostal and telecommunications services - συμβατικά όπλαconventional weapon - κάλιοpotassium - αναπτυξιακό δυναμικόdevelopment potential - ΑπουλίαApulia - ώθηση φορτηγίδωνpush towing - σκόνηdust - πολιτική εξουσίαpolitical power - αρμοδιότητα επί του προϋπολογισμούbudgetary power - αγοραστική δύναμηpurchasing power - εξουσία εκτίμησηςpower of assessment - εξουσία εκτέλεσηςpower of implementation - εξουσία πρωτοβουλίαςpower of initiative - εξουσία ελέγχουsupervisory power - εξουσία λήψεως αποφάσεωνpower of decision - διαπραγματευτική εξουσίαpower to negotiate - κυρωτική εξουσίαpower of ratification - διακριτική εξουσίαdiscretionary power - εκτελεστική εξουσίαexecutive power - δικαστική εξουσίαjudicial power - νομοθετική εξουσίαlegislative power - κανονιστική εξουσίαstatutory power - δημόσιες αρχέςpublic authorities - προσυσκευασίαpre-packaging - γενικευμένες προτιμήσειςgeneralised preferences - γεωργική εισφοράagricultural levy - εισφορά ΕΚΑΧECSC levy - πρώτη απασχόλησηfirst job - παιδιά βρεφικής και νηπιακής ηλικίαςearly childhood - πυρηνικά όπλαnuclear weapon - προετοιμασία του εδάφουςsoil preparation - παραγραφή της ποινήςbarring of penalties by limitation - Πρόεδρος του ΚοινοβουλίουSpeaker of Parliament - Τύποςpress, public press - πολιτικός Τύποςpolitical press - παροχή επιζώντωνsurvivor's benefit - παροχή υπηρεσιώνprovision of services - τακτικά πυρηνικά όπλαtactical nuclear weapon - οικογενειακή παροχήfamily benefit - κοινωνική παροχήsocial-security benefit - δανειοδότησηloan - δάνειο ΕΤΕEIB loan - δάνειο ΕΚΑΧECSC loan - παροχή κοινοτικού δανείουCommunity loan - δάνειο ΕυρατόμEuratom loan - πρόληψη της ρύπανσηςprevention of pollution - βραχυπρόθεσμη πρόβλεψηshort-term forecast - μακροπρόθεσμη πρόβλεψηlong-term forecast - μεσοπρόθεσμη πρόβλεψηmedium-term forecast - δημοσιονομική πρόβλεψηbudget estimate - οικονομική πρόβλεψηeconomic forecasting - υπεροχή του δικαίουprimacy of the law - υπεροχή του κοινοτικού δικαίουprecedence of Community law - προσαυξήσεις μισθούbonus payment - πριμοδότηση σφαγήςslaughter premium - πριμοδότηση εκρίζωσηςgrubbing premium - πριμοδότηση μη εμπορίαςnon-marketing premium - ασφάλιστροinsurance premium - πριμοδότηση αποθεματοποίησηςstorage premium - πρώιμα οπωροκηπευτικάearly fruit and vegetables - αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει»polluter pays principle - οικονομική προτεραιότηταeconomic priority - στρατόςarmed forces - λήψη απόφασηςdecision-making - πολιτικός κρατούμενοςpolitical prisoner - στέρηση των δικαιωμάτωνdeprivation of rights - τιμήprices - τιμή ψαλίδαςbracket price - τιμή εξαγωγήςexport price - τιμή εισαγωγήςimport price - τιμή καταναλωτήconsumer price - επαγγελματικός στρατόςprofessional army - τιμή παραγωγούproducer price - γεωργικές τιμέςfarm prices - τιμή τροφίμωνfood price - τιμή CIFcif price - τιμή αγοράςpurchase price - τιμή ανάσχεσηςsluice-gate price - τιμή παρέμβασηςintervention price - τιμή στόχουnorm price - συμφωνία σε θέματα τιμώνprice agreement - εξοπλισμοίmilitary equipment - τιμή προσφοράςoffer price - τιμή προσανατολισμούguide price - τιμή βάσηςbasic price - τιμή ενεργοποίησηςactivating price - λιανική τιμήretail price - χονδρική τιμήwholesale price - τιμή ενεργείαςprice of energy - τιμή γηςprice of farm land - αγοραία τιμήmarket prices - τιμή αναγωγήςreference price - αρωματική ουσίαflavouring - τιμή απόσυρσηςwithdrawal price - τιμή κόστουςcost price - τιμή κατωφλίουthreshold price - τιμή στήριξηςsupport price - τέλη στάθμευσηςstandage - τιμή πώλησηςselling price - τιμή βασικών προϊόντωνcommodity price - τιμή που εισάγει διάκρισηdiscriminatory price - αγρομίσθωμαfarm rent - τιμή της διεθνούς αγοράςworld market price - διοικητική απόφασηadministrative order - προκαθορισμένη τιμήprice fixed in advance - τιμή «ελεύθερο στο κατάστρωμα»free-on-board price - τιμή «ελεύθερο στα σύνορα»free-at-frontier price - τιμή σκανδάληςtrigger price - εγγυημένη τιμήguaranteed price - επιβαλλόμενη τιμήimposed price - ενδεικτική τιμήtarget price - βιομηχανική τιμήindustrial price - ελεύθερη τιμήfree price - μέγιστη τιμήmaximum price - άρδευσηirrigation - ελάχιστη τιμήminimum price - ελάχιστη εγγυημένη τιμήguaranteed minimum price - μέση τιμήaverage price - προτιμησιακή τιμήpreferential price - μειωμένη τιμήreduced price - τιμή παράδοσηςdelivered price - αντιπροσωπευτική τιμήrepresentative price - τέχνεςarts - αντιπροσωπευτική αγοραία τιμήrepresentative market price - κοινωνικά προβλήματαsocial problem - προβλήματα της πόληςurban problem - χημικές διεργασίεςchemical process - ηλεκτρικές διεργασίεςelectrical process - φυσικές διεργασίεςphysical process - διοικητική δικονομίαadministrative procedure - διαδικασία κατά των επιδοτήσεωνanti-subsidy proceeding - λαϊκή τέχνηpopular art - διαδικασία του προϋπολογισμούbudgetary procedure - πολιτική δικονομίαcivil procedure - πειθαρχική διαδικασίαdisciplinary proceedings - διαδικασία ενώπιον δικαστηρίωνjudicial proceedings - νομοθετική διαδικασίαlegislative procedure - κοινοβουλευτική διαδικασίαparliamentary procedure - ποινική διαδικασίαcriminal procedure - Μέση και Εγγύς ΑνατολήMiddle East - είδη δώρωνgift item - παραγωγήproduction - παραγωγή εν σειράassembly line production - γεωργική παραγωγήagricultural production - παραγωγή τροφίμωνfood production - ζωική παραγωγήanimal production - βιοτεχνική παραγωγήcraft production - κοινοτική παραγωγήCommunity production - συνεχής παραγωγήcontinuous production - παραγωγή ενέργειαςenergy production - παραγωγή υδρογόνουhydrogen production - μαζική παραγωγήmass production - αλιεύματαfishery product - ελλειμματική παραγωγήunderproduction - βιομηχανική παραγωγήindustrial production - παγκόσμια παραγωγήworld production - εθνική παραγωγήnational production - φυτική παραγωγήcrop production - παραγωγικότηταproductivity - γεωργική παραγωγικότηταagricultural productivity - είδη διακόσμησηςdecorative item - παραγωγικότητα των γαιώνland productivity - παραγωγικότητα της εργασίαςwork productivity - προϊόν με βάση τα σιτηράcereal product - προϊόν με βάση τα φρούταfruit product - προϊόν με βάση τα λαχανικάvegetable product - προϊόν με βάση το ψάριfish product - προϊόν με βάση τη ζάχαρηsugar product - γεωργικό προϊόνagricultural product - προϊόν διατροφήςfoodstuff - σύνθετο προϊόν διατροφήςprocessed food product - ζωικό προϊόνanimal product - προϊόν κρέατοςmeat product - χημικό προϊόνchemical product - ανόργανο χημικό προϊόνinorganic chemical product - συμπυκνωμένο προϊόνconcentrated product - τυποποιημένο προϊόνpackaged product - κατεψυγμένο προϊόνfrozen product - καλλυντικά προϊόνταcosmetic product - αθλητικά είδηsports equipment - προϊόντα συσκευασίαςpackaging product - προϊόν συντήρησηςpolishing and scouring preparations - προϊόν βάσεωςprimary product - ζαχαροπλαστικό προϊόνconfectionery product - προϊόν ευρείας κατανάλωσηςmass-consumption product - υποκατάστατο προϊόνsubstitute product - αφυδατωμένο προϊόνdesiccated product - διαιτητικό προϊόνdietary product - προϊόν ξυλείαςwood product - είδη υγιεινήςtoilet article - προϊόν χύδηνbulk product - καπνιστό προϊόνsmoked product - βιομηχανικό προϊόνindustrial product - εύφλεκτο προϊόνinflammable product - στιγμιαίο προϊόνinstant product - ακαθάριστο εγχώριο προϊόνgross domestic product - ακτινοβολημένο προϊόνirradiated product - γαλακτοκομικό προϊόνmilk product - λυοφιλισμένο προϊόνfreeze-dried product - μεταποιημένο προϊόνmanufactured goods - μεταλλικό προϊόνmetal product - μεταλλευτικό προϊόνmining product - εθνικό προϊόνdomestic product - ακαθάριστο εθνικό προϊόνgross national product - νέο προϊόνnew product - προϊόν καταγωγήςoriginating product - προϊόν πετρελαίουpetroleum product - φαρμακευτικό προϊόνpharmaceutical product - οικιακά είδηhousehold article - πρωτεϊνούχο προϊόνprotein products - ανασυσταμένο προϊόνreconstituted product - προϊόν διατηρημένο σε απλή ψύξηrefrigerated product - ακαθάριστο περιφερειακό προϊόνgross regional product - αλίπαστο προϊόνsalted product - ημικατεργασμένο προϊόνsemi-manufactured goods - ευαίσθητο προϊόνsensitive product - προϊόν ταχείας κατάψυξηςdeep-frozen product - κλωστοϋφαντουργικό προϊόνtextile product - βιοτέχνηςcraftsman - κτηνιατρικά προϊόνταveterinary product - εμπορικά επαγγέλματαsales occupation - χρηματιστηριακά επαγγέλματαfinancial occupation - ελευθέριο επάγγελμαliberal profession - επαγγελματικός κλάδος του τομέα της υγείαςhealth care profession - παραϊατρικό επάγγελμαparamedical profession - ΠΕΠWFP - πρόγραμμα δράσηςaction programme - πρόγραμμα ενισχύσεωνaid programme - πρόγραμμα διδασκαλίαςteaching curriculum - πρόγραμμα έρευναςresearch programme - εκλογικό πρόγραμμαelection programme - επιστημονική πρόοδοςscientific progress - επενδυτικό σχέδιοinvestment project - σχέδιο προϋπολογισμούdraft budget - νομοσχέδιοgovernment bill - ερευνητικό σχέδιοresearch project - βιομηχανικό πρόγραμμαindustrial project - εμπορική προώθησηsales promotion - προώθηση των συναλλαγώνtrade promotion - προώθηση των επενδύσεωνinvestment promotion - εργολαβία οικοδομώνproperty development - επαγγελματική εξέλιξηpromotion - προεκλογική προπαγάνδαelection campaign publicity - πρόταση ΕΚEC proposal - τέχνες του θεάματοςperforming arts - πρόταση νόμουnon-government bill - δημόσια περιουσίαpublic property - έγγειος ιδιοκτησίαland and buildings - έγγειος γεωργική ιδιοκτησίαagricultural real estate - ακίνητη περιουσίαreal property - βιομηχανική ιδιοκτησίαindustrial property - πνευματική ιδιοκτησίαintellectual property - κινητή περιουσίαpersonal property - ατομική ιδιοκτησίαprivate property - ΑρούμπαAruba - μεταλλευτική έρευναmineral prospecting - μελέτη προοπτικώνforward studies - πορνείαprostitution - προστασία από τους θορύβουςnoise protection - προστασία του περιβάλλοντοςenvironmental protection - προστασία της πανίδαςprotection of animal life - προστασία της χλωρίδαςprotection of plant life - προστασία της ιδιωτικής ζωήςprotection of privacy - ESAESA - προστασία των ζώωνprotection of animals - προστασία των εταίρωνprotection of shareholders - προστασία των επικοινωνιώνprotection of communications - προάσπιση των ελευθεριώνprotection of freedoms - προστασία των μειονοτήτωνprotection of minorities - διπλωματική προστασίαdiplomatic protection - προστασία του καταναλωτήconsumer protection - συμφωνία ειδίκευσηςspecialisation agreement - ΑσίαAsia - προστασία της αγοράςmarket protection - προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάςheritage protection - προστασία του τοπίουcountryside conservation - προστασία του εδάφουςsoil protection - προστασία μητρότητας και παιδιώνcare of mothers and infants - προστατευτισμόςprotectionism - ζωική πρωτεΐνηanimal protein - συνθετική πρωτεΐνηsynthetic protein - πρωτεΐνη γάλακτοςmilk protein - Νότια ΑσίαSouth Asia - φυτική πρωτεΐνηvegetable protein - πρωτόκολλο συμφωνίαςprotocol to an agreement - πρωτόκολλο ζάχαρηςprotocol on sugar - πρωτότυποprototype - Προβηγκία-Άλπεις-Κυανή ΑκτήProvence-Alpes-Côte d'Azur - επαρχίαprovince - ψυχιατρικήpsychiatry - ψυχολογίαpsychology - ψυχολογία της εργασίαςoccupational psychology - δημοσιεύσειςpublication - κοινοτικές εκδόσειςCommunity publication - δημοσίευση νόμουpublication of a law - διαφήμισηadvertising - παραπλανητική διαφήμισηadvertising malpractice - δημοσιότητα των λογαριασμώνpublication of accounts - ανακοίνωση τιμολογίωνpublication of tariffs - ΚατάρQatar - πολιτικό άσυλοpolitical asylum - επαγγελματικά προσόνταprofessional qualifications - ποιότητα του περιβάλλοντοςquality of the environment - ποιότητα ζωήςquality of life - ποιότητα του προϊόντοςproduct quality - εκφορτωθείσα ποσότηταquantity of fish landed - μειονεκτούσα κοινωνική κατηγορίαsocially disadvantaged class - γραπτή ερώτησηwritten question - προφορική ερώτησηoral question - κοινοβουλευτική ερώτησηparliamentary question - εξυγίανσηdecontamination - απαρτίαquorum - αλιευτικές ποσοστώσειςcatch quota - εκλογικό μέτροelectoral quota - ραδιενέργειαradiation, radioactive, radioactive materials, radioactive matter, radioactive substances, radioactivity - δημιουργία και μετάδοση εκπομπών, ραδιοτηλεόραση, ραδιοφωνίαbroadcasting, broadcast medium - προστασία από τη ραδιενέργειαradiation protection - Γενική Συνέλευση του ΟΗΕUN General Assembly - διύλιση πετρελαίουoil refining - διύλιση ζάχαρηςsugar refining - σταφύλιgrape - εταιρική επωνυμίαbusiness name - επαναπατρισμός κεφαλαίωνrepatriation of capital - έκθεσηreport - σχέση γεωργίας-εμπορίουagriculture-trade relationship - σχέση γεωργίας-βιομηχανίαςagriculture-industry relationship - έκθεση δραστηριοτήτωνannual report - έκθεση επιτροπήςcommittee report - έκθεση έρευναςresearch report - προσέγγιση των νομοθεσιώνapproximation of laws - προσέγγιση των πολιτικώνapproximation of policies - Ρας αλ ΚαϊμάRas Al Khaimah - φορολογική βάσηbasis of tax assessment - κύρωση συμφωνίαςratification of an agreement - λόγος μεγεθώνratio - πυρηνικός αντιδραστήραςnuclear reactor - επαγγελματική αναπροσαρμογήvocational retraining - επανεξοπλισμόςrearmament - αντασφάλισηreinsurance - απογραφήcensus - απογραφή του πληθυσμούpopulation census - εκπαιδευτική βοήθειαassistance in training - οικονομική ύφεσηeconomic recession - έσοδαrevenue - έσοδα από εξαγωγέςexport revenue - παραδεκτόadmissibility - έρευναresearch - γεωπονική έρευναagronomic research - εφαρμοσμένη έρευναapplied research - ενεργειακή έρευναenergy research - τεκμηριωτική έρευναdocument retrieval - έρευνα για το περιβάλλονenvironmental research - δασική έρευναforestry research - αλιευτική έρευναfishery research - βιομηχανική έρευναindustrial research - ιατρική έρευναmedical research - επιστημονική έρευναscientific research - συγκομιδήharvest - σύστασηrecommendation - κοινοτική σύστασηCommunity recommendation - οικονομική συμφωνίαeconomic agreement - ταμείο αλληλοβοήθειαςmutual assistance scheme - σύσταση ΕΚΑΧECSC recommendation - σύσταση ΕΚΑΕEAEC recommendation - αναγνώριση διπλωμάτωνrecognition of diplomas - οικονομική ανασυγκρότησηeconomic reconstruction - μετατροπή στη δενδροκηποκομίαconversion to horticulture - μετατροπή αγέληςherd conversion - βιομηχανική μετατροπήindustrial conversion - μετατροπή από γαλακτοπαραγωγή σε κρεατοπαραγωγήconversion to beef production - μετατροπή της παραγωγήςredirection of production - διοικητική προσφυγήappeal to an administrative authority - προσφυγή ακυρώσεωςaction for annulment - προσφυγή επί παραλείψειaction for failure to act - προσφυγή επί παραβάσειaction for failure to fulfil an obligation - πρόσληψηrecruitment - ένωσηassociation - ανάκτηση ενεργείαςenergy recovery - ανακύκλωση κεφαλαίωνrecycling of capital - ανακύκλωση αποβλήτωνwaste recycling - αρωματικό φυτόaromatic plant - μείωση των στρατιωτικών δυνάμεωνforce reduction - φαρμακευτικό φυτόmedical plant - σογιέλαιοsoya bean oil - ηλιέλαιοsunflower seed oil - μείωση του χρόνου εργασίαςreduction of working time - κρέας θηραμάτωνmeat from game - κρέας κουνελιούrabbit meat - αραβοσιτέλαιοmaize oil - δασμολογική μείωσηtariff reduction - αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνηskimmed milk powder - αναπροεξόφλησηrediscounting - ανατίμηση του νομίσματοςrevaluation - επανεξαγωγήre-export - αποξηραμένο προϊόνdried product - βελτιωτικό υφήςtexture agent - ασφαλιστικά μέτραsummary procedure - γεωργικές ενισχύσειςaid to agriculture - δημοψήφισμαreferendum - κοινοτική προτίμησηCommunity preference - διοικητική μεταρρύθμισηadministrative reform - μεταρρύθμιση της ΚΓΠreform of the CAP - αγροτική μεταρρύθμισηagrarian reform - κανονιστικές ρυθμίσεις της γεωργικής παραγωγήςregulation of agricultural production - εκπαιδευτική μεταρρύθμισηeducational reform - γεωργικές ποσοστώσειςagricultural quota - κατώφλι εγγύησηςguarantee threshold - εναλλακτική γεωργική παραγωγήalternative agricultural production - φόρος λιπαρών ουσιώνtax on oils and fats - εδαφομεταρρύθμισηland reform - μειονεκτική γεωργική περιοχήless-favoured agricultural area - αγρότισσαwoman farmer - νεαρός αγρότηςyoung farmer - μεταρρύθμιση οργανισμού των δικαστηρίωνjudicial reform - ομάδες εκμεταλλεύσεωνgrouping of farms - δελτίο γεωργικής εκμετάλλευσηςfarm return - φυτοϋγειονομικά προϊόνταplant health product - πρόσφυγαςrefugee - ζιζανιοκτόνοherbicide - λύσσαrabies - γαλακτοπαραγωγήdairy production - υποκατάστατα δημητριακώνcereal substitute - πολιτικός πρόσφυγαςpolitical refugee - δασικός συνεταιρισμόςforestry group - άρνηση προσφοράςrefusal to bid - παραγωγή ξυλείαςwood production - δασική ιδιοκτησίαforestry property - δάση του δημοσίουpublicly-owned forest - ιδιωτικά δάσηprivate forest - άρνηση πώλησηςrefusal to sell - οστρακοκαλλιέργειαshellfish farming - παραγωγή υδατοκαλλιέργειαςfishery produce - άδεια αλιείαςfishing licence - αυταρχικό καθεστώςauthoritarian regime - καθεστώς ενισχύσεωνaid system - διάσπαση επιχείρησηςdemerger - διεθνική επιχείρησηtransnational corporation - αποκλειστική αγοράexclusive purchasing agreement - επιχείρηση κοινού συμφέροντοςpartly nationalised undertaking - επιλεκτική διανομήselective distribution agreement - καθεστώς γεωκτησίαςlandholding system - ηλεκτρονικό ταχυδρομείοelectronic mail - διαμεθοριακή ροή δεδομένωνcross-frontier data flow - εμπορικό μέσο μαζικής επικοινωνίαςcommercial media - οικονομικό σύστημαeconomic system - τοπικό μέσο μαζικής επικοινωνίαςlocal media - ιδιωτικό μέσο μαζικής επικοινωνίαςprivate media - στρατιωτικό καθεστώςmilitary regime - δίκτυο διαβίβασηςtransmission network - τηλεδιάσκεψηvideophone conference - ευρωπαϊκή τηλεόρασηEuropean television - κοινοβουλευτικό πολίτευμαparliamentary system - τηλεοπτικά τέληpay television - βιντεογραφίαVideotex - οικιακές εφαρμογές της πληροφορικήςhome computing - αποθήκευση δεδομένωνinformation storage - πολίτευμαpolitical system - εφαρμοσμένη πληροφορικήcomputer applications - εγκληματικότητα στον τομέα της πληροφορικήςcomputer crime - δίκαιο της πληροφορικήςdata-processing law - τεχνητή νοημοσύνηartificial intelligence - διοικητική περιφέρειαregion - Επίσημη Εφημερίδα των ΕΕEU Official Journal - πειρατεία πληροφορικήςcomputer piracy - γεωργική περιοχήagricultural region - έλεγχος εκλογώνelection monitoring - συγκέντρωση αξιωμάτωνmultiple office holding - εκλογικό αποτέλεσμαelection result - εκχώρηση εξουσίαςdelegation of power - περιφέρεια ΒρυξελλώνBrussels region - κοινοβουλευτική αντιπροσωπείαparliamentary delegation - εκλογική ενηλικιότηταvoting age - ομοσπονδιακό σύστημαfederalism - παράκτια περιοχήcoastal region - δημοψήφισμα εμπιστοσύνηςplebiscite - κατανομή των ψήφωνdistribution of votes - συμβουλευτική εξουσίαadvisory power - περιοχή ανάπτυξηςdevelopment region - εξουσία διορισμούpower to appoint - προνόμιοprivilege - ριζοσπαστικό κόμμαradical party - ορεινή περιοχήmountain region - μειονεκτική περιφέρειαless-favoured region - εξαφανισθέντεςforced disappearance - κόμματα της μειοψηφίαςpolitical minority - αστυνομικοί έλεγχοιpolice checks - ειρηνισμόςpacifism - πολιτική άμυναcivil defence - οικονομική περιφέρειαeconomic region - ψήφος δι' αντιπροσώπουvote by delegation - κοινoπραξίαconsortium - περιφέρεια ΦλάνδραςFlanders - όργανα εκτελεστικής εξουσίαςexecutive body - κυβερνητικό πρόγραμμαgovernment programme - παραμεθόρια περιοχήfrontier region - στήριξη της αγοράςmarket support - οικονομική μετατροπήeconomic conversion - βιομηχανική περιοχήindustrial region - ενισχύσεις μετατροπήςredevelopment aid - ενισχύσεις αναδιάρθρωσηςaid for restructuring - ενίσχυση διάθεσηςsales aid - ενισχύσεις στη βιομηχανίαaid to industry - αναδιανομή του εισοδήματοςredistribution of income - μεσογειακή περιφέρεια ΕΚEC Mediterranean region - ανθρωπιστική βοήθειαhumanitarian aid - βοήθεια στους πρόσφυγεςaid to refugees - βοήθεια στα θύματα καταστροφώνaid to disaster victims - αναπτυξιακή βοήθειαdevelopment aid - περιφέρεια με προτεραιότηταpriority region - αγροτική περιοχήrural region - νέες βιομηχανικές χώρεςnewly industrialised country - τουριστική περιοχήtourist region - κοινωνική οικονομίαsocial economy - γεωργικοί λογαριασμοίeconomic accounts for agriculture - περιφέρεια ΒαλλωνίαςWalloon region - μελέτη επιπτώσεωνimpact study - οικονομικές συνέπειεςeconomic consequence - διαδικασία συνεννοήσεωςconciliation procedure - περιφερειοποίησηregionalisation - υπόγειος σιδηρόδρομοςunderground railway - μεταφορικό μέσο μεγάλης χωρητικότηταςlarge vehicle - διαστημικές μεταφορέςspace transport - διαστημικό όχημαspace vehicle - περιφερειακή αποκέντρωση των συναλλαγώνregionalisation of trade - δορυφορικός σταθμόςspace station - τοπικισμόςregionalism - μίσθωση οχήματοςvehicle rental - γεωγραφικός προσδιορισμός των μεταφορώνdestination of transport - κανονισμόςregulation - άδεια ναυσιπλοΐαςship's passport - μεταφορικάtransport price - κοινοτικός κανονισμόςCommunity regulation - έγκριση τιμολογίωνapproval of tariffs - κίνηση λιμένωνport traffic - κανονισμός ΕΚΑΕEAEC Regulation - έλεγχος της κυκλοφορίαςtraffic control - ποσοστώσεις μεταφορώνtransport quota - αγορά των μεταφορώνtransport market - ταξινόμηση οχήματοςvehicle registration - έγγραφα του οχήματοςvehicle documents - διευθέτηση των διαφορώνsettlement of disputes - διάρκεια μεταφοράςlength of journey - μεταφορές μεγάλης ταχύτηταςhigh-speed transport - έγγραφα μεταφοράςtransport document - διάρκεια οδήγησηςdriving period - τεχνικός έλεγχοςroadworthiness tests - τουριστικό πρακτορείοtravel agency - δημοσιονομικός κανονισμόςfinancial regulation - σύμβαση μεταφοράςcontract of carriage - εταίροςcompany member - δικαστικός διακανονισμόςcomposition - κανόνες του εμπορίουtrade regulations - πολεοδομικές ρυθμίσειςtown-planning regulations - αερογραμμήairline - οδική κυκλοφορίαroad traffic - διατάξεις περί θήραςhunting regulations - ναυτιλιακή πολιτικήshipping policy - ναυτιλιακή διάσκεψηmaritime conference - κυκλοφοριακές διατάξειςtraffic regulations - καταβύθιση αποβλήτωνdumping of waste - απόθεση απορριμμάτωνstorage of waste - οικοδομικός κανονισμόςbuilding regulations - τοξική ουσίαtoxic substance - μη ρυπαίνοντα οχήματαnon-polluting vehicle - εκμετάλλευση του θαλάσσιου πυθμέναexploitation of the sea-bed - αναπλήρωση των πλουτοπαραγωγικών πόρωνreplacement of resources - επίπτωση στο περιβάλλονenvironmental impact - επίβλεψη του περιβάλλοντοςenvironmental monitoring - προληπτικά αντισεισμικά μέτραseismic monitoring - προστασία των ακτώνshore protection - καθορισμός ορίων ταχύτηταςspeed control - διαχείριση των υδάτωνwater management - έλεγχος των συμπράξεωνcontrol of restrictive practices - γεωφυσικό περιβάλλονgeophysical environment - στάσιμα ύδαταstagnant water - κανόνες επενδύσεωνregulation of investments - θαλάσσια είδηmarine life - είδη άγριας χλωρίδας και πανίδαςwildlife - ασφάλισηinsurance - ρύθμιση των τιμώνprice regulations - φυτικοί πόροιplant resources - εκβολή ποταμούestuary - γεωργική καταστροφήagricultural disaster - τελωνειακοί κανόνεςcustoms regulations - φυλλόρροιαdefoliation - διάβρωση εδάφουςerosion - ρύπανση από τα αυτοκίνηταmotor vehicle pollution - συγκοινωνιακές διατάξειςtransport regulations - ρύπανση από υδρογονάνθρακεςoil pollution - ρύπανση από μέταλλαmetal pollution - ρύπανση από τα πλοίαpollution from ships - βιομηχανική ρύπανσηindustrial pollution - εξομάλυνση της αγοράςmarket stabilisation - εισφορά κατά την εξαγωγήexport levy - εισφορά κατά την εισαγωγήimport levy - έλεγχος των γεννήσεωνbirth control - παράνομη διακίνησηillicit trade - οργανισμός παρέμβασηςintervention agency - NimexeNimexe - ρύθμιση των εμπορικών συναλλαγώνregulation of transactions - ονομασία προέλευσηςdesignation of origin - καθεστώς τελωνειακής αναστολήςcustoms procedure suspending duties - επανεισαγωγήre-import - επιστροφή τελωνειακών δασμώνcustoms drawback - σχολική επανένταξηre-integration into school - τελωνειακό έδαφος της ΕΚEC customs territory - κοινωνική επανένταξηsocial rehabilitation - ενιαίο έγγραφοsingle document - απλούστευση των διατυπώσεωνsimplification of formalities - απόρριψη του προϋπολογισμούrejection of the budget - δασμολογική εξειδίκευσηspecification of tariff heading - εμπορικές σχέσειςtrade relations - χρηματοπιστωτική συμφωνίαfinancial agreement - ασφάλιση εξαγωγώνexport credit insurance - αποβολή θερμότηταςthermal discharge - συμψηφισμός συναλλαγώνcountertrade - κοινοτικές εξαγωγέςCommunity export - κοινοτικές εισαγωγέςCommunity import - αγαθά και υπηρεσίεςgoods and services - αναθέρμανση της οικονομίαςreflation - παραγωγικό αγαθόintermediate goods - διμερείς σχέσειςbilateral relations - κεφαλαιουχικό αγαθόcapital goods - είδη ευκαιρίαςused goods - ολοκληρωμένο εμπόριοintegrated trade - πολιτιστικές σχέσειςcultural relations - βιομηχανική κατανάλωσηintermediate consumption - παγκόσμια κατανάλωσηworld consumption - μερτσαντάιζινγκmerchandising - μάρκετινγκtheory of marketing - διπλωματικές σχέσειςdiplomatic relations - εμπορική εκδήλωσηtrade event - τιμή άνευ φόρωνprice net of tax - εργασιακές σχέσειςlabour relations - πώληση επί ζημίαselling at a loss - σέλφ-σέρβιςself-service store - συνεργαζόμενο εμπόριοaffiliated retailing - πλανόδιο εμπόριοitinerant trade - ανεξάρτητο εμπόριοindependent retailer - αλυσίδα καταστημάτωνchain store - σχέσεις εκπαίδευσης-βιομηχανίαςschool-industry relations - κεντρικές αγορέςwholesale trading centre - εμπορικός διανομέαςdistributor - οικονομικές σχέσειςeconomic relations - χρηματικά διαθέσιμαprivate-sector liquidity - σχέσεις κράτους-εκκλησίαςchurch-State relations - ασφάλιση ατυχημάτωνpersonal accident insurance - σχέσεις Ανατολής-ΔύσηςEast-West relations - διαβιομηχανικές σχέσειςinter-industrial relations - νομισματική κρίσηmonetary crisis - διοργανικές σχέσειςinterinstitutional relations - συναλλαγματικοί περιορισμοίexchange restriction - διεθνείς σχέσειςinternational relations - άτοκη πίστωσηfree credit - προεξοφλητικό επιτόκιοdiscount rate - πιστωτικός έλεγχοςcredit control - διακοινοβουλευτικές σχέσειςinterparliamentary relations - χρηματιστήριο αξιώνstock exchange - ενδοκοινοτικές σχέσειςintra-Community relations - διαφυγή κεφαλαίωνoutflow of capital - πλασματική τιμολόγησηtransfer pricing - σχέση νομοθετικής-εκτελεστικής εξουσίαςlegislative-executive relations - εξαιρετικά βραχυπρόθεσμη χρηματοδότησηvery short-term financing - νομισματική σχέσηmonetary relations - χρηματοδότηση της επιχείρησηςcorporate finance - πολυμερείς σχέσειςmultilateral relations - ασφάλιση πραγμάτωνproperty insurance - ασφάλιση προσώπωνpersonal insurance - συνασφάλισηco-insurance - σχέση πόλης-υπαίθρουtown-country relationship - πιστωτικό ίδρυμαcredit institution - βιομηχανική τράπεζαfinance house - ηλεκτρονική τραπεζική συναλλαγήelectronic banking - ασφάλιση εργατικών ατυχημάτωνoccupational accident insurance - ανθρώπινες σχέσειςhuman relations - τραπεζικός έλεγχοςbanking supervision - τραπεζικά έξοδαbank charges - πιστώσεις προϋπολογισμούbudget appropriation - γενικός προϋπολογισμόςgeneral budget - δημόσιες σχέσειςpublic relations - δημόσια οικονομικά περιφερειακής αυτοδιοίκησηςregional finances - θρησκείαreligion - χρηματοδότηση του κοινοτικού προϋπολογισμούfinancing of the Community budget - συνεισφορές των κρατών μελώνMember State's contribution - υπουργικός ανασχηματισμόςcabinet reshuffle - φορολογική σύμβασηtax convention - φορολογικός έλεγχοςtax inspection - εξόφλησηredemption - έκτακτος φόροςspecial tax - αναδασμόςreparcelling - τιμολόγιο με δύο σκέληbracket rate - απαλλαγή από τέλη εξαγωγήςremission of export duties - τιμή μονάδοςunit price - τιμολόγιο στήριξηςsupport tariff - μικτή τιμήmixed price - αντικατάσταση των εισαγωγώνimport substitution - τιμές γεωργικών προϊόντωνprice of agricultural produce - απολαβές από την εργασίαremuneration of work - γεωργική ασφάλισηagricultural insurance - γεωργική απόδοσηcrop yield - αγωγή του πολίτηcivics - εμπορική εκπαίδευσηcommercial education - διδακτικό υλικόteaching materials - εκπαιδευτικά προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστώνteaching software - σχέσεις εκπαίδευσης-επαγγελματικής ζωήςschool-working life relations - πολεοδομική ανάπλασηurban renewal - νευροβιολογίαneurobiology - αποδοτικότηταprofitability - γυναικολογίαgynaecology - νευρολογίαneurology - παιδιατρικήpaediatrics - οδοντιατρικήdental medicine - πρώτες βοήθειεςfirst aid - ήπια ιατρικήalternative medicine - αναδιοργάνωση της βιομηχανίαςindustrial reorganisation - ακουστικήacoustics - οπτικήoptics - κυβερνητικήcybernetics - πετρολογίαpetrology - κατανομή των ενισχύσεωνdistribution of aid - θρησκευτική αίρεσηreligious sect - θεολογίαtheology - καταμερισμός των φόρωνdistribution of the tax burden - ενιαία αγοράsingle market - γεωγραφική κατανομή του πληθυσμούgeographical distribution of the population - μονογονική οικογένειαone-parent family - υιοθετημένο τέκνοadopted child - ασφάλιση αυτοκινήτωνmotor vehicle insurance - κατανομή της παραγωγήςdistribution of production - προστασία της οικογένειαςfamily protection - κατανομή της αγοράςmarket-sharing agreement - τεχνητή γονιμοποίησηartificial reproductive techniques - τεχνητή σπερματέγχυσηartificial insemination - γονιμοποίηση in vitrotest tube fertilisation - κατανομή του πλούτουdistribution of wealth - φέρουσα μητέραsurrogate mother - γονική μέριμναparental authority - κατανομή των εδρώνallocation of seats - έννομη σχέση με τους ανιόντεςdescendant - επώνυμοsurname - ευθύνη των γονέωνparental responsibility - χωρισμός με δικαστική απόφασηjudicial separation - πληθυσμιακή δυναμικήpopulation dynamics - κατανομή του εισοδήματοςdistribution of income - μετανάστηςmigrant - κατανομή της εργασίαςallocation of work - πληθυσμιακή διακίνησηmigration for settlement purposes - ενισχύσεις για παλιννόστησηrepatriation grant - δημογραφική γήρανσηageing of the population - επαγγελματική κινητικότηταjob mobility - γεωγραφική κατανομήgeographical distribution - κατανομή κατά ηλικίαdistribution by age - κατανομή κατά κεφαλήper capita distribution - τιμητική διάκρισηhonour - εθελοντική προσφορά κοινωνικής εργασίαςvoluntary work - εθελοντική οργάνωσηvoluntary organisation - ασφάλιση ανεργίαςunemployment insurance - κατανομή ανά απασχολούμενο άτομοdistribution per employed person - παίγνιαgaming - αίθουσες παιγνίωνgaming establishment - αυτόματα παιχνίδιαautomatic game - κατανομή κατά φύλοdistribution by sex - ψάρεμαsport fishing - τουριστικές ανταλλαγέςtourist exchange - αλλοδαποί τουρίστεςforeign tourism - αγροτικός τουρισμόςrural tourism - ευρετήριοdirectory - τουριστική υποδομήtourist infrastructure - κοινωνικός προϋπολογισμόςsocial budget - μεταφύτευσηreplanting - ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτικήEuropean social policy - καταπολέμηση της εγκληματικής συμπεριφοράςprevention of delinquency - εγκληματικότηταcrime - άτομο με σωματική μειονεξίαphysically disabled - μεταφορά πιστώσεωνcarry-over of appropriations - άτομο με διανοητική μειονεξίαmentally disabled - άστεγοςhomelessness - γενετήσιος ακρωτηριασμόςsexual mutilation - εβδομαδιαία ανάπαυσηweekly rest period - εμπορία ναρκωτικώνdrug traffic - γενική ιατρικήgeneral medicine - κοινωνική συνδρομήsocial assistance - κοινωνικός εξοπλισμόςsocial facilities - δίκαιο των κοινωνικών ασφαλίσεωνsocial security legislation - κοινωνική εργασίαsocial work - κατ' οίκον βοήθειαhome help - επικουρική σύνταξηsupplementary pension - συνδικαλιστικός εκπρόσωποςunion representative - βιβλιάριο υγείαςhealth card - νοσήλειοhealth expenditure - έξοδα εισαγωγής σε νοσοκομείοhospital expenses - διπλωματική αντιπροσωπείαdiplomatic representation - νοσηλείαhospitalisation - κατ' οίκον νοσηλείαhome care - δικαιώματα του ασθενούςpatient's rights - δημόσια υγιεινήpublic hygiene - κοινωνική ιατρικήsocial medicine - ασφάλιση πιστώσεωνcredit insurance - εκπροσώπηση του προσωπικούworkers' representation - ιδιωτικοί ιατροίprivate medical treatment - ανέγερση αστικών οικοδομώνurban construction - έργα αστικής υποδομήςurban infrastructure - αγορά ακινήτωνproperty market - πολιτική εκπροσώπησηpolitical representation - έλεγχος ενοικίωνrent regulations - Νήσος του ΜανIsle of Man - Καστίλλη και ΛεόνηCastile-Leon - αναλογική αντιπροσώπευσηproportional representation - Καστίλλη και ΜάντσαCastile-La Mancha - ΚανταβρίαCantabria - Βαλεαρίδες ΝήσοιBalearic Islands - ΡιόχαRioja - Θέουτα και ΜελίγιαCeuta and Melilla - καταστολήrepression - Κοινότητα της ΜαδρίτηςCommunity of Madrid - Κοινότητα της ΒαλέντσιαCommunity of Valencia - Περιφέρεια της ΜούρθιαRegion of Murcia - Βόρεια ΠορτογαλίαNorthern Portugal - Κεντρική ΠορτογαλίαCentral Portugal - Λισσαβώνα και Κοιλάδα του ΤάγουLisbon and the Tagus Valley - Βόρεια ΑγγλίαNorthern England - Βορειοδυτική ΑγγλίαNorth-West England - Νοτιοανατολική ΑγγλίαSouth-East England - Νοτιοδυτική ΑγγλίαSouth-West England - οικονομική ανάκαμψηeconomic recovery - Αντίγκουα και ΜπαρμπούνταAntigua and Barbuda - ΑνγκουίλαAnguilla - Άγιος Χριστόφορος και ΝέβιςSaint Christopher and Nevis - αναπαραγωγήduplicating - Άγιος Βικέντιος και ΓρεναδίνεςSaint Vincent and the Grenadines - US Virgin Islands - Μείζον ΜαγκρέμπGreat Maghreb - ζωική αναπαραγωγήanimal breeding - πολλαπλασιασμός των φυτώνplant propagation - Νήσοι ΜάρσαλMarshall Islands - Αμερικανικές Σαμόα, Αμερικανική ΣαμόαAmerican Samoa - ασφάλιση αναπηρίαςdisability insurance - αβασίλευτη δημοκρατίαrepublic - πολική περιοχήpolar region - Δομινικανή ΔημοκρατίαDominican Republic - Νήσος ΠίτκαιρνPitcairn Islands - επίταξη των εργαζομένωνrequisitioning of workers - βιολογικά όπλαbiological weapon - όπλα μαζικής καταστροφήςweapon of mass destruction - στρατηγικά πυρηνικά όπλαstrategic nuclear weapon - δίκτυο πληροφόρησηςinformation network - ατομική βόμβαatomic bomb - δίκτυο λογιστικής πληροφόρησηςfarm accountancy data network - βαλλιστικός πύραυλοςballistic missile - κατευθυνόμενο βλήμαguided missile - διηπειρωτικός πύραυλοςintercontinental missile - δίκτυο μεταφορώνtransport network - ναυτικές δυνάμειςwarships - σιδηροδρομικό δίκτυοrail network - διαστημικά όπλαspace-based weapons - όπλα ακτίνων λέιζερlaser weapon - εμπρηστικό όπλοincendiary weapon - πυροβόλα όπλα και πυρομαχικάfirearms and munitions - πλωτό δίκτυοnetwork of navigable waterways - Στρατός Ξηράςland forces - παραστρατιωτικό σώμαparamilitary force - οδικό δίκτυοroad network - Πολεμική Αεροπορίαair force - εφεδρείεςreserve army - δυνάμεις στην αλλοδαπήforces abroad - Πολεμικό Ναυτικόnavy - αποθεματικάreserves - θητεία γυναικώνwomen's military service - εθελοντική θητείαvoluntary military service - λογιστικό αποθεματικόprovision - αμυντικές δαπάνεςdefence expenditure - στρατηγική άμυναstrategic defence - συναλλαγματικό απόθεμαforeign-exchange reserves - διεθνής ασφάλειαinternational security - πολιτική εξοπλισμώνarms policy - ευρωπαϊκή πολιτική εξοπλισμώνEuropean arms policy - ευρωπαϊκή ασφάλειαEuropean security - μη διάδοση των πυρηνικών όπλωνnuclear non-proliferation - περιορισμός των εξοπλισμώνarms limitation - αποπυρηνικοποίησηcreation of nuclear-free zones - περιοχή προστασίας της φύσηςnature reserve - τυποποίηση οπλικών συστημάτωνharmonisation of weapons - κατοικίαresidence - διεθνής συμφωνίαinternational agreement - διμερής συμφωνίαbilateral agreement - πολυμερής συμφωνίαmultilateral agreement - δευτερεύουσα κατοικίαsecondary residence - διεθνείς διαπραγματεύσειςinternational negotiations - υπογραφή συμφωνίαςsignature of an agreement - διεθνή έγγραφαinternational instrument - διεθνής σύμβασηinternational convention - υπολείμματα παρασιτοκτόνωνpesticide residue - ψήφισμαresolution - υπολείμματα πρίσεωςwood residue - ευρωπαϊκή σύμβασηEuropean convention - διεθνές σύμφωνο ΟΗΕUN international covenant - διεθνής πολιτικήinternational affairs - καταγγελία συμβάσεωςtermination of a contract - διεθνή ζητήματαinternational issue - ασφάλιση ζημιώνindemnity insurance - ρητίνηresin - διαγερμανικές σχέσειςrelations between the two German States - επίσημη επίσκεψηofficial visit - διεθνής βοήθειαinternational aid - κώδικας δεοντολογίαςcode of conduct - διεθνείς κυρώσειςinternational sanctions - κοινοτικό ψήφισμαCommunity resolution - θρησκευτική ομάδαreligious group - κοινωνικοπολιτισμικές ομάδεςsocio-cultural group - επισιτιστική ανεξαρτησίαself-sufficiency in food - πολιτική συνεργασίαςcooperation policy - ψήφισμα ΟΗΕUN resolution - νομική συνεργασίαlegal cooperation - στρατιωτική κατοχήmilitary occupation - ψήφισμα του Ευρωπαϊκού ΚοινοβουλίουEP resolution - κατεχόμενα εδάφηoccupied territory - πολυεθνική στρατιωτική δύναμηmultinational force - ευθύνηliability - αιχμάλωτος πολέμουprisoner of war - Αρμενικό ζήτημαArmenian question - Κουρδικό ζήτημαKurdistan question - Παλαιστινιακό ζήτημαPalestinian question - ένωση της Γερμανίαςunification of Germany - διεθνής ευθύνηinternational responsibility - ΔΑΕCDE - ευρωπαϊκοί πύραυλοιEuro-missile - έλεγχος των εξοπλισμώνarms control - ευθύνη υπουργώνministerial responsibility - Συμφωνία STARTSTART agreement - Συμφωνία Περιορισμού Αντιβαλλιστικών ΠυραύλωνABM Agreement - ζώνη ειρήνηςpeace zone - ιατροφαρμακευτική περίθαλψηhealth insurance - ποινική ευθύνηcriminal liability - ΟΑΣΕOSCE - μακροχρόνια ανεργίαlong-term unemployment - επαγγελματική επανένταξηreintegration into working life - πολιτική ευθύνηpolitical responsibility - καταπολέμηση της ανεργίαςfight against unemployment - προγραμματισμός του εργατικού δυναμικούmanpower planning - επιμερισμός θέσης εργασίαςjob sharing - υπήκοοςnational - λύση της σχέσεως εργασίαςtermination of employment - μετατροπή της φύσης της απασχόλησηςchange of job - τοπικές πρωτοβουλίες απασχόλησηςlocal employment initiative - μη αμειβόμενη εργασίαunpaid work - υπήκοος κράτους μέλους των ΕΚCommunity national - έκτακτη εργασίαtemporary employment - ζωικοί πόροιanimal resources - εργασία των νέωνyouth employment - εργασία των γυναικώνfemale work - θαλάσσιοι πόροιresources of the sea - επαγγελματική επανειδίκευσηupdating of skills - οικονομικοί πόροιeconomic resources - περίοδος άσκησηςtraineeship - υδάτινοι πόροιwater resources - εδαφικοί πόροιsoil resources - στατιστικές απασχόλησηςemployment statistics - ενεργειακοί πόροιenergy resources - βοηθητικός εργαζόμενοςauxiliary worker - εκπατριζόμενος εργαζόμενοςexpatriate worker - ναυτασφάλισηmarine insurance - επιχειρηματίαςentrepreneur - διευθυντής επιχείρησηςmanaging director - αλιευτικοί πόροιfishery resources - ανεξάρτητος επαγγελματίαςself-employed person - ορυκτός πλούτοςmineral resources - αργίαpublic holiday - εργασία την ΚυριακήSunday working - φυσικοί πόροιnatural resources - ρυθμός της εργασίαςrate of work - ανανεώσιμοι πόροιrenewable resources - εργασία εξ αποστάσεωςteleworking - πάγωμα των μισθώνpay freeze - πρόσθετοι πόροιadditional resources - μισθολογική μείωσηpay cut - πρόσθετες απολαβέςfringe benefit - αποζημίωση και απόδοση εξόδωνallowances and expenses - πόροι του προϋπολογισμούbudgetary resources - διορισμοί προσωπικούappointment of staff - ίδιοι πόροιown resources - εσωτερικός κανονισμόςrules of procedure - περίοδος δοκιμασίαςprobationary period - συλλογική εστίασηcatering - συνδικαλιστικά δικαιώματαtrade union rights - συνδικαλιστικές ελευθερίεςtrade union freedom - επαγγελματική δεοντολογίαprofessional ethics - υποχρεωτική ασφάλισηcompulsory insurance - επιστροφή κατά την εξαγωγήexport refund - παροχή οικονομικών κινήτρων στους εργαζομένουςprofit sharing - επιστροφή κατά την εισαγωγήimport refund - συνδικαλιστικές εκλογέςtrade union election - κοινωνικοί εταίροιsocial partners - δημοσιοϋπαλληλικό σωματείοunion of civil servants - επαγγελματικός σύνδεσμοςprofessional association - συνδικάτοtrade union - επιστροφή στην παραγωγήproduction refund - περιορισμοί στις εξαγωγέςexport restriction - διπλωματικός κλάδοςdiplomatic profession - περιορισμοί στις εισαγωγέςimport restriction - επαγγελματικοί κλάδοι του τομέα της επικοινωνίαςcommunications profession - περιορισμός του ανταγωνισμούrestriction on competition - διοικητικός κλάδοςadministrative personnel - προσωπικό γραμματείαςsecretarial staff - περιορισμοί στο εμπόριοtrade restriction - επαγγελματικός κλάδος της πληροφόρησηςinformation profession - επιστήμονεςscientific profession - τεχνικά επαγγέλματαtechnical profession - περιορισμός ελευθερίαςrestriction of liberty - πολιτικός, πολιτικός άνδραςpol, political leader, politician, politico - ασφαλιστικός κλάδοςinsurance occupation - ποσοτικός περιορισμόςquantitative restriction - μικρό κατάστημαsmall retailer - οδοντίατροςdentist - ιατρόςdoctor - κτηνίατροςveterinarian - φαρμακοποιόςpharmacist - μαίαmidwife - καλλιτεχνικά επαγγέλματαartistic profession - ιδιωτική ασφάλισηprivate insurance - αναδιάρθρωση της βιομηχανίαςindustrial restructuring - λογοτέχνηςliterary profession - αποτέλεσμα εκμετάλλευσηςoperating result - προσωπικό πωλήσεωνsales staff - εμπορικός αντιπρόσωποςsales representative - αποτέλεσμα της γεωργικής εκμετάλλευσηςagricultural performance - σχολική επίδοσηschool results - επαγγελματικοί κλάδοι του τομέα της πληροφορικήςinformation technology profession - τουριστικά επαγγέλματαtourist profession - ξενοδοχειακά επαγγέλματαhotel profession - βοηθητικά επαγγέλματαservice occupation - επαναφορά των δασμώνrestoration of customs duties - τραπεζικοί υπάλληλοιbanking profession - επαγγελματικός αθλητισμόςprofessional sport - διαμετακόμισηtransit - καθυστέρηση στα μαθήματαbackwardness at school - ευρωπαϊκός βιομηχανικός χώροςEuropean industrial area - κοινοτική βιομηχανική πολιτικήCommunity industrial policy - απόσυρση από την αγοράwithdrawal from the market - βιοτεχνίαhandicrafts - μικρή βιομηχανίαsmall industry - ημιελαφρά βιομηχανίαmedium-sized industry - μικρομεσαία βιομηχανίαsmall and medium industries - συνταξιούχοςretired person - εγκατάσταση βιομηχανιώνlocation of industry - βιομηχανική ελεύθερη ζώνηindustrial free zone - πρόωρη συνταξιοδότησηearly retirement - τεχνολογικό πάρκοtechnology park - πλεόνασμα παραγωγήςproduction surplus - μεταφορά και διακίνηση φορτίωνhandling - δημόσια ασφάλισηpublic insurance - επανεπεξεργασία καυσίμουfuel reprocessing - βιομηχανική κατασκευήindustrial manufacturing - ποσοστώσεις παραγωγήςproduction quota - στατιστικές παραγωγήςproduction statistics - ευθύνη του παραγωγούproducer's liability - νέες τεχνολογίεςnew technology - σύνοδος κορυφήςsummit meeting - καθαρές τεχνολογίεςclean technology - παραδοσιακές τεχνολογίεςtraditional technology - τεχνολογικές διεργασίεςtechnological process - τεχνικός κανονισμόςtechnical regulations - διάρκεια ζωής του προϊόντοςproduct life - ελαττωματικό προϊόνdefective product - υπουργική συνάντησηministerial meeting - τεχνική προδιαγραφήtechnical specification - ευρωπαϊκό πρότυποEuropean standard - διεθνές πρότυποinternational standard - εναρμόνιση προτύπωνharmonisation of standards - τεχνικός κανόναςtechnical rule - διεθνής σύνοδοςinternational meeting - τεχνολογία ανακύκλωσηςrecycling technology - προϋπολογισμός για την έρευναresearch budget - μισθολογική αύξησηpay rise - EurekaEureka - ερευνητικό προσωπικόresearch staff - κοινοτική πολιτική έρευναςCommunity research policy - σχέσεις επιστήμης-βιομηχανίαςindustry-research relations - μεταπωλητήςdealer - εισόδημαincome - οργανισμός έρευναςresearch body - εμπορικό σήμαbrand name - σήμα κατατεθένregistered trademark - σχέδια και υποδείγματαdesigns and models - πρόσθετο εισόδημαsupplementary income - δίκαιο σημάτωνtrademark law - ευρωπαϊκό σήμαEuropean trademark - πειράματα σε ζώαexperiment on animals - πειράματα στον άνθρωποexperiment on humans - έρευνα στην επιχείρησηcompany research - βασική έρευναbasic research - έρευνα για στρατιωτικούς σκοπούςmilitary research - πανεπιστημιακή έρευναuniversity research - ασφάλεια αστικής ευθύνηςthird-party insurance - εισόδημα επένδυσηςinvestment income - ομάδα των 77Group of 77 - ομάδα του Συμφώνου ΚονταδόραContadora Group - μη αυτόνομο έδαφοςdependent territory - κίνηση καταναλωτώνconsumer movement - εισόδημα γεωργούfarmers' income - αποζημίωση γραμματείαςsecretarial allowance - μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτωνtransport of dangerous goods - πρόσοδος γεωργικής εκμετάλλευσηςfarm income - παιδαγωγική μέθοδοςteaching method - εισόδημα των νοικοκυριώνhousehold income - φορολογητέο εισόδημαtaxable income - εθνικό εισόδημαnational income - υποθαλάσσιος ορυκτός πλούτοςunderwater mineral resources - εισόδημα από μη μισθωτές υπηρεσίεςincome in addition to normal pay - υλικά προηγμένης τεχνολογίαςadvanced materials - επίστρωση δαπέδουfloor coverings - υπεραγώγιμα κράματαsuperconducting alloy - σύνθετα υλικάcomposite materials - κεραμικά υλικάtechnical ceramics - ειδικά πολυμερήspecial polymer - άμορφα υλικάamorphous materials - σωματίδια υπέρλεπτου διαχωρισμούultra-fine particle - βιοϋλικάbiomaterials - κράματα μνημώνshape-memory alloy - αναθεώρηση του συντάγματοςconstitutional revision - συμφωνία ADNADN agreement - περιφερειακή μονάδαperipheral - διακοπές κατά τμήματαstaggering of holidays - αναθεώρηση νόμουamendment of a law - μικροϋπολογιστήςmicro-computer - τουριστική πολιτικήtourism policy - ασφάλιση μεταφορώνtransport insurance - βιομηχανική επανάστασηindustrial revolution - ΒΙΤInternational Labour Office - EcosocEcosoc - UNHCRUNHCR, United Nations High Commission for Refugees - Βόρεια Ρηνανία-ΒεστφαλίαNorth Rhine-Westphalia - ΒΕΕEEB - Ρηνανία-ΠαλατινάτοRhineland-Palatinate - Ροδανός-ΆλπειςRhône-Alpes - EAESEAES - ΑΕΕΝENEA - Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και ΕργασίαςEuropean Foundation for the Improvement of Living and Working Conditions - Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο ΦλωρεντίαςEuropean University Institute of Florence - ΡίμπεRibe - UEREBU - πλούτοςwealth - ΟΝΕΔΑWAEMU - ασφάλεια ζωήςlife assurance - ρίκινοcastor bean - ADCADC - ΡινγκκαίμπινγκRingkoebing - MCACCACM - κάλυψη κινδύνουinsured risk - CADDAC - κίνδυνος για την υγείαhealth risk - πολιτική πυρηνικής ενέργειαςnuclear policy - ρύζιrice - πετρελαϊκή πολιτικήpetroleum policy - αποθήκευση υδρογονανθράκωνstorage of hydrocarbons - οριστική παύση λειτουργίας σταθμούdecommissioning of power stations - ενέργεια γεωργικής προέλευσηςagro-energy - ενεργειακός τομέαςenergy industry - καύσιμο μίγμα βενζίνης-αλκοόληςgasohol - καύσιμα αλκοόληςmotor spirit - ρομποτικήrobotics - ενεργειακό προϊόνenergy-generating product - βιομηχανία εξόρυξης άνθρακαcoal industry - αυτοματοποίηση της παραγωγήςrobotisation - πολιτική για τον άνθρακαcoalmining policy - κατεργασία του άνθρακαcoal processing - κοίτασμα ορυκτούore deposit - κοινωνικός ρόλοςsocial role - εξορυκτική επιχείρησηmining operation - μεταλλευτική παραγωγήmining production - ασφάλεια γήρατοςpension scheme - ΡοσκίλντεRoskilde - μεταλλευτική εκμετάλλευσηmining of ore - μεταλλικό ορυκτόmetallic ore - βωξίτηςbauxite - ασφαλτούχα υλικάbituminous materials - ορυκτά και πετρώματαearths and stones - άλαταsalt - τριβείςbearing - φωσφορικά άλαταphosphate - ποτάσσαpotash - ΡουμανίαRomania, Roumania, Rumania - έρευνα πετρελαίωνpetroleum exploration - άντληση πετρελαίουextraction of oil - εγκαταστάσεις ανοικτής θάλασσαςoffshore structure - παραγωγή πετρελαίουpetroleum production - βουτάνιοbutane - αλκάνιο, παραφίνηalkane, alkane series, methane series, paraffin, paraffin series - αργό πετρέλαιοcrude oil - βενζίνηpetrol - ντίζελdiesel fuel - πετρέλαιο εξωτερικής καύσεωςfuel oil - Ηνωμένο ΒασίλειοUnited Kingdom - προπάνιοpropane gas - καύσιμο αεροπλάνωνaviation fuel - αμόλυβδη βενζίνηlead-free petrol - ΥΧΕ του Ηνωμένου ΒασιλείουUnited Kingdom OCT - πετρέλαιο μηχανώνoffshore oil - περιφέρειες του Ηνωμένου Βασιλείουregions of the United Kingdom - σταθμός παραγωγής ενέργειαςpower plant - ηλεκτροπαραγωγήelectrical industry - ΡουάνταRwanda - εγκατάσταση σταθμού ηλεκτροπαραγωγήςsiting of power stations - υδροηλεκτρικά έργαhydroelectric development - ΣάμπαSaba - ψύξη του αντιδραστήραreactor cooling system - πυρηνική χημείαnuclear chemistry - αστρονομίαastronomy - ΣαμπάχSabah - ακτινοβολημένο καύσιμοirradiated fuel - σακχαρόζηsucrose - βιολογικές διεργασίεςbioprocess - βιολογική βιομηχανίαbio-industry - βιοτεχνολογίαbiotechnology - βιομηχανία βοηθητικών χημικών υλώνspecial chemicals - Δυτική ΣαχάραWestern Sahara - μη πλατέα προϊόνταnon-flat product - πλατέα προϊόνταflat product - φύλλοsheet - μορφοχάλυβεςsection - ΣαχέλSahel - λεπτό στρώμαthin sheet - τετηγμένο χοίρειο λίποςlard - βασική χημική βιομηχανίαraw chemical industry - χημικό στοιχείοchemical element, element - χημική ένωσηchemical compound, compound - χρώματα και βερνίκιαpaints and varnishes - Άγιος ΕυστάθιοςSaint Eustatius - φάρμακαmedicament - Άγιος ΜαρίνοςSan Marino - ορμόνεςhormone - Άγιος ΜαρτίνοςSaint Martin - οργανικό χημικό προϊόνorganic chemical - βιομηχανία φυτοφαρμάκωνpesticides industry - μεταλλουργική βιομηχανίαmetallurgical industry - διεπιχειρησιακή συμφωνίαinter-company agreement - Πριγκιπάτο ΑστουριώνPrincipality of Asturias - Άγιος Πέτρος και ΜικελόνSaint Pierre and Miquelon - προϊόντα χαλυβουργίαςiron and steel product - κοχλιοποιία-βλητροποιίαbolt and screw industry - λευκοσιδηρουργία-μαχαιροποιίαtinplate and cutlery industry - μεταλλικά είδη οικιακής χρήσεωςironmongery - σφυρήλατα αντικείμεναiron product - επίστρωση μετάλλωνmetal coating - Αγία ΕλένηSaint Helena - μηχανήματα χαλυβουργίαςiron and steel-working machinery - ειδικοί χάλυβεςspecial steels - Αγία ΛουκίαSaint Lucia - αντιμόνιοantimony - βηρύλλιοberyllium - κάδμιοcadmium - κράματα σιδήρουferro-alloy - ταντάλιοtantalum - κατάσχεση περιουσιακών στοιχείωνseizure of goods - βιομηχανία ποδηλάτων και μοτοσυκλετώνcycle and motorcycle industry - εργαλείοtool industry - επιστημονική συσκευήscientific apparatus - μισθόςpay - ιατρικός εξοπλισμόςmedical and surgical instruments - αμοιβή επί τη αποδόσειpiece work pay - ψυκτική εγκατάστασηcold store - ωρομίσθιοhourly wage - βιομηχανικά ρομπότindustrial robot - μισθός οικοκυράςwages for housework - κατώτατος μισθόςminimum pay - αντλίαpump - IATAIATA - μισθωτόςwage earner - οπτικοακουστικό μέσοaudio-visual equipment - μηχάνημα αναπαραγωγής ήχουsound reproduction equipment - Νήσοι ΣολομώντοςSolomon Islands - Ανεξάρτητο κράτος των ΣαμόαIndependent State of Samoa, Samoa, Samoa i Sisifo, Western Samoa - ηλεκτρικό καλώδιοelectric cable - τηλεπικοινωνιακό υλικόtelecommunications equipment - οικιακή ηλεκτρική συσκευήhousehold electrical appliance - διοικητική κύρωσηadministrative penalty - βιομηχανικό ηλεκτρικό μηχάνημαindustrial electric machinery - ηλεκτρική μηχανήelectric machinery - ηλεκτρομαγνητικό υλικόelectro-magnetic equipment - κοινοτικές κυρώσειςCommunity sanction - βιντεοδίσκοςvideo disc - βιντεοκασέταvideo cassette - μέσο εγγραφήςrecording medium - οικονομικές κυρώσειςeconomic sanctions - δίσκοςrecord - οπτικό μέσοoptical medium - προεγγεγραμμένο μέσο εγγραφήςrecording - συσκευή ακτινοβολιώνapparatus based on the use of rays - ασύρματη τηλεπικοινωνίαradio telecommunications - μικροηλεκτρονικήmicroelectronics - ποινική κύρωσηpenalty - οικοδομικός τομέαςbuilding industry - προκατασκευέςprefabrication - οικοδομικές πλάκεςbuilding slab - μεγάλα δημόσια έργαlarge-scale construction - χαρτόνιpaperboard - συγκολλητό ξύλοbonded wood - δημόσια υγείαpublic health - βιομηχανία δερμάτινων ειδώνfancy leather goods and glove-making industry - γουνοποιίαhides and furskins industry - Σάο Τομέ και ΠρίνσιπεSão Tomé and Príncipe - ΣαραουάκSarawak - ψιλικάhaberdashery - ΣαρδηνίαSardinia - ύφασμα από συνθετικά νήματαman-made fibre - ύφασμα από φυσικά νήματαnatural fibre - επί μέρους βιομηχανικοί κλάδοιmiscellaneous industries - ΕΠΕprivate limited company - χρυσοχοΐα-αργυροχοΐαjewellery and goldsmith's articles - φαγόπυροbuckwheat - κοινωνικά δικαιώματαsocial rights - πολιτικά δικαιώματαpolitical rights - οικονομικά δικαιώματαeconomic rights - χάρτης των δικαιωμάτων του ανθρώπουcharter on human rights - ΣάαρSaarland - αθεϊσμόςatheism - δορυφόροςsatellite - ελευθερία κυκλοφορίαςfreedom of movement - ικανοποίηση από την εργασίαjob satisfaction - αγώνας κατά των διακρίσεωνanti-discriminatory measure - τεχνογνωσίαknow-how - διακρίσεις εθνότηταςethnic discrimination - σεξουαλική ελευθερίαsexual freedom - ξενοφοβίαxenophobia - ισότητα των φύλωνequality between men and women - ελευθερία εκπαίδευσηςacademic freedom - δικαίωμα ανάπτυξηςright to development - δικαιώματα του παιδιούchildren's rights - βάναυση και εξευτελιστική μεταχείρισηcruel and degrading treatment - Σλέσβιχ-ΧολστάινSchleswig-Holstein - προστασία του παιδιούchild protection - έγκλημα κατά της ανθρωπότηταςcrime against humanity - αναδρομικότητα του νόμουretroactivity of a law - συγκριτικό δίκαιοcomparative law - διοικητική επιστήμηadministrative science - νομοθεσία τοπικής αυτοδιοίκησηςlocal legislation - επιστήμη των πληροφοριώνinformation science - αστική ευθύνηcivil liability - συμβατική ευθύνηcontractual liability - επιστήμη της συμπεριφοράςbehavioural sciences - ιδιοκτησίαownership - άτλαςatlas - εδαφολογίαsoil science - ιδιωτικοποίησηprivatisation - οικονομική επιστήμηeconomics - κληρονομιάinheritance - νομική επιστήμηlegal science - κληρονομικό δικαίωμαlaw of succession - χρονομεριστική ιδιοκτησίαtime-sharing - δουλείεςeasement - άσκηση των δικαιωμάτωνenjoyment of rights - νόμιμη κατοικίαlegal domicile - βιολογικές επιστήμεςlife sciences - φερεγγυότηταfinancial solvency - έγκλημα κατά προσώπωνcrime against individuals - έγκλημα κατά της ιδιοκτησίαςcrime against property - παράνομη κατακράτηση προσώπωνillegal restraint - φυσικές επιστήμεςphysical sciences - πολιτική επιστήμηpolitical science - τελωνειακή παράβασηcustoms fraud - εφαρμοσμένες επιστήμεςapplied sciences - δυσφήμησηdefamation - φορολογικό έγκλημαtax offence - γεωλογικές επιστήμεςearth sciences - φυλάκισηimprisonment - σωφρονιστικό δίκαιοlaw relating to prisons - κρατούμενοςprisoner - κοινωνικές επιστήμεςsocial sciences - υποκατάστατο της ποινήςalternative sentence - ελευθερία υπό όρουςconditional discharge - δήμευσηconfiscation of property - μείωση ποινήςreduction of sentence - μεταγωγή κρατουμένωνtransfer of prisoners - καθεστώς των φυλακώνprison system - διοίκηση σωφρονιστικών καταστημάτωνprison administration - πολιτική διάσπασηpolitical split - παραγραφή της αξιώσεωςlimitation of legal proceedings - συνεδρίαση του δικαστηρίουlegal hearing - ατμόσφαιραatmosphere - παροχή παιδείαςschooling - ευεργέτημα πενίαςlegal aid - σύλληψηarrest - διεξαγωγή αποδείξεωνjudicial inquiry - κατ' οίκον έρευναsearch - προσωρινή κράτησηdetention before trial - δικαιώματα της υπεράσπισηςrights of the defence - ψηφοφορία σε δύο γύρουςdouble-ballot voting system - ψηφοφορία σε ένα γύροsingle-ballot system - σύστημα ψήφισης συνδυασμώνlist voting system - αγωγή αποζημίωσης ΕΚEC action to establish liability - προσφυγή υπαλλήλου κατά της διοίκησηςaction by staff - προδικαστική παραπομπή ΕΚreference to the EC Court of Justice for a preliminary ruling - πλειοψηφικό σύστημαmajority voting system - σύστημα μονοεδρικών εκλογικών περιφερειώνuninominal voting system - εμποροδικείοcommercial court - κοινοβουλευτική συνεδρίασηparliamentary sitting - διαιτητικό δικαστήριοcourt of arbitration - διεθνές δικαστήριοinternational court - φορολογικό δικαστήριοfiscal court - ξηρασίαdrought - νομικός σύμβουλοςlegal adviser - ορκωτός δικαστήςlay magistrate - θαλάσσιες εκτάσειςmaritime area - προσβολή της ασφάλειας του κράτουςthreat to national security - τραπεζικό απόρρητοbanking secrecy - θαλάσσια επιτήρησηmaritime surveillance - ελευθερία των θαλασσώνfreedom of the seas - βιομηχανικό απόρρητοindustrial secret - διάστημαextra-atmospheric space - κυριότητα στο διάστημαspace property right - επαγγελματικό απόρρητοprofessional secret - χρήση του διαστήματοςuse of outer space - Γραμματεία του ΟΗΕUN Secretariat - αλλοδαπόςforeign national - δικαίωμα παραμονήςresidence permit - είσοδος αλλοδαπώνadmission of aliens - οικονομικός τομέαςeconomic sector - μικτός γάμοςmixed marriage - πρωτογενής τομέαςprimary sector - διεθνές δίκαιο-εσωτερικό δίκαιοinternational law - national law - διεθνές οικονομικό δίκαιοinternational economic law - διοικητική ευθύνηadministrative responsibility - Δημόσιο Οικονομικό Δίκαιοpublic economic law - τεταρτογενής τομέαςquaternary sector - απόφαση ΕΚEC Decision - οδηγία ΕΚEC Directive - δευτερογενής τομέαςsecondary sector - κοινοτική έννομη τάξηCommunity legal system - παράγωγο δίκαιοsecondary legislation - οδηγία ΕΚΑΕEAEC Directive - σύσταση ΕΚEC recommendation - τριτογενής τομέαςtertiary sector - κανονισμός ΕΚEC Regulation - κανονισμός εφαρμογήςimplementing Regulation - γνώμη της ΕΚΑΕEAEC opinion - ασφάλεια εφοδιασμούsecurity of supply - γνώμη της ΕΚΑΧECSC opinion - γνώμη του Δικαστηρίου ΕΚopinion of the EC Court of Justice - εναρμόνιση κοινωνικών ασφαλίσεωνsocial-security harmonisation - ασφάλεια της απασχόλησηςjob security - εξωτερική αρμοδιότητα ΕΚEC external competence - πρωτόκολλο ΕΚEC Protocol - Συνθήκη ΣυγχωνεύσεωςMerger Treaty - ασφάλεια των μεταφορώνtransport safety - Ενιαία Ευρωπαϊκή ΠράξηSingle European Act - συνθήκη προσχωρήσεως ΕΚEC Accession Treaty - ασφάλεια του προϊόντοςproduct safety - κοινή επιχείρηση ΕΚΑΕEAEC Joint Undertaking - Επιτροπή ΕΚEC Commission - ασφάλεια στην εργασίαoccupational safety - σχέσεις της Ευρωπαϊκής ΈνωσηςEU relations - Συμβούλιο Υπουργών ΑΚΕ-ΕΚACP-EC Council of Ministers - πυρηνική ασφάλειαnuclear safety - Μέλος του Δικαστηρίου ΕΚmember of the EC Court of Justice - Μέλος της ΕπιτροπήςEuropean Commissioner - δημόσια ασφάλειαpublic safety - AECEAC - οδική ασφάλειαroad safety - συμφωνία συνδέσεως ΕΚEC association agreement - σύμβαση ΑΚΕ-ΕΚACP-EC Convention - κοινωνική ασφάλισηsocial security - Επιτροπή Πρέσβεων ΑΚΕ-ΕΚACP-EC Committee of Ambassadors - Ισομερής Επιτροπή ΑΚΕ-ΕΚACP-EC Joint Committee - Σύμβαση Λομέ ΙΙΙthird Lomé Convention - EURESEURES - ΕΤΑEDF - ΕΚΤESF - διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσηςenlargement of the Union - χορήγηση κατοικίαςhousing allocation - σίκαληrye - Ευρωπαϊκή ΈνωσηEuropean Union - ιστορία της Ευρώπηςhistory of Europe - χημικό άλαςchemical salt - ιδιότητα μέλους της Ευρωπαϊκής ΈνωσηςEuropean Union membership - SELALAES - κοινή θέσηjoint position - κοινή δράσηjoint action - Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή ΈνωσηTreaty on European Union - χώρες του SELALAES countries - ευρωπαϊκή πολιτική συνεργασίαEuropean political cooperation - διαγωνισμοί ΕΚEC competition - επιλογή μαθητώνselection of pupils - συμπληρωματικός μηχανισμόςsupplementary trade mechanism - πρόληψη των κινδύνωνrisk prevention - φυσικοί κίνδυνοιnatural hazard - βιομηχανικός κίνδυνοςindustrial hazard - οικονομικός φιλελευθερισμόςeconomic liberalism - δασμόςcustoms duties - τελωνειακός έλεγχοςcustoms inspection - δασμοί ΚΔCCT duties - σπόρος για σποράseed - μέτρα και σταθμάweights and measures - προϊόν σε κονσέρβαpreserved product - ημιμέταλλαsemi-metal - ακτινοβόλησηirradiation - κατώτατο εισόδημα επιβίωσηςsubsistence level income - προσωπικό όπλοpersonal weapon - σιμιγδάλιmeal - χορηγία για καλλιτεχνικές και πνευματικές εκδηλώσειςpatronage - διαγωνισμός δημοσίουadministrative competition - δημόσια ακρόασηpublic hearing - ΣενεγάληSenegal - διάκριση εξουσιώνseparation of powers - ψυχανάλυσηpsychoanalysis - σηροτροφίαsericulture - αναπαραστατικές τέχνεςvisual arts - πολιτιστικός πλουραλισμόςcultural pluralism - έθιμα και παραδόσειςcustoms and traditions - υπηρεσίαservice - αρχιτεκτονική κληρονομιάarchitectural heritage - εκκλησίαchurch - ύμνοςanthem - σημαίαflag - υπηρεσία εξυπηρέτησης πελατών μετά την πώλησηafter-sales service - λογοτεχνική και καλλιτεχνική ιδιοκτησίαliterary and artistic property - πολιτική θητείαalternative service - αεροδυναμικήaerodynamics - θερμοδυναμικήthermodynamics - φυσική πλάσματοςplasma physics - φυσική των λέιζερlaser physics - γενετική μηχανικήgenetic engineering - ζωγραφικήpainting - υπηρεσία απασχόλησηςemployment service - υφ' όρον απόλυσηrelease on licence - αύξηση κεφαλαίουcapital increase - υγειονομική υπηρεσίαhealth service - κατάσταση της γεωργίαςagricultural situation - χρηματοοικονομικές υπηρεσίες των ταχυδρομείωνpost office financial services - έκδοση νόμουpromulgation of a law - οικονομικά συμφέροντα των μελώνfinancial interests of members - αραβοαφρικανική συνεργασίαArab-African cooperation - δωρεάν υπηρεσίαfree service - ευρωαραβική συνεργασίαEuro-Arab cooperation - αντιπροσωπεία της ΕπιτροπήςCommission Delegation - κοινοτικός έλεγχοςCommunity control - αρχή της προσθετικότηταςprinciple of additionality - στρατιωτική θητείαnational service - απομακρυσμένη περιοχήperipheral region - νησιωτική περιοχήisland region - μάλλον ευνοούμενο κράτοςmost-favoured nation - επί πληρωμή υπηρεσίαpayable service - προσαρτημένος προϋπολογισμόςsubsidiary budget - ταχυδρομική υπηρεσίαpostal service - πολύγλωσσο λεξικόmultilingual dictionary - λεξικό συντομογραφιώνdictionary of abbreviations - δημόσια υπηρεσίαpublic service - εγκυκλοπαίδειαencyclopaedia - θησαυρόςthesaurus - περιοδική επιθεώρησηperiodical publication - μυστική υπηρεσίαsecret service - οικιακά απόβληταdomestic waste - μονοκαλλιέργειαsingle-crop farming - κοινωνική υπηρεσίαsocial services - εφημερίδαnewspaper - σουσάμιsesame - αύξηση των τιμώνprice increase - βουλευτική σύνοδοςparliamentary session - ΣεϋχέλλεςSeychelles - IFCIFC - πανεπιστήμιοuniversity - μεταφορά ζώωνtransport of animals - σύλλογοι και μαζικοί φορείςassociative movement - ΣάρτζαSharjah - ΣικελίαSicily - σταθμεύουσες δυνάμειςstationing of forces - βουλευτική έδραparliamentary seat - έδρα της εταιρίας, κεντρικά γραφείαcentral office, head office, headquarters, home base, home office, main office - κενή έδραvacant seat - ΑυστραλίαAustralia - Σιέρρα ΛεόνεSierra Leone - σήμανσηtraffic signs - τροφές οικιακών ζώων συντροφιάςpet food - ΣιγκαπούρηSingapore - όξινη βροχήacid rain - δυστύχημαinsurance claim - πολεοδόμοςtown-planning profession - μέσα τεκμηρίωσηςdocumentary tool - μη υφασμένο ύφασμαnon-woven fabric - σιρόπιsyrup - Νήσοι Αιγαίου ΠελάγουςAegean Islands - Κανάριοι ΝήσοιCanary Islands - σιζάλsisal - προεδρείο του ΕΚBureau of the EP - ΠρόεδροςPresident - σεισμολογίαseismology - ΑντιπρόεδροςVice-President - Γενικός ΓραμματέαςSecretary General - θεσμικά θέματαinstitutional activity - έδρα θεσμικού οργάνουseat of Community institution - θεσμική μεταρρύθμισηinstitutional reform - αρμοδιότητες των οργάνωνcompetence of the institution - κατάσταση ΕΚEC situation - οικογενειακή κατάστασηmarital status - πολιτική του διαστήματοςspace policy - αυτάρκεια εφοδιασμούself-supply - χρηματοοικονομική κατάστασηfinancial situation - σοσιαλισμόςsocialism - εταιρίαorganisation - ανώνυμη εταιρίαpublic limited company - αστική εταιρίαcivil-law association - αστική επαγγελματική εταιρίαprofessional partnership - εμπορική εταιρίαfirm governed by commercial law - εταιρία μικτής οικονομίαςmixed-ownership company - εταιρία επενδύσεωνinvestment company - κεφαλαιουχική εταιρίαcompany with share capital - λεωφορείοbus - καταναλωτική κοινωνίαconsumer society - προσωπική εταιρίαpartnership - ετερόρρυθμη εταιρίαlimited partnership - συμμετοχική εταιρίαundisclosed partnership - ευρωπαϊκή εταιρίαEuropean company - μητρική εταιρίαparent company - σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήραnon-profit organisation - κοινωνιολογίαsociology - Νότια ΓιουτλάνδηSouth Jutland - μετάξιsilk - ιδιοκατανάλωσηown consumption - περίθαλψη αναπήρωνcare of the disabled - σόγιαsoya bean - διαλύτηςsolvent - ΣομαλίαSomalia - στατιστική δειγματολειπτική έρευναsample survey - δημοσκόπησηopinion poll - σόργοsorghum - αυτοδιάθεσηself-determination - ΣουδάνSudan - θείονsulphur - υποβολή προσφορώνtendering - πηγή πληροφοριώνsource of information - προέλευση της βοήθειαςsource of aid - πηγή δικαίουsource of law - υπανάπτυξηunderdevelopment - υποπροϊόνby-product - γεωργικό υποπροϊόνagricultural by-product - αυτοχρηματοδότησηself-financing - υποπροϊόν του γάλακτοςmilk by-product - υποπροϊόν μεταλλουργίαςmetal by-product - υποπρολεταριάτοsub-proletariat - υποσιτισμόςundernourishment - χαμηλή πυκνότητα πληθυσμούunderpopulation - υπεργολαβίαsub-contracting - αυτοδιαχείρισηself-management - προστάτης οικογενείαςbreadwinner - στήριξη των τιμώνprice support - στήριξη των γεωργικών τιμώνfarm price support - νομισματική στήριξηmonetary support - εθνική κυριαρχίαnational sovereignty - εξειδίκευση της παραγωγήςproduct specialisation - εξειδίκευση των συναλλαγώνspecialisation of trade - ταξινόμηση στον προϋπολογισμόbudgetary specification - αυτοπεριορισμόςvoluntary restraint - οικοδομική κερδοσκοπίαbuilding speculation - ΣποράδεςSporades - αθλητισμόςsport - Σρι ΛάνκαSri Lanka - StabexStabex - σταθερότητα των τιμώνprice stability - σταθεροποίηση των εισοδημάτωνincome stabilisation - οικονομική σταθεροποίησηeconomic stabilisation - ενσταυλισμόςindoor livestock farming - διεπαγγελματική συμφωνίαinter-professional agreement - αυτοματοποίησηautomation - οικονομική στασιμότηταeconomic stagnation - πειραματικός σταθμόςexperimental farm - στατιστικήstatistics - γεωργικές στατιστικέςagricultural statistics - κοινοτικές στατιστικέςCommunity statistics - δημογραφικές στατιστικέςpopulation statistics - στατιστικές αλιείαςfishing statistics - αυτοκίνητοmotor car - οικονομική στατιστικήeconomic statistics - χρηματοπιστωτικές στατιστικέςfinancial statistics - βιομηχανικές στατιστικέςindustrial statistics - διεθνείς στατιστικέςinternational statistics - εθνικές στατιστικέςnational statistics - επίσημες στατιστικέςofficial statistics - περιφερειακές στατιστικέςregional statistics - καθεστώς του Βερολίνουstatus of Berlin - καθεστώς της Ιερουσαλήμstatus of Jerusalem - υπηρεσιακή κατάσταση δημοσίου υπαλλήλουregulations for civil servants - αυτονομίαautonomy - υπηρεσιακή κατάσταση προσωπικούstaff regulations - νομικό καθεστώςlegal status - πολιτικό καθεστώςpolitical status - επαγγελματική κατάστασηoccupational status - κοινωνική θέσηsocial status - στείρωσηsterilisation - φορολογικό κίνητροtax incentive - απόθεμαstock - κοινοτικά αποθέματαCommunity stock - δημοσιονομική αυτονομίαfinancial autonomy - συγκυριακό απόθεμαeconomic contingency stock - απόθεμα παρέμβασηςintervention stock - πλεονασματικό απόθεμαsurplus stock - ελάχιστο απόθεμαminimum stock - παγκόσμια αποθέματαworld stock - ιδιωτικό απόθεμαprivate stock - δημόσιο απόθεμαpublic stock - ρυθμιστικό απόθεμαbuffer stock - αποθεματοποίησηstorage - αποθήκευση όπλωνstockpiling of weapons - αποθήκευση ενέργειαςenergy storage - αποθήκευση τροφίμωνstorage of food - εναποθήκευση τεκμηρίωνdocument storage - ΣτορκοπεγχάγηGreater Copenhagen - ΣτορστραίμStorstroem - γεωργικές διαρθρώσειςagricultural structure - διάρθρωση της απασχόλησηςemployment structure - δομή της επιχείρησηςcompany structure - δημοσιονομική έγκρισηbudget authorisation - δομή της οικονομίαςeconomic structure - δομή της βιομηχανίαςindustrial structures - θεσμική δομήinstitutional structure - κοινωνική δομήsocial structure - ναρκωτικόnarcotic - καρκινογόνος ουσίαcarcinogenic substance - επικίνδυνη ουσίαdangerous substance - άδεια σύμπραξηςrestrictive-practice authorisation - επιδότηση εξαγωγώνexport subsidy - υποκατάστατο τροφίμουfood substitute - διαδοχή σε γεωργική εκμετάλλευσηtransfer of farms - υποκατάστημαbranch - ζάχαρηsugar - λευκή ζάχαρηwhite sugar - ακατέργαστη ζάχαρηraw sugar - ζάχαρη από τεύτλαbeet sugar - έγκριση μεταφοράςtransport authorisation - ζάχαρη από ζαχαροκάλαμοcane sugar - ΣουηδίαSweden - έγκυρα ψηφοδέλτιαvotes cast - καθολική ψηφοφορίαuniversal suffrage - αυτοκτονίαsuicide - ΕλβετίαSwitzerland - ΣουλάβεζιSulawesi - ΣουμάτραSumatra - χρησιμοποιούμενη γεωργική έκτασηutilised agricultural area - αναπληρωτήςalternate - πρόσθετη δασμολογική επιβάρυνσηadditional duty - μέσο καταγραφής πληροφοριώνinformation medium - μέσο μαγνητικής εγγραφήςmagnetic medium - κατάργηση θέσεων απασχόλησηςjob cuts - κατάργηση των δασμώνabolition of customs duties - υπερεθνικότηταsupranationality - υπερεκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρωνover-exploitation of resources - δασική έκτασηwooded area - επιφάνεια εκμετάλλευσηςarea of holding - χορτόφυτη έκτασηgrassland - κύρια επιφάνειαmain acreage - ταχεία κατάψυξηdeep-freezing - αναπαραγωγικός ταχυαντιδραστήραςbreeder reactor - ΣουρινάμSurinam - υπερπληθυσμόςoverpopulation - νομισματική συμφωνίαmonetary agreement - αυτοκινητόδρομοςmotorway - υπερπαραγωγήover-production - εποπτεία της αγοράςmarket supervision - αναστολή της βοήθειαςsuspension of aid - αναστολή εκτελέσεως της ποινήςsuspension of sentence - αναστολή των δασμώνsuspension of customs duties - ΣουαζιλάνδηSwaziland - δασοκομίαsilviculture - ΑυστρίαAustria - ΣυρίαSyria - SysminSysmin - τραπεζικό σύστημαbanking system - εκπαιδευτικό σύστημαeducational system - σύστημα γεωργικής εκμετάλλευσηςfarming system - σύστημα πληροφόρησηςinformation system - σύστημα διοικητικής πληροφόρησηςmanagement information system - σύστημα επικοινωνίαςcommunications systems - λογιστικό σύστημαaccounting system - σύστημα καλλιέργειαςcultivation system - ΩβέρνηAuvergne - σύστημα των Ηνωμένων ΕθνώνUnited Nations system - σύστημα τεκμηρίωσηςinformation service - εκλογική διαδικασίαelectoral system - ευρωπαϊκό εκλογικό σύστημαEuropean electoral system - Ευρωπαϊκό Λογιστικό ΣύστημαEuropean accounting system - Ευρωπαϊκό Νομισματικό ΣύστημαEuropean Monetary System - διεθνές νομισματικό σύστημαinternational monetary system - τυποποιημένο λογιστικό σύστημαstandardised accounting system - καπνόςtobacco - νικοτινίασηsmoking - ΤαϊβάνTaiwan - ΤανζανίαTanzania - τάπηταςcarpet - τιμολόγιο εναέριων μεταφορώνair freight rate - κόμιστροtransportation tariff - δασμολόγιοcustoms tariff - κοινό δασμολόγιοcommon customs tariff - τιμολόγιο σιδηροδρομικών μεταφορώνrailway tariff - προκαταβολέςadvance - ταχυδρομικό τέλοςpostal charges - προτιμησιακό δασμολόγιοtariff preference - τιμολόγια επιβατικών μεταφορώνpassenger tariff - τέλη υποδομήςcharges for use of infrastructure - ταύροςbull - ποσοστό αυτάρκειαςself-sufficiency rate - τιμή συναλλάγματοςexchange rate - προσχέδιο προϋπολογισμούpreliminary draft budget - ποσοστό ΦΠΑVAT rate - κυμαινόμενη ισοτιμίαfloating rate - κεντρική ισοτιμίαcentral rate - αντιπροσωπευτικός συντελεστήςrepresentative rate - ΤαβάλTawal - διατίμησηassessment of prices - τέλη ανά άξοναaxle tax - εξαγωγικός φόροςexport tax - εισαγωγικός φόροςimport tax - τέλη χαρτοσήμουstamp duty - αντισταθμιστικό τέλοςcountervailing charge - φόρος ισοδυνάμου αποτελέσματοςcharge having equivalent effect - συνυπευθυνότητα των παραγωγώνproducer co-responsibility - τέλη διαμετακόμισηςtransit charge - φόρος επιτηδεύματοςbusiness tax - φόρος καυσίμωνfuel tax - πολιτική αεροπορίαcivil aviation - φόρος αυτοκινήτωνvehicle tax - ΤσαντChad - ΤσεχοσλοβακίαCzechoslovakia - καλλιεργητική τεχνικήcultivation techniques - τεχνική διαχείρισηςmanagement techniques - τεχνικές εγκαταστάσεις οικοδομήςbuilding services - τεχνολογίαtechnology - τεχνολογία τροφίμωνfood technology - στρατιωτικό αεροσκάφοςmilitary aircraft - τεχνολογία υλικώνmaterials technology - ήπιες μορφές τεχνολογίαςsoft technology - ενεργειακή τεχνολογίαenergy technology - ενδιάμεσες τεχνολογίεςintermediate technology - πυρηνική τεχνολογίαnuclear technology - τεχνολογία πετρελαίουoil technology - τηλεπικοινωνίαtelecommunications - τηλεαντιγραφήfacsimile - τηλεανίχνευσηremote sensing - πτηνοτροφίαpoultry farming - καλωδιακή διανομήcable distribution - τηλέγραφοςtelegraph - τηλεπληροφορικήtelematics - τηλέφωνο, τηλεφωνικόςphone, telephone, telephone set - telecasting, television, TV, video - τηλέτυποtelex - μαρτυρίαevidence - χρόνος ανάπαυσηςrest period - πολιτικές τάσειςpolitical tendency - ευρωπαϊκή νομισματική συμφωνίαEuropean Monetary Agreement - αεροπλάνο, αεροσκάφοςaeroplane, airbus, aircraft, airplane, plane, runabout - διανοητική έντασηmental stress - όροι εμπορίουterms of trade - ορολογίαterminology - χώρος ανέγερσης κτιρίουbuilding plot - βιομηχανικά γήπεδαindustrial plot - εγκαταλειμμένη γηabandoned land - γεωργική γηagricultural land - δημόσια κτήματαState-owned land - ακαλλιέργητη γηuncultivated land - καλλιεργήσιμη γηarable land - γνώμηopinion - ανακτημένη γηreclaimed land - υπερπόντια εδάφηoverseas territory - τρομοκρατίαterrorism - ΤαϊλάνδηThailand - τσάιtea - θεραπευτικήtherapeutics - διατριβήthesis - γνώμη ΕΚEC opinion - ΘεσσαλίαThessaly - Δυτική ΘράκηWestern Thrace - ΤιμόρTimor - Ανατολικό Τίμορ, Ανατολικό ΤιμόρEast Timor - τιτάνιοtitanium - πιστωτικός τίτλοςnegotiable instrument - αποδεικτικό καταβολής κομίστρουticket - ΤόγκοTogo - ΤόνγκαTonga - βασανιστήριαtorture - ΤοσκάνηTuscany - ποάνθρακαςpeat - μαζικός τουρισμόςmass tourism - ηλίανθοςsunflower - γνωμοδότηση του Ευρωπαϊκού ΚοινοβουλίουEP opinion - τοξικολογίαtoxicology - τοξικομανίαdrug addiction - ελκυστήραςtractor - Trade Expansion ActTrade Expansion Act - μετάφρασηtranslation - Συνθήκη ΕΚEC Treaty - Συνθήκη ΕΚΑΧECSC Treaty - Συνθήκη ΕΟΚEEC Treaty - Συνθήκη ΕΚΑΕEAEC Treaty - χώρες του Συμφώνου της ΒαρσοβίαςWarsaw Pact countries - αμελκτική μηχανήmilking machine - επεξεργασία του νερούwater treatment - επεξεργασία πληροφοριώνinformation processing - επεξεργασία κειμένωνword processing - επεξεργασία δεδομένωνdataprocessing - κατεργασία του μεταλλεύματοςore processing - φυτοϋγειονομική αγωγήplant health treatment - χρηματοοικονομικές συναλλαγέςfinancial transaction - μεταφορά επιχείρησηςtransfer of businesses - μεταφορά κεφαλαίωνcapital transfer - μεταφορά συνταξιοδοτικού δικαιώματοςtransfer of pension rights - μεταφορά πληθυσμούtransfer of population - μεταφορά τεχνολογίαςtechnology transfer - βρώμηoats - μεταποίηση τροφίμωνfood processing - κοινοτική διαμετακόμισηCommunity transit - τελωνειακή διαμετακόμισηcustoms transit - μεταγραμματισμόςtransliteration - διαβίβαση δεδομένωνdata transmission - μεταβίβαση κυριότηταςtransfer of property - άμβλωσηabortion - εναέριες μεταφορέςair transport - συνδυασμένη μεταφοράcombined transport - μεταφορά ενέργειαςenergy transport - μεταφορές στην ενδοχώραhinterland transport - μεταφορά εμπορευμάτωνcarriage of goods - επίγειες μεταφορέςsurface transport - μεταφορά επιβατώνcarriage of passengers - δημόσιες συγκοινωνίεςpublic transport - παράνομη άμβλωσηillegal abortion - σιδηροδρομικές μεταφορέςrail transport - μεταφορά μέσω πλωτής οδούinland waterway transport - μεταφορά με ίδια μέσαprivate means of transport - διηπειρωτικές μεταφορέςintercontinental transport - εσωτερικές μεταφορέςinland transport - διεθνείς μεταφορέςinternational transport - διεθνείς οδικές μεταφορέςinternational road transport - ενδοκοινοτικές μεταφορέςintra-Community transport - θαλάσσια μεταφοράmaritime transport - Αμπού ΝτάμπιAbu Dhabi - συμφωνία πολυϊνώνmultifibre agreement - θεραπευτική άμβλωσηtherapeutic abortion - εθνικές μεταφορέςnational transport - μεταφορά με συρματόσχοινοcable transport - μεταφορά με αγωγόpipeline transport - μεταφορά για λογαριασμό τρίτουcarriage for hire or reward - μεταφορά για ίδιο λογαριασμόown-account transport - δημόσιες μεταφορέςmeans of public conveyance - περιφερειακές μεταφορέςregional transport - οδικές μεταφορέςroad transport - μεταφορά μαθητώνschool transport - ημιμαζικά μεταφορικά μέσαsemi-public transport - μεταφορά υπό τελωνειακό έλεγχοtransport under customs control - υπόγεια μεταφοράunderground transport - προαστιακές συγκοινωνίεςsuburban transport - χερσαία μεταφοράland transport - διαμεθοριακές μεταφορέςtransfrontier transport - αστικές συγκοινωνίεςurban transport - μεταφορέαςcarrier - εργασίαwork - εργασία κατ' οίκονhome working - άζωτοnitrogen - εργασία εν σειράassembly line work - εργασία πλήρους απασχόλησηςfull-time employment - εργασία μερικής απασχόλησηςpart-time employment - λαθραία απασχόλησηmoonlighting - ομαδική εργασίαteam work - νυκτερινή εργασίαnight work - εργασία ανηλίκωνchild labour - εργασία κατά βάρδιεςshift work - σχολική μελέτηschoolwork - ηλικιωμένος εργαζόμενοςolder worker - λαθραία εργαζόμενοςclandestine worker - κοινοτικός εργαζόμενοςCommunity worker - μεθοριακός εργαζόμενοςfrontier worker - εργαζόμενος με ειδικές ανάγκεςworker with disabilities - Βάδη-ΒυρτεμβέργηBaden-Württemberg - χειρώνακτεςmanual worker - διακινούμενος εργαζόμενοςmigrant worker - εποχικός εργαζόμενοςseasonal worker - κοινωνικός λειτουργόςsocial worker - δημόσια έργαpublic works - τριφύλλιclover - ΜπαχάμεςBahamas - Τρεντίνο-Άνω ΑδίγηςTrentino-Alto Adige - δημόσιο θησαυροφυλάκιοTreasury - Τρινιδάδ και ΤομπάγκοTrinidad and Tobago - τριτικάληtriticale - ΜπαχρέινBahrain - αντιπραγματισμόςbarter - τράστtrust - αγωγός, σωλήνας, σωληνάριο, σωληνώσειςconduit, duct, hose, hose pipe, pipe, tube, tubing - φυματίωση ζώωνanimal tuberculosis - βολφράμιοtungsten - ΤυνησίαTunisia - αεριοστρόβιλοςturbine - ΤουρκίαTurkey - επιτροπείαguardianship - ραγώδεςsoft fruit - ΤουβαλούTuvalu - σωληνώσειςpiping - ΦΠΑVAT - UDEACCAEEU - χώρες της UDEACCAEEU countries - UEBLBLEU - UEDEEECU - χώρες της ΔΕΕWEU countries - ITUITU - Ουμ αλ ΚουάβαινUmm Al Qaiwain - ομοφωνίαunanimity - UNCRDUNCRD - UnescoUnesco - εθνική ενοποίησηnational unification - ΔΕΕWEU - μισθωτήριοlease - UEAUAS - τελωνειακή ένωσηcustoms union - οικονομική ένωσηeconomic union - Οικονομική και Νομισματική ΈνωσηEconomic and Monetary Union - Ευρωπαϊκή Ένωση ΠληρωμώνEuropean Payments Union - διακοινοβουλευτική ένωσηInterparliamentary Union - προτιμησιακή συμφωνίαpreferential agreement - εμπορικό μισθωτήριοbusiness lease - χώρες της ΟΝΕΔΑWAEMU countries - νομισματική ένωσηmonetary union - UNIRUNIR - UnisistUnisist - UnitarUnitar - ζωική μονάδαlivestock unit - σύμβαση αγρομίσθωσηςfarm lease - UNRWAUNRWA - UPAAPPU - UPUUPU - ουράνιοuranium - αστυφιλίαurbanisation - πολεοδομίαtown planning - ΕΣΣΔUSSR - ΟυρουγουάηUruguay - χρήστης των μεταφορικών μέσωνtransport user - πτώση των τιμώνprice reduction - εργοστάσιο «με το κλειδί στο χέρι»turnkey factory - επικαρπίαusufruct - χρήστης της πληροφορίαςinformation user - χρησιμοποίηση της βοήθειαςuse of aid - χρήση του νερούuse of water - χρήση ενέργειαςenergy use - χρήση των γαιώνland use - ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειαςpeaceful use of energy - ΟυτρέχτηUtrecht - εμπορικό ισοζύγιοtrade balance - διακοπέςholiday - εμβόλιαvaccine - εμβολιασμόςvaccination - αγελάδαcow - θηλάζουσα αγελάδαsuckler cow - γαλακτοπαραγωγός αγελάδαdairy cow - Κοιλάδα ΑόστηςValle d'Aosta - προστιθέμενη αξίαadded value - χρηματιστηριακή αξίαmarket capitalisation - αξία των συναλλαγώνvalue of trade - ελλειμματικό ισοζύγιοbalance-of-payments deficit - δασμολογητέα αξίαcustoms valuation - κινητές αξίεςsecurities - βανάδιοvanadium - ΒανουάτουVanuatu - ΒατικανόVatican - μόσχοςcalf - όχημαvehicle - αερολισθαίνον όχημαair-cushion vehicle - δίτροχοtwo-wheeled vehicle - όχημα με κινητήραmotor vehicle - γεωργικό όχημαagricultural vehicle - ηλεκτροκίνητο όχημαelectric vehicle - όχημα κινούμενο σε σιδηροτροχιέςvehicle on rails - όχημα δημοσίας χρήσεωςcommercial vehicle - ΒέυλεVejle - ΒένετοVeneto - ισοζύγιο αδήλωνinvisible trade balance - ΒενεζουέλαVenezuela - πώλησηsale - πώληση επί πιστώσειcredit sale - πώληση κατ' οίκονdoor-to-door selling - λιανική πώλησηretail selling - πώληση με έκπτωσηdiscount sale - πλειστηριασμόςauction sale - άμεση πώλησηdirect selling - χονδρική πώλησηwholesale selling - ισοζύγιο πληρωμώνbalance of payments - αφορολόγητη πώλησηduty-free sale - πώληση εξ αποστάσεωςdistance selling - οπωρώναςorchard - εξέλεγξη λογαριασμώνauditing - ύαλοςglass - Βεστ φορ ΣτορμπαίλτWest of the Great Belt - ΒεστγαίλαντWest Zealand - Μπάλι, ΜπαλίBali - ένδυμαclothing - κρέαςmeat - βοδινό κρέαςbeef - αίγειο κρέαςgoatmeat - κρέας αλόγουhorsemeat - κρέας βουβάλουbuffalo meat - μοσχαρίσιο κρέαςveal - κρέας πουλερικώνpoultrymeat - αποστεωμένο κρέαςboned meat - νωπό κρέαςfresh meat - Βαλκάνια, Βαλκανική Χερσόνησος, ΒαλκάνιαBalkan Peninsula, Balkans - πρόβειο κρέαςsheepmeat - χοιρινό κρέαςpigmeat - ΒίμποργκViborg - αντιπρόεδρος του ΚοινοβουλίουDeputy Speaker of Parliament - θύμαvictim - θύμα άμαχου πληθυσμούcivilian victim - θύμα πολέμουwar victim - teletextbroadcast videography - videotexinteractive videotex - επαγγελματική ένταξηintegration into employment - επαναληπτική ψηφοφορίαsecond ballot - ζωή και δραστηριότητες συλλόγων και μαζικών φορέωνcollective activities - ζωή της επιχείρησηςbusiness activity - πολιτική ζωήpolitics - σχολική ζωήschool life - κοινωνική ζωήsocial life - Βιετνάμ, Σοσιλιστική Δημοκρατία του ΒιετνάμAnnam, Socialist Republic of Vietnam, Vietnam, Viet Nam - αμπελώναςvineyard - πόληtown - πόλη μετρίου μεγέθουςmedium-sized town - νέα πόληnew town - πόλη δορυφόροςsatellite town - οίνοςwine - αρωματισμένος οίνοςflavoured wine - λευκός οίνοςwhite wine - τοπικός οίνοςlocal wine - οίνος ποιότηταςwine of superior quality - επιτραπέζιος οίνοςtable wine - εμφιαλωμένος οίνοςbottled wine - οίνος αυξημένου οινοπνεύματοςfortified wine - ταινίαstrip - αφρώδης οίνοςsparkling wine - ερυθρωπός οίνοςrosé wine - ερυθρός οίνοςred wine - μη αφρώδης οίνοςstill wine - οινοποίησηvinification - βιασμόςsexual violence - βίαviolence - κρατική βίαgovernment violence - πολιτική βίαpolitical violence - λογιστική μεταφοράcredit transfer - ΜπαγκλαντέςBangladesh - βιταμίνες, βιταμίνηvitamin - αμπελουργίαviticulture - εσωτερική υδάτινη οδόςinland waterway - διεθνής υδάτινη οδόςinternational waterway - οδός ταχείας κυκλοφορίαςexpressway - τράπεζαbank - αγροτική οδόςcountry road - αστική οδόςurban road - υπηρεσία συντήρησης και καθαρισμού οδώνroad services department - κλοπήtheft - πουλερικάpoultry - Αφρικανική Τράπεζα ΑνάπτυξηςAfrican Development Bank - σφαγμένα πουλερικάslaughtered poultry - πουλερικά ωοπαραγωγήςlaying poultry - ζώντα πουλερικάlive poultry - όγκος των συναλλαγώνtrade volume - όγκος των χρηματικών συναλλαγώνtrading volume - ψηφοφορίαvote - λευκή ψήφοςblank ballot paper - αγροτική τράπεζαagricultural bank - δεσμευμένη ψηφοφορίαvote on a text as a whole - ψήφιση νόμουpassage of a bill - ψηφοφορία με ηλεκτρονικό σύστημαelectronic voting - ψηφοφορία δι' ονομαστικής κλήσεωςroll-call vote - άκυρη ψήφοςinvalid ballot paper - υποχρεωτική ψήφοςcompulsory voting - ψήφιση προ της ημέρας των εκλογώνadvance voting - ψήφος δι' αλληλογραφίαςpostal vote - ψήφος δια πληρεξουσίουproxy vote - κοινοβουλευτική ψηφοφορίαparliamentary vote - κεντρική τράπεζαcentral bank - ψήφος με εκδήλωση προτίμησηςpreferential voting - φανερή ψηφοφορίαopen ballot - μυστική ψηφοφορίαsecret ballot - ταξίδιtravel - οργανωμένο ταξίδιinclusive tour - ομαδικό ταξίδιgroup travel - ηφαιστειολογίαvolcanology - γεωργικές εφαρμογέςagricultural advisory services - Νήσοι Ουώλις και ΦουτούναWallis and Futuna - γιαούρτιyoghourt - εμπορική τράπεζαcommercial bank - ΥεμένηYemen - πρώην Υεμένη ΛΔformer South Yemen - Γιόρκσαϊρ ΧάμπερσαϊντYorkshire and Humberside - ΓιουγκοσλαβίαYugoslavia - Λαϊκή Δημοκρατία του ΚονγκόDemocratic Republic of Congo - ΖάμπιαZambia - ΖηλανδίαZeeland - ΖιμπάμπουεZimbabwe - ψευδάργυροςzinc - συνεταιριστική τράπεζαcooperative bank - άνυδρη ζώνηarid zone - κλιματική ζώνηclimatic zone - οικιστική ζώνηresidential area - ζώνη αλιευμάτωνcatch area - ζώνη ελευθέρων συναλλαγώνfree-trade area - ζώνη αλιείαςfishing area - αποκλειστική οικονομική ζώνηexclusive economic zone - ισημερινή ζώνηequatorial zone - ελεύθερη ζώνηfree zone - συμφωνία SALTSALT Agreement - τράπεζα επενδύσεωνinvestment bank - ψυχρή ζώνηfrigid zone - υγρή ζώνηhumid zone - νομισματική ζώνηcurrency area - πεζοδρομημένη ζώνηpedestrian zone - μολυσμένη ζώνηpolluted area - προστατευόμενη ζώνηprotected area - πληγείσα ζώνηdisaster area - υποτροπική ζώνηsubtropical zone - προαστιακή ζώνηsuburban area - δασμολογική ζώνηtariff zone - τράπεζα ανάπτυξηςdevelopment bank - εύκρατη ζώνηtemperate zone - τροπική ζώνηtropical zone - αστική ζώνηurban area - ζωολογίαzoology - φορέας γεωργικής χωροταξίαςland bank - Διεθνής ΤράπεζαWorld Bank - λαϊκή τράπεζαpeople's bank - ιδιωτική τράπεζαprivate bank - δημόσια τράπεζαpublic bank - ΜπαρμπάντοςBarbados - τομεακή συμφωνίαsectoral agreement - πίνακας τιμώνprice list - ράβδοςbar - χαμηλόμισθοιlow pay - βάση δεδομένωνdatabase - στρατιωτική βάσηmilitary base - ΒασιλικάταBasilicata - Κάτω ΝορμανδίαLower Normandy - Κάτω Σαξονία, Κάτω ΣαξωνίαLower Saxony - ΤΑΒTAB - πλοίοvessel - συμφωνία για τα προϊόντα βάσεωςcommodity agreement - αλιευτικό πλοίοfishing vessel - δεξαμενόπλοιοtanker - κτίριοbuilding - σκάφος αναψυχήςpleasure craft - βιομηχανικά κτίριαindustrial building - δημόσιο κτίριοpublic building - ΒαυαρίαBavaria - δασμολογική συμφωνίαtariff agreement - καλές τέχνεςfine arts - ΕΤΕπEIB - ΒέλγιοBelgium - περιφέρειες και κοινότητες του Βελγίουregions and communities of Belgium - ΜπελίζBelize - κέρδοςprofit - δικαιούχος της βοήθειαςaid recipient - Benelux, Μπενελούξ, τα κράτη της ΜπενελούξBenelux, Benelux countries - χώρες της BeneluxBenelux countries - ΜπενίνBenin - ΒερολίνοBerlin - ΒερμούδεςBermuda - επισιτιστικές ανάγκεςnutritional needs - στεγαστικές ανάγκεςhousing need - ανάγκη εργατικού δυναμικούmanpower needs - αύξηση πληθυσμούpopulation growth - ανάγκες σε νερόwater requirements - χορτονομήfodder - χρηματοληπτική ανάγκηfinancial requirements - σκυρόδεμαconcrete - κτηνοτροφικό τεύτλοfodder beet - ζαχαρότευτλοsugar beet - BEUCBEUC - βούτυροbutter - φυτικό βούτυροvegetable butter - ΜπουτάνBhutan - αύξηση της παραγωγήςincrease in production - βιβλιογραφίαbibliography - βιβλιοθήκηlibrary - βιβλιοθήκη νέωνchildren's library - εθνική βιβλιοθήκηnational library - δημόσια βιβλιοθήκηpublic library - επιστημονική βιβλιοθήκηscientific library - πανεπιστημιακή βιβλιοθήκηuniversity library - κοινοβουλευτικό σύστημα δύο νομοθετικών σωμάτωνbicameral system - BIDIDB - πολιτιστική αφομοίωσηacculturation - τενεκεδούποληslum - ΙΒΕIBE - κτήματα δήμων και κοινοτήτωνcommon land - πολιτιστικό αγαθόcultural object - καταναλωτικό αγαθόconsumer goods - διαρκές αγαθόdurable goods - μη διαρκές αγαθόnon-durable goods - κοινωνική ευημερίαsocial well-being - κατηγορία για αδίκημαcharge - ζύθοςbeer - ισολογισμόςbalance sheet - ισοζύγιο εφοδιασμούsupply balance sheet - ενεργειακό ισοζύγιοenergy audit - κοινωνικός απολογισμόςsocial audit - βιοχημείαbiochemistry - βιολογική μετατροπήbioconversion - βιοδιασπασιμότηταbiodegradability - βιοενέργειαbioenergy - βιοαέριοbiogas - βιογραφίαbiography - βιολογίαbiology - βιομάζαbiomass - βιόσφαιραbiosphere - δικομματικό σύστημαtwo-party system - πόλωσηbipolarisation - ΜιανμάρMyanmar - πράξη αγοράςpurchase - μπισκοτοποιίαbiscuit factory - βισμούθιοbismuth - σιτάριwheat - σκληρό σιτάριdurum wheat - μαλακό σιτάριcommon wheat - καθήλωση των τιμώνprice freeze - βόδιbeef animal - καυσόξυλαfuel wood - οικοδομική ξυλείαwood for construction - αγορά επί πιστώσειcredit purchase - δάσωσηafforestation - ποτόbeverage - αλκοολούχο ποτόalcoholic beverage - μη αλκοολούχο ποτόnon-alcoholic beverage - ΒολιβίαBolivia - έντοκο γραμμάτιο του δημοσίουtreasury bill - ΜποναίρBonaire - επιδότηση επιτοκίουinterest-rate subsidy - πλεκτοβιομηχανίαknitted and crocheted goods - αγορά παρέμβασηςintervention buying - ΒόρνεοBorneo - ΜπόρνχολμBornholm - βοτανική, φυτολογίαbotany, phytology - ΜποτσουάναBotswana - βουδισμόςBuddhism - αρτοποιίαbakery - ΒουργουνδίαBurgundy - χρηματιστήριο εμπορευμάτωνcommodities exchange - βοοειδήcattle - οξύacid - επαρχία Φλαμανδικής ΒραβάνδηςProvince of Flemish Brabant - Βόρεια ΒραβάνδηNorth Brabant - επαρχία Βαλλωνικής ΒραβάνδηςProvince of Walloon Brabant - ΒρέμηBremen - Βραζιλία, Ομόσπονδη Δημοκρατία της ΒραζιλίαςBrasil, Brazil, Federative Republic of Brazil - ΒρετάνηBrittany - δίπλωμα ευρεσιτεχνίαςpatent - ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίαςEuropean patent - BRIBIS - ανόργανο οξύinorganic acid - βρώμιοbromine - βρουκέλλωσηbrucellosis - θόρυβοςnoise - ΜπρουνέιBrunei - προϋπολογισμόςbudget - κοινοτικός προϋπολογισμόςCommunity budget - κρατικός προϋπολογισμόςnational budget - προϋπολογισμός για την άμυναdefence budget - έκτακτος προϋπολογισμόςextraordinary budget - οργανικό οξύorganic acid - οικογενειακός προϋπολογισμόςhousehold budget - επιχειρησιακός προϋπολογισμός ΕΚΑΧECSC operating budget - προϋπολογισμός διαφήμισηςadvertising budget - διορθωτικός προϋπολογισμόςamending budget - ευρωπαϊκός κοινωνικός προϋπολογισμόςEuropean social budget - συμπληρωματικός προϋπολογισμόςsupplementary budget - εγγραφή κονδυλίου στον προϋπολογισμόinclusion in the budget - ΒουλγαρίαBulgaria - ψηφοδέλτιοballot paper - χάλυβαςsteel - γραφείο πληροφοριώνinformation centre - εκλογικό τμήμαpolling station - προεδρείο του Κοινοβουλίουbureau of parliament - πολιτικό γραφείοpolitical executive - διοικητική διατύπωσηadministrative formalities - αυτοματοποίηση γραφείουoffice automation - βουτυρέλαιοbutter oil - σκιώδης κυβέρνησηshadow cabinet - ΑβρουζίαAbruzzi - ΑζόρεςAzores - θαλάσσια ακτοπλοΐαmaritime cabotage - κακάοcocoa - δημόσιο κτηματολόγιοland register - στέλεχοςexecutive - διοικητικό στέλεχοςmanager - γλωσσικός κλάδος ΕΚEC language service - χώρες ΑΚΕACP countries - μεσαίο στέλεχοςmiddle management - ανώτερο στέλεχοςsenior management - ΣΑΟΒCMEA - χώρες του ΣΑΟΒCMEA countries - καφέςcoffee - ταμιευτήριοsavings bank - ταμείο υποθηκώνmortgage bank - ΚαλαβρίαCalabria - κοστολόγησηcosting - κτήση κυριότηταςacquisition of property - ωρολόγιο πρόγραμμαplanning of the school year - ΚαμερούνCameroon - καλλιεργητική περίοδοςmarketing year - προεκλογική εκστρατείαelection campaign - ΚαμπανίαCampania - κατασκήνωσηcamping - ΚαναδάςCanada - Διώρυγα του ΠαναμάPanama Canal - απόκτηση γνώσεωνlearning - καρκίνοςcancer - υποψήφιοςcandidate - ζαχαροκάλαμοsugar cane - EACCAO - Πράσινο ΑκρωτήριοCape Verde - απόκτηση τεκμηρίωσηςdocument acquisition - δικαιοπρακτική ικανότηταcapacity to exercise rights - ικανότητα φόρτωσηςcarrying capacity - ικανότητα προς σύναψη συμβάσεωςcapacity to contract - δυνατότητα άσκησης δικαιώματοςcapacity to have rights and obligations - αρνησικυρίαveto - διαδικασία διαβούλευσηςconsultation procedure - υπουργείοministry - κοσμήτοραςtreasurer - αιρετός εκπρόσωπος τοπικής αυτοδιοίκησηςlocally elected representative - αυτόνομη κοινότηταautonomous community - περιφερειακή διοίκησηregional government - αποικιοκρατίαcolonialism - επιστημονικές ανταλλαγέςscientific exchange - παραγωγική ικανότηταproduction capacity - στρατιωτικές κυρώσειςmilitary sanctions - διεθνείς εθελοντέςinternational voluntary worker - Ζήτημα της ΥπεριορδανίαςWest Bank question - κοινοτικό δίκαιο-εθνικό δίκαιοCommunity law - national law - αντιπροσωπεία του Ευρωπαϊκού ΚοινοβουλίουEP delegation - γνώμη της ΟΚΕESC opinion - δημόσια διοίκηση της ΚοινότηταςEuropean civil service - σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού ΚοινοβουλίουEP assent - Συνέλευση Ίσης Εκπροσώπησης ΑΚΕ-ΕΚACP-EC Joint Assembly - Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού ΚοινοβουλίουPresident of the EP - Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού ΚοινοβουλίουVice-President of the EP - Σώμα των ΚοσμητόρωνQuaestor of the EP - απόφαση του Δικαστηρίου ΕΚjudgment of the EC Court - αντιευρωπαϊσμόςanti-European movement - διαρθρωτικά ταμείαStructural Funds - δικαστήριο εργατικών διαφορώνlabour tribunal - δυναμικό αποθήκευσηςstorage capacity - δικηγόροςbarrister - μεταμεληθείςrepentance - παρακείμενη ζώνηcontiguous zone - προφυλάκισηsurveillance - προσφυγή ιδιωτώνappeals by private individuals - οικονομική κατάστασηeconomic situation - συντελεστής παραγωγήςfactor of production - πόλος ανάπτυξηςgrowth point - ολοκληρωμένο πρόγραμμα ανάπτυξηςintegrated development programme - ΟΜΠIMP - εμπορικές συναλλαγές Βορρά-ΝότουNorth-South trade - μεταφορική ικανότηταtransport capacity - κερδοσκοπικά κεφάλαιαspeculative funds - δημόσια χρηματοδότησηpublic financing - εναρμόνιση των τιμώνharmonisation of prices - κεφαλαιαγοράcapital market - κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνουventure capital - Γενικός Προϋπολογισμός ΕΚEC general budget - μητρότηταmaternity, motherhood - πολιτιστικό βραβείοcultural prize - ικανότητα δικαίουlegal capacity - αγγλικανισμόςAnglicanism - καθολικισμόςCatholicism - ορθοδοξίαOrthodoxy - προτεσταντισμόςProtestantism - χώρος αναψυχήςleisure park - προσωπικό εστιατορίωνcatering profession - μαφίαMafia - βιοηθικήbio-ethics - μυστικές εταιρίεςsecret society - τοπική πολιτιστική παράδοσηregional culture - AIDSAIDS - τιμή της γηςprice of land - ανοικτό πανεπιστήμιοopen university - προϋπολογισμός της εκπαίδευσηςeducation budget - εκπαιδευτικές ανταλλαγέςeducational exchange - EurydiceEurydice - αναγνώριση σπουδώνrecognition of studies - επιχείρηση Τύπουpress undertaking - teletexTeletex - προστασία δεδομένωνdata protection - αμφίδρομο δίκτυοinteractive network - κινηματογραφική παραγωγήfilm production - βιομηχανία προγραμμάτωνprogrammes industry - συμπαραγωγή οπτικοακουστικών προγραμμάτωνaudio-visual co-production - οπτικοακουστικό πρόγραμμαaudio-visual programme - οπτικοακουστική παραγωγήaudio-visual production - τεχνολογία των πληροφοριώνinformation technology - τηλεόραση υψηλής ευκρίνειαςhigh-definition television - βιντεοεπικοινωνίαvideo communications - οπτικοακουστική πολιτικήaudio-visual communications policy - ραδιοτηλεπειρατείαaudio-visual piracy - ευρωπαϊκός οπτικοακουστικός χώροςEuropean audio-visual area - ελεύθερη διακίνηση προγραμμάτωνfree movement of programmes - επικοινωνιακά τέληcommunications tariff - δίκαιο των πληροφοριώνlaw relating to information - νομικές εφαρμογές πληροφορικήςlegal data processing - μεταφόρτωση προγραμμάτωνdownloading - γλώσσα προγραμματισμούprogramming language - αυτόματη μετάφρασηmachine translation - ενεργειακή ανεξαρτησίαself-sufficiency in energy - βιομηχανικό κεφάλαιοindustrial capital - διαδικασία συνεργασίαςcooperation procedure - μεταφορά αρμοδιότηταςtransfer of competence - δημιουργία επιχείρησηςbusiness start-up - επιχείρηση παροχής υπηρεσιώνservices company - επιχείρηση μίσθωσης εργατικού δυναμικούtemporary employment agency - εργασία σε οθόνηvideo display unit work - οδικές ενδομεταφορέςroad cabotage - τομέας ποταμοπλοΐαςwaterway transport - θαλάσσια διώρυγαship canal - ζεύξη της Μάγχηςcross-channel connection - τιμολόγιο εσωτερικών μεταφορώνnational tariff - τιμολόγιο διεθνών μεταφορώνinternational tariff - τιμολόγιο οδικών μεταφορώνroad transport tariff - διαστημική πλοήγησηspace navigation - διοικητική πράξηadministrative measure - εταιρικό κεφάλαιοshare capital - προστασία των δασώνforest conservation - Τυρρηνική ΘάλασσαTyrrhenian Sea - Αδριατική ΘάλασσαAdriatic Sea - Λιγυρική ΘάλασσαLigurian Sea - Αιγαίο ΠέλαγοςAegean Sea - Ιόνιο ΠέλαγοςIonian Sea - καταπολέμηση των εντόμωνfight against insects - γεωργική χωροταξίαland restructuring - εντομοκτόνοinsecticide - αλιευτικές διατάξειςfishing regulations - αλιευτικοί έλεγχοιfishing controls - πρωτεύουσαcapital city - πολυετές λαχανικόperennial vegetable - νωπό προϊόνfresh product - ποιοτικό πρότυποquality standard - πρότυπο ασφάλειαςsafety standard - τεχνικό πρότυποtechnical standard - COSTCOST - έρευνα και ανάπτυξηresearch and development - διαστημική έρευναspace research - διαστημική τεχνικήspace technology - ξένα κεφάλαιαforeign capital - συνθετικό ελαστικόsynthetic rubber - φυσικό ελαστικόnatural rubber - σιδηροδρομικές κατασκευέςrailway industry - ξυλάνθρακαςcharcoal - βιομηχανία ειδών πολυτελείαςluxury products industry - Αυτόνομη Επαρχία του ΜπολτζάνοAutonomous Province of Bolzano - Αυτόνομη Επαρχία του ΤρέντοAutonomous Province of Trento - CEPTCEPT - INCBINCB - Habitat OHEUN Habitat - υπάλληλοι ΕΚEC servants - αιγοειδήgoat - δευτερεύοντα αλιεύματαby-catch - επιτρεπόμενα αλιεύματαauthorised catch - αλιεύματα ιχθύωνcatch of fish - αλιεύματα κατ' είδοςcatch by species - συνολικά αλιεύματαtotal catch - κοινοτική πράξηCommunity act - Νήσοι ΚαραϊβικήςCaribbean Islands - χημεία του άνθρακαcoal by-products industry - άνθρακαςcarbon - καύσιμο κινητήρων εσωτερικής καύσεωςmotor fuel - σφάγιοcarcass - CaricomCaricom - χώρες της CaricomCaricom countries - χάρτης εκπαιδευτικών ιδρυμάτωνdistribution of schools - καρτέλcartel - εμπορική πράξηcommercial transaction - χαρτογραφίαcartography - ταμειακή ροήcash flow - ποινικό μητρώοcriminal record - καταλογογράφησηcataloguing - ΚαταλωνίαCatalonia - κατάλογοςcatalogue - κοινωνικοεπαγγελματική κατηγορίαsocio-professional category - καταβολή εγγύησης υποψηφιότηταςelectoral deposit - συνεδριακές εργασίεςconference proceedings - ICCITC - SPCSPC - adult female, dame, daughter of Eve, woman - άντραςman - CDICID - χώρα ΕΕEU country - CEACECAC - CEAECEAE - CEAOCEAO - ιοντίζουσα ακτινοβολίαionising radiation - νάτριοsodium - κατεργασία μετάλλωνmetalworking - ευγενές αέριοrare gas - θάνατοςdeath - μεταμόσχευση οργάνωνorgan transplant - μετάγγιση αίματοςblood transfusion - απορρίμματα μετάλλωνmetal waste - κοινοτική συγκοινωνιακή αρτηρίαCommunity trunk route - δικαίωμα επιμέλειαςcustody - ανταλλαγές νέωνyouth exchange scheme - στοιχειώδη σωματίδιαfundamental particle - άτομοatom - αναλυτική χημείαanalytical chemistry - φασματομετρίαspectrometry - χώρες της CEAOCEAO countries - κυτταρολογίαcytology - ασβέστιοcalcium - ιατρική διάγνωσηmedical diagnosis - πυρηνική ιατρικήnuclear medicine - ιατρική εξέτασηmedical examination - Μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ΕΚmember of the EC Court of Auditors - ασφάλεια κτιρίωνbuilding safety - Ευρωπαϊκή Υπηρεσία ΠεριβάλλοντοςEuropean Environment Agency - οδηγόςguide - ευρωπαϊκά σύμβολαEuropean symbol - επίσημη γλώσσαofficial language - ατυχήματα στο σπίτιaccident in the home - κοινοτικό πρόγραμμαCommunity programme - τροπικό δάσοςtropical forest - προσωπικά είδηpersonal effects - Σύμβαση Λομέ IVfourth Lomé Convention - ηλεκτρομαγνητική όχλησηelectromagnetic interference - ζώνη συχνοτήτωνwaveband - μισθοφόροςmercenary - εορτασμός επετείουcommemoration - αδελφοποίησηtwinning - μαθήματα οδήγησηςdriving instruction - ντοπάρισμαperformance drugs - Ευρωπαϊκή σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπουEuropean Convention on Human Rights - ΕΚΑΧECSC - Πρωτοδικείο ΕΚEC Court of First Instance - όροι συνταξιοδότησηςretirement conditions - ενδοκοινοτικά σύνοραinternal Community frontier - τροχόσπιτοcamping vehicle - μέτρα αντιντάμπινγκanti-dumping measure - αντίκτυπος της πληροφορικήςimpact of information technology - κοινοποίηση των δεδομένωνdisclosure of information - στρατιωτική επέμβασηmilitary intervention - εξαγωγή αποβλήτωνexport of waste - εθελοντές για την ανάπτυξηdevelopment worker - ραδιοβιολογίαradiobiology - συστηματική απουσία από την εργασίαabsenteeism - παπικό έγγραφοpapal act - CEDEAOECOWAS - CedefopCedefop - Ευρωπαϊκή ΚοινότηταEuropean Community - ΕΚΑΕEAEC - άγαμοςunmarried person - κυτταρίνηcellulose - CEMTECMT - λογοκρισίαcensorship - Κεντροαφρικανική ΔημοκρατίαCentral African Republic - πυρηνικός σταθμός παραγωγής ενέργειαςnuclear power station - συγκέντρωση των πληροφοριώνcentralisation of information - Κεντρική ΓαλλίαCentre - εμπορικό κέντροshopping centre - Κοινό Κέντρο Ερευνών ΕΚΑΕEAEC Joint Research Centre - κέντρο μηχανοργάνωσηςcomputer centre - κέντρο τεκμηρίωσηςdocumentation centre - Κέντροpolitical centre - υπολογιστής κεντρικής υποστήριξηςon line data service - κεραμικήceramics - σιτηρόcereals - δημητριακό διατροφήςfood cereals - μετοχήshare - κτηνοτροφικό σιτηρόfodder cereals - αρτοποιήσιμο δημητριακόcereals of bread-making quality - CERNCERN - ESROESRO - πιστοποιητικό καταγωγήςcertificate of origin - πιστοποιητικό κυκλοφορίαςmovement certificate - πιστοποιητικό υγείαςhealth certificate - CESETUC - αξίωση παροχής εννόμου προστασίαςlegal action - παύση δραστηριότηταςcessation of trading - παύση γεωργικής εκμετάλλευσηςcessation of farming - παύση πληρωμώνsuspension of payments - κατάπαυση πυρόςcease-fire - εμπορικό και βιομηχανικό επιμελητήριοchamber of commerce and industry - άμεσα εκλεγμένη Βουλήdirectly-elected chamber - Ομοσπονδιακή Βουλήfederal chamber - κοινοβουλευτικό σώμαparliamentary chamber - σαμπάνιαchampagne - Καμπανία-ΑρδέννεςChampagne-Ardenne - κοινωνική αλλαγήsocial change - τεχνολογική αλλαγήtechnological change - κάνναβιςhemp - προσθήκη ζάχαρης στο μούστοchaptalisation - γαιάνθρακαςcoal - ανθρακωρυχείοcoal mining - φορτίο ανά άξοναaxle weight - μέτοχοςshareholder - οικογενειακό βάροςdependant - ωφέλιμο φορτίοpayload - φόρτωσηload - Χάρτης της ΑβάναςHavana Charter - καταστατικός χάρτης των Ηνωμένων ΕθνώνUnited Nations Charter - ευρωπαϊκός κοινωνικός χάρτηςEuropean Social Charter - κυνήγιhunting - λέβηταςboiler - πρόσβαση στην κοινοτική πληροφόρησηaccess to Community information - πρόσβαση στη δικαιοσύνηaccess to the courts - συμφωνία ATPATP Agreement - εμπορική συμφωνία ΕΚEC trade agreement - συμφωνία συνεργασίας ΕΚEC cooperation agreement - συμφωνία του ΣένγκενSchengen Agreement - ευρωπαϊκή συμφωνία σύνδεσηςEuropean Association Agreement - προσωρινή συμφωνία ΕΚEC interim agreement - διοργανική συμφωνίαinterinstitutional agreement - μικτή συμφωνίαmixed agreement - ηλεκτρικός συσσωρευτήςelectricity storage device - κοινοτικό κεκτημένοCommunity acquis - αστική αγωγήassociated action for damages - κοινοτική δράσηCommunity action - αγωγή αστικού δικαίουcivil proceedings - αγωγή ποινικού δικαίουcriminal proceedings - αγωγή αποζημίωσηςcivil liability proceedings - ποινική αγωγήpublic prosecution - κοινοτική δραστηριότηταCommunity activity - προσαρμογή των δημοσιονομικών προοπτικώνadaptation of financial perspectives - προσχώρηση σε συμφωνίαaccession to an agreement - διοίκηση του οργάνουadministration of the Institutions - τοιχοκόλλησηdisplay - Πορτογαλόφωνη AφρικήPortuguese-speaking Africa - Αφρική νοτίως της Σαχάραςsub-Saharan Africa - Ευρωπαϊκός οργανισμός αξιολόγησης των φαρμακευτικών προϊόντωνEuropean Agency for the Evaluation of Medicinal Products - Ευρωπαϊκός οργανισμός για την ασφάλεια και την υγεία κατά την εργασίαEuropean Agency for Safety and Health at Work - σωματική επίθεσηphysical aggression - χώρος στάθμευσηςparking area - NAFTANAFTA - αλλεργίαallergy - πρεσβείαembassy - χωροταξίαtown and country planning - πρώην ΛΔΓformer GDR - πρώην ΕΣΣΔformer USSR - προϋπηρεσίαseniority - πρώην σοσιαλιστικές χώρεςformer socialist countries - ΑγγλίαEngland - γουνοφόρο ζώοfur-bearing animal - συσκευή αερίουgas appliance - εφαρμογή της πληροφορικήςinformation technology applications - εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσηςdeepening of the European Union - Τόξο του ΑτλαντικούAtlantic Arc - αρχιπέλαγοςarchipelago - ΑρμενίαArmenia - ASACRSAARC - ανελκυστήραςlift - Κεντρική ΑσίαCentral Asia - κοινοβουλευτική συνέλευσηparliamentary assembly - διοικητική αυτονομίαadministrative autonomy - άδεια πώλησηςmarket approval - προσχέδιο προϋπολογισμού ΕΚpreliminary draft EC budget - μαχητικό αεροσκάφοςcombat aircraft - ΑζερμπαϊτζάνAzerbaijan - Ευρωπαϊκή Κεντρική ΤράπεζαEuropean Central Bank - νομική βάσηlegal basis - λεκάνη του ΡήνουRhine Valley - ΛευκορωσίαBelarus - κράτος που εισπράττει περισσότερα από όσα εισφέρειnet recipient - ΕΤΑΑEBRD - αγαθό διπλής χρήσηςdual-use good - καλή μεταχείριση των ζώωνanimal welfare - βιοποικιλότηταbiodiversity - βιότοποςbiotope - νομιμοποίηση παράνομου χρήματοςmoney laundering - καθαριστήριοcleaning industry - τροπική ξυλείαtropical wood - βομβαρδιστικό αεροσκάφοςbomber - Βοσνία-ΕρζεγοβίνηBosnia-Herzegovina - ΒρανδεβούργοBrandenburg - αεροπορικό καμποτάζair cabotage - κοινοτικό πλαίσιο στήριξηςCommunity support framework - επιστημονικός υπολογισμόςscientific calculation - χρονοδιάγραμμα της ΟΝΕtimetable for EMU - επαγγελματική σταδιοδρομίαprofessional career - κάρτα επέκτασηςexpansion card - κασέταaudio cassette - ΣΒΑΣNACC - ΚΑΚCIS - ομάδα ποιότηταςquality control circle - κοινοτική πιστοποίησηCommunity certification - κλιματική αλλαγήclimate change - αλλαγή πολιτικού καθεστώτοςchange of political system - Κοινοτικός Χάρτης των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των ΕργαζομένωνEC Charter of the Fundamental Social Rights of Workers - ευρωπαϊκός ΧάρτηςEuropean charter - διεθνής Χάρτηςinternational charter - χειρουργόςsurgeon - νεκροταφείοcemetery - επιβαρυντική περίστασηaggravating circumstances - ελαφρυντική περίστασηmitigating circumstances - ευρωπαϊκή ιθαγένειαEuropean citizenship - καταχρηστική ρήτραunfair terms of contract - συμβατική ρήτραcontract terms - ρήτρα απαλλαγήςopt-out clause - COCOMCOCOM - αστικός κώδικαςcivil code - ποινικός κώδικαςpenal code - κωδικοποίηση του κοινοτικού δικαίουcodification of Community law - οικονομική και κοινωνική συνοχήeconomic and social cohesion - κόμμωση και αισθητική περιποίησηhairdressing and beauty care - οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησηςlocal authority - οργανισμός περιφερειακής διοίκησηςregional authority - θέρμανσηheating - κοινή επιτροπή ΕΟΧEEA Joint Committee - κοινή συμβουλευτική επιτροπή ΕΟΧEEA Joint Consultative Committee - επιτροπή διαχείρισης ΕΚEC management committee - επιτροπή κανονιστικών ρυθμίσεων ΕΚEC regulatory committee - Επιτροπή ΠεριφερειώνCommittee of the Regions - μικτή επιτροπή ΕΚEC joint committee - κοινή κοινοβουλευτική επιτροπή ΕΟΧEEA joint parliamentary committee - επιτροπολογίαcomitology - εμπόριο οργάνωνtrade in organs - εμπόριο έργων τέχνηςart trade - Φλαμανδική ΚοινότηταFlemish Community - Γαλλόφωνη ΚοινότηταFrench-speaking Community - Γερμανόφωνη ΚοινότηταGerman-speaking Community - κοινότητες του Βελγίουcommunities of Belgium - αρμοδιότητα του ΕΚpowers of the EP - αρμοδιότητες των οργάνων της ΕΚpowers of the EC Institutions - σχεδίαση με τη βοήθεια υπολογιστήcomputer assisted design - εργοδοτική συνομοσπονδίαemployers' confederation - συνδικαλιστική συνομοσπονδίαtrade union confederation - ευρωπαϊκή διάσκεψηEuropean conference - διακυβερνητική διάσκεψη ΕΚEC Intergovernmental Conference - διεθνής διάσκεψηinternational conference - Διεθνής Διάσκεψη ΕργασίαςInternational Labour Conference - τριμερής διάσκεψηtripartite conference - διένεξη μεταξύ εθνοτήτωνethnic conflict - άδεια για πολιτικούς λόγουςleave for political activities - Συμβούλιο Συνεργασίας των Κρατών του Περσικού ΚόλπουGulf Cooperation Council - Συμβούλιο του ΕΟΧEEA Council - παροχή συμβουλών και υπηρεσιών εμπειρογνώμοναconsultancy - πώληση ρυπαντικού προϊόντος με εγγύηση επιστροφήςdeposit on a polluting product - συστατική κωδικοποίηση του κοινοτικού δικαίουconsolidation of Community law - προξενείοconsulate - διοικητική σύμβασηadministrative contract - αντιπαροχή συμφωνίαςfinancial compensation of an agreement - κράτος που εισφέρει περισσότερα από όσα εισπράττειnet contributor - εισφορά ΑΕΠGNP contribution - μεθοριακός έλεγχοςborder control - έλεγχος των κρατικών ενισχύσεωνcontrol of State aid - έλεγχος των εξαγωγώνmonitoring of exports - διακυβερνητική σύμβαση ΕΚEC Intergovernmental Convention - συνεργασία στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεωνcooperation in home affairs - τελωνειακή συνεργασίαcustoms cooperation - περιβαλλοντική συνεργασίαenvironmental cooperation - διακυβερνητική συνεργασία ΕΕEC intergovernmental cooperation - διοργανική συνεργασία ΕΚEC interinstitutional cooperation - διακοινοβουλευτική συνεργασίαinter-parliamentary cooperation - δικαστική συνεργασία ΕΕEU judicial cooperation - αστυνομική συνεργασίαpolice cooperation - αστυνομική συνεργασία ΕΕEU police cooperation - στεγαστικός συνεταιρισμόςhousing cooperative - συντονισμός των χρηματοδοτήσεωνcoordination of financing - συντονισμός των πολιτικών ΟΝΕcoordination of EMU policies - Κέρας της ΑφρικήςHorn of Africa - Ευρωπαϊκό στρατιωτικό σώμαEuropean army corps - COSACCOSAC - απαίτησηclaim - οργανωμένη εγκληματικότηταorganised crime - κριτήριο επιλεξιμότηταςeligibility criteria - κριτήριο σύγκλισηςconvergence criteria - Δημοκρατία της Κροατίας, ΚροατίαCroatia, Hrvatska, Republic of Croatia - σώρευση εισοδημάτωνoverlapping of income - κυκλώναςcyclone - φορολογική δήλωσηtax return - δήλωση κοινοτικού ενδιαφέροντοςdeclaration of Community interest - δημόσια δήλωσηpublic statement - προθεσμία έκδοσηςpublishing deadline - αθέμιτη χρηματιστηριακή εκμετάλλευση εμπιστευτικών πληροφοριώνinsider trading - περιβαλλοντικό έγκλημαenvironmental offence - σεξουαλικό έγκλημαsexual offence - ονομασία του προϊόντοςproduct designation - καταγγελία συμφωνίαςwithdrawal from an agreement - αγροτική δαπάνηagricultural expenditure - κοινοτική δαπάνηCommunity expenditure - δαπάνη λειτουργίας ΕΚEC administrative expenditure - δαπάνη έρευνας ΕΚEC research expenditure - επιχειρησιακή δαπάνη ΕΚEC operational expenditure - διαρθρωτική δαπάνηstructural expenditure - παρέκκλιση από το κοινοτικό δίκαιοderogation from Community law - οφειλήdebt - τελωνειακή οφειλήcustoms debt - δεύτερη φάση της ΟΝΕsecond stage of EMU - καθήκοντα του υπαλλήλουduties of civil servants - κοινωνικός διάλογοςsocial dialogue - κοινοτικός κοινωνικός διάλογοςCommunity social dialogue - διάδοση της κοινοτικής πληροφόρησηςdissemination of Community information - δημοσιονομική πειθαρχία ΕΚEC budgetary discipline - στρατιωτική πειθαρχίαmilitary discipline - διάκριση λόγω ιθαγένειαςdiscrimination on the basis of nationality - αντιρρυπαντική διάταξηanti-pollution device - ιατρικά στοιχείαmedical data - προσωπικά στοιχείαpersonal data - δικαίωμα παροχής έννομης προστασίαςright of action - δικαίωμα ασύλουright of asylum - ενοχικό δίκαιοlaw of obligations - περιφερειακό δίκαιοregional law - δικαιώματα του υπαλλήλουrights of civil servants - οθόνηscreen - ιδιωτικό Ecuprivate ECU - εκπαίδευση υπό επιτήρησηeducation of young offenders - εργάτες-μέτοχοι της επιχείρησηςworkers' stock ownership - φαινόμενο θερμοκηπίουgreenhouse effect - κατάρτιση του κοινοτικού δικαίουdrafting of Community law - περιφερειακές εκλογέςregional election - έμβρυοembryo and foetus - χρήση γλωσσώνuse of languages - στρατιωτική εκπαίδευσηmilitary training - θεσμική ισορροπία ΕΚEC Institutional balance - προστατευτικός εξοπλισμόςprotective equipment - εξοπλισμός πληροφορικήςcomputer equipment - εξοπλισμός υπό πίεσηpressure equipment - θερμικός εξοπλισμόςthermal equipment - δικαστική πλάνηmiscarriage of justice - ΕρυθραίαEritrea - Ευρωπαϊκός Οικονομικός ΧώροςEuropean Economic Area - ΕσθονίαEstonia - κατάρτιση του κοινοτικού προϋπολογισμούdrawing up of the Community budget - θρησκευτικό κράτοςnon-secular State - κράτος δικαίουrule of law - ομοσπονδιακό κράτοςfederal State - ισλαμικό κράτοςIslamic State - λαϊκό κράτοςsecular State - ενιαίο κράτοςunitarian State - συγκριτική μελέτηcomparative study - περιπτωσιολογική μελέτηcase study - Ευρώπη των πολιτώνcitizens' Europe - EuropolEuropol - εκτέλεση της ποινήςcarrying out of sentence - επαγγελματική πείραprofessional experience - δικαστική πραγματογνωμοσύνηexpert's report ordered by a court - αδιαλλαξία, εξτρεμισμόςextremism - κατασκευή με τη βοήθεια υπολογιστήcomputer assisted manufacturing - μέσα διευκόλυνσης των ατόμων με ειδικές ανάγκεςfacilities for the disabled - ΦλεβολάνδηFlevoland - διεθνής δημόσια διοίκησηinternational civil service - υπάλληλος διεθνούς οργανισμούinternational civil servant - λειτουργία των κοινοτικών οργάνωνoperation of the Institutions - Ευρωπαϊκό Ίδρυμα ΚατάρτισηςEuropean Training Foundation - Ταμείο ΣυνοχήςCohesion Fund - Ταμείο του Συμβουλίου της ΕυρώπηςCouncil of Europe fund - Ευρωπαϊκό Ταμείο ΕπενδύσεωνEuropean Investment Fund - είδη γραφείουoffice supplies - φορολογική ατέλειαtax-free allowance - απάτη εις βάρος της Κοινότηταςfraud against the Community - εξωτερικά σύνορα της Κοινότηταςexternal frontier of the Community - αέριο που προκαλεί το φαινόμενο του θερμοκηπίουgreenhouse gas - γενετικήgenetics - Δημοκρατία της ΓεωργίαςGeorgia - αθίγγανοςgypsy - απεργία πείναςhunger strike - ομάδα ΒίσεγκραντVisegrad countries - ομάδα των 24Group of Twenty-Four - ένωση φορέων τοπικής διοίκησηςassociation of local authorities - ευρωπαϊκός όμιλος οικονομικού σκοπούEuropean Economic Interest Grouping - σεξουαλική παρενόχλησηsexual harassment - πολεμικό ελικόπτεροcombat helicopter - αρχαία ιστορίαancient history - σύγχρονη ιστορίαcontemporary history - μεσαιωνική ιστορίαmedieval history - νεώτερη ιστορίαmodern history - ιστορικόhistorical account - ώρα έναρξης της λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτωνtrading hours - πολιτιστική ταυτότηταcultural identity - ΧΜΠΑFIFG - εικόνα-κύροςimage - διπλωματική ασυλίαdiplomatic immunity - οικονομική υποδομήeconomic infrastructure - κοινοτική πρωτοβουλίαCommunity initiative - ευρωπαϊκή αναπτυξιακή πρωτοβουλίαEuropean growth initiative - έντομοinsect - εγκατάσταση εκτόξευσηςlaunch facility - εγκατάσταση ειδών υγιεινήςplumbing equipment - Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Δημόσιας ΔιοίκησηςEuropean Institute of Public Administration - Ευρωπαϊκό Νομισματικό ΊδρυμαEuropean Monetary Institute - κοινό όργανο ΕΟΧEEA joint institution - οικονομικό μέσο για το περιβάλλονeconomic instrument for the environment - κακοκαιρίαbad weather - διασύνδεση συστημάτωνsystems interconnection - συλλογικό συμφέρονcollective interest - έννομο συμφέρονinterest in bringing an action - σχολικό οικοτροφείοboarding school - ΙντερπόλInterpol - τροφική δηλητηρίασηfood poisoning - εβραίοςJew - δικαστήριοcourts and tribunals - συνταγματικό δικαστήριοconstitutional court - ΚαζακστάνKazakhstan - ΚιργιζίαKyrgyzstan - Κοσσυφοπέδιο, ΚόσοβοKosovo - οικολογικό σήμαeco-label - λίμνηlake - μητρικό γάλαmother's milk - διαστημικός ενισχυτικός κινητήραςlaunch vehicle - ευρωπαϊκή γλώσσαEuropean language - μειονοτική γλώσσαminority language - μη ευρωπαϊκή γλώσσαnon-European language - τοπική γλώσσαregional language - ζωντανή γλώσσαliving language - αναγνώστης δίσκωνdisc drive - ΛετονίαLatvia - απελευθέρωση της αγοράςliberalisation of the market - ελεύθερη αεροπλοΐαfreedom of the skies - ΛιθουανίαLithuania - ενοικίασηhiring - οργανικός νόμοςorganic law - οικισμόςdividing up of land - Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της ΜακεδονίαςFormer Yugoslav Republic of Macedonia - συγγενής νόσοςcongenital disease - ασθένεια οφειλόμενη στη διατροφήnutritional disease - δερματική πάθησηskin disease - ασθένεια του αίματοςblood disease - ασθένεια του πεπτικού συστήματοςgastrointestinal disease - ασθένεια του νευρικού συστήματοςneurological disease - ενδοκρινική ασθένειαendocrine disease - σεξουαλικά μεταδιδόμενη ασθένειαsexually transmitted disease - άγριο θηλαστικόwild mammal - αθλητική εκδήλωσηsporting event - στρατιωτικά γυμνάσιαmilitary manoeuvres - σύμβαση υπηρεσιώνservices contract - σήμανση πιστότητας ΕΚEC conformity marking - μαρσιποφόροmarsupial - ύλη ζωικής προέλευ