sensagent's content
English encyclopedia, thesaurus, translators.
Search on Ebay worldwide and get contextual helps.
Sensagent on your site!
Get the XML content.
Dictionary and translator for handheld
New : sensagent is now available on your handheld
Advertising ▼
sensagent's office
Shortkey or widget. Free.
Windows Shortkey:
. Free.
Vista Widget :
. Free.
Alexandria PC. 29€.
For Windows or Vista. One/dble click, Ctrl+F10. For all softwares (word, excel, etc.). No adds.
Webmaster Solution
Alexandria
A windows (pop-into) of information (full-content of Sensagent) triggered by double-clicking any word on your webpage. Give contextual explanation and translation from your sites !
SensagentBox
With a SensagentBox, visitors to your site can access reliable information on over 5 million pages provided by Sensagent.com. Choose the design that fits your site.
Business solution
Improve your site content
Add new content to your site from Sensagent by XML.
Crawl products or adds
Get XML access to reach the best products.
Index images and define metadata
Get XML access to fix the meaning of your metadata.
Please, email us to describe your idea.
Lettris
Lettris is a curious tetris-clone game where all the bricks have the same square shape but different content. Each square carries a letter. To make squares disappear and save space for other squares you have to assemble English words (left, right, up, down) from the falling squares.
boggle
Boggle gives you 3 minutes to find as many words (3 letters or more) as you can in a grid of 16 letters. You can also try the grid of 16 letters. Letters must be adjacent and longer words score better. See if you can get into the grid Hall of Fame !
English dictionary
Main references
Most English definitions are provided by WordNet .
English thesaurus is mainly derived from The Integral Dictionary (TID).
English Encyclopedia is licensed by Wikipedia (GNU).
Copyrights
The wordgames anagrams, crossword, Lettris and Boggle are provided by Memodata.
The web service Alexandria is granted from Memodata for the Ebay search.
The SensagentBox are offered by sensAgent.
Translation
Change the target language to find translations.
Tips: browse the semantic fields (see From ideas to words) in two languages to learn more.
last searches on the dictionary :
computed in 3.547s
Advertising ▲
|
Results Summary
multilingual semantic net
|
Integral Dictionary[Thème]
Ώρχους — Århus - ανακοινωθέν Τύπου — press release - αρμοδιότητα των δικαστηρίων — jurisdiction - ανάδοχος — concessionaire - κοινωνικοοικονομικές συνθήκες — socioeconomic conditions - συμβούλιο πολιτιστικής συνεργασίας — Council for Cultural Cooperation - CREST — CREST - Ευρωπαϊκός Οργανισμός Παραγωγικότητας — European Productivity Agency - Οργανισμός Πυρηνικής Ενεργείας — Nuclear Energy Agency - οπτικοακουστικό τεκμήριο — audiovisual document - Ντουμπάι — Dubayy - πρόγραμμα γεωργικής ανάπτυξης — farm development plan - εκτυπωτής — printer - αλμυρό νερό — saltwater - υπόγεια ύδατα — groundwater - λύματα — wastewater - κοινωνικοπολιτιστικές εγκαταστάσεις — sociocultural facilities - Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής — United States of America - κοινοτική αλιεία — Community fisheries - Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας — International Energy Agency - τυρί αίγειο — goats’ milk cheese - τυρί αγελαδινό — cows’ milk cheese - Φούτζερα — Al Fujayrah - εξόριστη κυβέρνηση — government-in-exile - βιομηχανία οπτικοακουστικών μέσων — audiovisual industry - νομολογία — case-law - νομολογία ΕΚ — EC case-law - ομόσπονδο κράτος — Federation State - ανθυγιεινές κατοικίες — substandard housing - Ανατολική Μαλαισία — Eastern Malaysia - συμφωνίες Μπρέτον Γούντς — Bretton Woods Agreement - μικροοικονομία — microeconomics - διαστική διακίνηση — interurban migration - ενδοαστική διακίνηση — intraurban commuting - Οστ φορ Στόρμπαιλτ — east of the Great Belt - οργανόγραμμα — organisation chart - δένδρο — tree - κρέας θηραμάτων — game meat - Ώρχους — Aarhus - απιστία — breach of trust - συγκολλητικό — adhesive - κρατικό εμπόριο — State trading - λιανικό εμπόριο — retail trade - χονδρικό εμπόριο — wholesale trade - εμπόριο όπλων — arms trade - εμπορικές συναλλαγές Ανατολής-Δύσης — East-West trade - εξωτερικό εμπόριο — foreign trade - εσωτερικό εμπόριο — domestic trade - διεθνές εμπόριο — international trade - προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση — accession to the European Union - εμπορία — marketing - επιτροπή ad hoc — ad hoc committee - εξεταστική επιτροπή — committee of inquiry - Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου — Commission on Human Rights - επιτροπή του ΟΗΕ — UN Commission - κοινοβουλευτική επιτροπή — parliamentary committee - επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου — EP Committee - ποιοτική ανάλυση — qualitative analysis - ανάθεση σύμβασης με δημοπρασία — award of contract - μόνιμη επιτροπή — standing committee - ειδική επιτροπή — specialised committee - τεχνική επιτροπή του ΟΗΕ — UN Technical Commission - παραγγελιοδόχος — commission agent - Κοινοπολιτεία — Commonwealth - Ευρωπαϊκές Κοινότητες — European Communities - δήμοι και κοινότητες — municipality - πρόσθετο-βελτιωτικό — adjuvant - μαζική επικοινωνία — mass communications - δορυφορική επικοινωνία — satellite communications - ανακοινωθέν Τύπου — press communiqué - κομμουνισμός — communism - Κομόρες — Comoros - ασφαλιστική εταιρία — insurance company - διοικητική αρμοδιότητα — administrative powers - κοινοτική αρμοδιότητα — Community competence - αρμοδιότητα καθ' ύλην — jurisdiction ratione materiae - κεντρική διοίκηση — central government - αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας — executive competence - αρμοδιότητα των κρατών μελών — competence of the Member States - αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου — powers of parliament - αρμοδιότητα των δικαστηρίων — jurisdiction of the courts - μικτή αρμοδιότητα — joint competence - αρμοδιότητα κατά τόπον — territorial jurisdiction - ανταγωνιστικότητα — competitiveness, fight - συμπληρωματικότητα των συναλλαγών — complementarity of trade - συμπεριφορά του καταναλωτή — consumer behaviour - διοίκηση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων — educational administration - πολιτική συμπεριφορά — political behaviour - ηλεκτρονικό εξάρτημα — electronic component - ανόργανη ένωση — mineral compound - σύνθεση του πληθυσμού — composition of the population - σύνθεση του Κοινοβουλίου — composition of parliament - λογιστική — accounting - γενική λογιστική — financial accounting - εθνικοί λογαριασμοί — national accounts - οικονομική εφορία — tax authorities - δημόσιο λογιστικό — public accounting - περιφερειακοί λογαριασμοί — regional accounting - λογιστής — accountant - λογαριασμός — account - ενοποιημένος λογαριασμός — consolidated account - λογαριασμός εκμετάλλευσης — trading account - πρατήριο πώλησης — tied sales outlet - επαρχία, κομητεία — county, shire - συγκέντρωση του πληθυσμού — concentration of the population - συγκέντρωση των εξουσιών — concentration of powers - τοπική αυτοδιοίκηση — local government - οικονομική συγκέντρωση — economic concentration - βιομηχανική συγκέντρωση — industrial concentration - σχεδίαση προϊόντος — product design - Macedonia - ανάδοχος — concessionnaire - οικονομική συνδρομή — medium-term financial assistance - αειφόρος ανάπτυξη — sustainable development - άγαμη συμβίωση — cohabitation - ανταγωνισμός — competition - διεθνής ανταγωνισμός — international competition - δημόσια διοίκηση — public administration - συμπύκνωση — summarising - καρύκευμα — condiment - όροι παροχής βοήθειας — terms for aid - θέση της γυναίκας — position of women - συνθήκες εργασίας — working conditions - συνθήκες διαβίωσης — living conditions - οικονομικές συνθήκες — economic conditions - κοινωνική κατάσταση — social situation - κοινωνικοοικονομικές συνθήκες — socio-economic conditions - τυποποίηση προϊόντων προς διάθεση — preparation for market - συμμετοχή στις εξετάσεις — admission to examinations - ατμοσφαιρικές συνθήκες — atmospheric conditions - CMT — WCL - Διάσκεψη του ΟΗΕ — UN Conference - εμπιστευτικότητα — confidentiality - σοκολατοποιία — confectionery - σύγκρουση δικαιοδοσίας — conflict of jurisdiction - σύγκρουση αρμοδιοτήτων — conflict of powers - κατάχρηση δικαιώματος — misuse of a right - καύση των αποβλήτων — waste incineration - προσωρινή ατέλεια — temporary admission - εργασιακή σύγκρουση — labour dispute - διεθνής διένεξη — international conflict - φυλετική σύγκρουση — racial conflict - κοινωνική σύγκρουση — social conflict - αναρρωτική άδεια — sick leave - άδεια μητρότητας — maternity leave - άδεια επαγγελματικής κατάρτισης — training leave - γονική άδεια — parental leave - άδεια μετ' αποδοχών — paid leave - άδεια άνευ αποδοχών — unpaid leave - άδεια για κοινωνικούς λόγους — leave on social grounds - κατάψυξη — freezing - συγκρότημα επιχειρήσεων — conglomerate - Κογκό — Congo - οικονομική συγκυρία — short-term economic prospects - Κόνναχτ — Connacht - Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Council of the European Union - διοικητικό συμβούλιο — board of directors - συμβούλιο σύνδεσης ΕΚ — EC Association Council - υιοθεσία — adoption of a child - Συμβούλιο Πολιτιστικής Συνεργασίας — CCC - CCD — CCD - ASPAC — Aspac - Συμβούλιο της Ευρώπης — Council of Europe - χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης — Council of Europe countries - Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ — UN Security Council - Συμβούλιο Κηδεμονιών του ΟΗΕ — UN Trusteeship Council - Συμβούλιο Δήμων, Κοινοτήτων και Περιφερειών της Ευρώπης — Council of European Municipalities and Regions - υπουργικό συμβούλιο — Council of Ministers - θέσπιση νόμου — adoption of a law by vote - Ευρωπαϊκό Συμβούλιο — European Council - Συμβούλιο Σκανδιναβικών Χωρών — Nordic Council - χώρες μέλη του Συμβουλίου Σκανδιναβικών Χωρών — Nordic Council countries - σύμβουλος γεωργικών εφαρμογών — agricultural adviser - συντήρηση τροφίμων — food preserving - διατήρηση των αλιευτικών πόρων — conservation of fish stocks - διατήρηση των φυσικών πόρων — conservation of resources - συντηρητισμός — conservatism - κονσερβοποιία — cannery - παγιοποίηση του χρέους — rescheduling of public debt - καταναλωτής — consumer - κατανάλωση — consumption - κατανάλωση τροφίμων — food consumption - κατανάλωση νερού — water consumption - κατανάλωση ενέργειας — energy consumption - κατανάλωση των νοικοκυριών — household consumption - έγκριση του προϋπολογισμού — adoption of the budget - τελική κατανάλωση — final consumption - εγχώρια κατανάλωση — domestic consumption - κατά κεφαλή κατανάλωση — per capita consumption - Σύνταγμα — constitution - ίδρυση κόμματος — formation of a party - σύσταση εταιρίας — incorporation - έλεγχος συνταγματικότητας — control of constitutionality - αγροτικό κτίριο — agricultural building - έργα οδοποιίας — road building - μεταλλική κατασκευή — metal structure - ναυπηγικές κατασκευές — shipbuilding - ενημερωτική διαβούλευση — consultation of information - διαβούλευση με τους εργαζομένους — worker consultation - εμπορευματοκιβώτιο — container - ενστάσεις κατά των εκλογών — objections to an election result - ενήλικος — adult - δασμολογική ποσόστωση — tariff quota - αντισύλληψη — contraception - πενθήμερο εργασίας — shorter working week - σύμβαση — contract - ασφαλιστήριο συμβόλαιο — insurance contract - σύμβαση εργασίας — work contract - απομίμηση — industrial counterfeiting - EADI — EADI - αντικολλητό ξύλο — plywood - φορολογούμενος — taxpayer - διοικητικός έλεγχος — administrative control - έλεγχος εναέριου χώρου — air traffic control - έλεγχος του προϋπολογισμού — budgetary control - διαχειριστικός έλεγχος — management audit - έλεγχος της επικοινωνίας — control of communications - ΕΖΕΣ — EFTA - έλεγχος της ρύπανσης — pollution control - έλεγχος ρευστότητας — liquidity control - έλεγχος παραγωγής — production control - ποιοτικός έλεγχος βιομηχανικών προϊόντων — quality control of industrial products - άτυπη μορφή εργασίας — non-standard employment - έλεγχος συναλλάγματος — exchange control - έλεγχος των συγκεντρώσεων — merger control - έλεγχος των γνώσεων — assessment - έλεγχος της μετανάστευσης — migration control - κατάχρηση εξουσίας — abuse of power - χώρες της ΕΖΕΣ — EFTA countries - έλεγχος των τιμών — price control - δημοσιονομικός έλεγχος — financial control - κοινοβουλευτικός έλεγχος — parliamentary control - φυτοϋγειονομικός έλεγχος — plant health control - υγειονομικός έλεγχος — health control - σύμβαση CIV — CIV Convention - συλλογική σύμβαση εργασίας — collective agreement - αερολιμένας — airport - Σύμβαση της Αρούσα — Arusha Convention - Σύμβαση Λομέ — Lomé Convention - Σύμβαση Λομέ Ι — first Lomé Convention - Σύμβαση Λομέ ΙΙ — second Lomé Convention - Σύμβαση της Γιαουντέ — Yaoundé Convention - σύμβαση ΟΗΕ — UN convention - οικονομική σύγκλιση — economic convergence - μετατροπές ενέργειας — energy conversion - μετατρεψιμότητα — currency convertibility - Κούκ — Cook Islands - διοικητική συνεργασία — administrative cooperation - εμπορική συνεργασία — trade cooperation - πολιτιστική συνεργασία — cultural cooperation - οικονομική συνεργασία — economic cooperation - ευρωπαϊκή συνεργασία — European cooperation - χρηματοπιστωτική συνεργασία — financial cooperation - αερόλυμα — aerosol - βιομηχανική συνεργασία — industrial cooperation - συνεργασία των οργάνων — institutional cooperation - διεπιχειρησιακή συνεργασία — inter-company cooperation - διεθνής συνεργασία — international cooperation - δικαστική συνεργασία — judicial cooperation - στρατιωτική συνεργασία — military cooperation - νομισματική συνεργασία — monetary cooperation - πολιτική συνεργασία — political cooperation - περιφερειακή συνεργασία — regional cooperation - διάθεση και χρήση των γαιών — allocation of land - επιστημονική συνεργασία — scientific cooperation - συνεργασία Νότου-Νότου — South-South cooperation - τεχνική συνεργασία — technical cooperation - διαμεθοριακή συνεργασία — cross-border cooperation - συνεταιρισμός — cooperative - γεωργικός συνεταιρισμός — agricultural cooperative - καταναλωτικός συνεταιρισμός — consumer cooperative - πιστωτικός συνεταιρισμός — credit union - συντονισμός των ενισχύσεων — coordination of aid - Κοπεγχάγη — Copenhagen - γνωστοποίηση των τιμών — publishing of prices - συνιδιοκτησία — joint ownership - Νότια Κορέα — South Korea - Βόρεια Κορέα — North Korea - Coreper — Coreper - συντεχνιακή οικονομία — corporatism - λιπαρή ουσία — fats - ζωική λιπαρή ουσία — animal fats - φυτική λιπαρή ουσία — vegetable fats - αλληλογραφία — correspondence - διάβρωση μετάλλου — corrosion - πολιτική ένταξη — political affiliation - δωροδοκία — corruption - Κορσική — Corsica - Κόστα Ρίκα — Costa Rica - διαμόρφωση τιμών χρηματιστηριακών τίτλων — stock-exchange listing - Ακτή Ελεφαντοστού — Côte d'Ivoire - εισφορά κοινωνικής ασφάλισης — social-security contribution - εισφορά ζάχαρης — sugar levy - βαμβάκι — cotton - πραξικόπημα — coup d'état - ναύλωση — chartering - Δικαστήριο ΕΚ — EC Court of Justice - Ελεγκτικό Συνέδριο ΕΚ — EC Court of Auditors - Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου — European Court of Human Rights - International Court of Justice - μεταναστευτικό ρεύμα — migratory movement - υδάτινο ρεύμα — watercourse - Αφγανιστάν — Afghanistan - τιμές αξιών — price of securities - εμπορομεσίτης — broker - κεφαλαιουχικό κόστος — equipment cost - επενδυτικό κόστος — investment cost - κόστος κεφαλαίου — cost of capital - κόστος διάθεσης — distribution cost - λειτουργικό κόστος — operating cost - κόστος της εκπαίδευσης — education costs - AFRASEC — Afrasec - κόστος κατασκευής κτιριακών έργων — construction costs - κόστος της ρύπανσης — cost of pollution - κόστος της υγείας — health costs - κόστος ζωής — cost of living - κόστος παραγωγής — production cost - κόστος αποθήκευσης — storage cost - άμεσο κόστος — direct cost - πιστωτικό κόστος — cost of borrowing - κόστος αμοιβών προσωπικού — wage cost - πρόσβαση στην εκπαίδευση — access to education - Αφρική — Africa - κοινωνικό κόστος — social cost - καλλιτεχνική δημιουργία — artistic creation - δημιουργία θέσεων απασχόλησης — job creation - πίστη — credit - βραχυπρόθεσμη πίστωση — short-term credit - εξαγωγικές πιστώσεις — export credit - εισαγωγικές πιστώσεις — import credit - καταναλωτική πίστη — consumer credit - μακροπρόθεσμη πίστωση — long-term credit - αγγλόφωνη Αφρική — English-speaking Africa - μεσοπρόθεσμη πίστωση — medium-term credit - εμπορική πίστη — trade credit - διασταυρούμενες πιστώσεις — swap arrangement - επενδυτικές πιστώσεις — investment loan - πιστώσεις πληρωμών — payment appropriation - ενέγγυος πίστωση — documentary credit - κτηματική πίστη — real estate credit - βιομηχανική πίστη — industrial credit - διεθνής πίστη — international credit - κρέμα γάλακτος — cream - Κεντρική Αφρική — Central Africa - παγωτό — dairy ice cream - CREST — Crest - Κρήτη — Crete - έγκλημα πολέμου — war crime - εγκληματολογία — criminology - ενεργειακή κρίση — energy crisis - πολιτική κρίση — political crisis - οικονομική μεγέθυνση — economic growth - Βόρεια Αφρική — North Africa - Ερυθρός Σταυρός — ICRC - καρκινοειδή, μαλακόστρακο, οστρακόδερμο — crustacean, shellfish - Κούβα — Cuba - δέρμα — leather - χαλκός — copper - πολιτιστικός τομέας — culture - καλλιέργεια σιτηρών — cereal-growing - καλλιέργεια σε αναβαθμίδες — terrace cropping - καλλιέργεια κτηνοτροφικών φυτών — fodder-growing - Νοτιοαφρικανική Ένωση — South Africa - καλλιέργεια οπωροφόρων δένδρων — fruit-growing - βιομηχανική καλλιέργεια — agro-industrial cropping - κηπευτική καλλιέργεια — market gardening - μόνιμη καλλιέργεια — permanent crop - λαϊκή πολιτιστική παράδοση — popular culture - υδροπονία — hydroponics - καλλιέργεια θερμοκηπίου — glasshouse cultivation - καλλιέργεια τροπικών φυτών — tropical agriculture - καλλιέργεια για διατροφή — self-sufficiency farming - σώρευση συντάξεων — cumulative pension entitlement - γαλλόφωνη Αφρική — French-speaking Africa - Κουρασάο — Curaçao - Κυκλάδες — Cyclades - οικονομικός κύκλος — economic cycle - Δανία — Denmark - περιφέρειες της Δανίας — regions of Denmark - κοινοβουλευτική συζήτηση — parliamentary debate - αποδάσωση — deforestation - αυτοδιοίκηση — decentralisation - απαλλαγή από την εκτέλεση του προϋπολογισμού — budgetary discharge - Νότια Αφρική — Southern Africa - απόβλητα — waste - γεωργικά απόβλητα — agricultural waste - βιομηχανικά απόβλητα — industrial waste - μη επανεκμεταλλεύσιμα απόβλητα — non-recoverable waste - ραδιενεργά κατάλοιπα — radioactive waste - απόφαση — decision - κοινοτική απόφαση — Community decision - απόφαση ΕΚΑΕ — EAEC Decision - Δυτική Αφρική — West Africa - γενική απόφαση ΕΚΑΧ — ECSC general Decision - ατομική απόφαση ΕΚΑΧ — ECSC individual Decision - δήλωση σύμπραξης — restrictive-practice notification - δήλωση υποψηφιότητας — announcement of candidacy - δήλωση ψήφου — explanation of voting - Ανατολική Αφρική — East Africa - οικονομική απογείωση — economic take-off - αποαποικιοποίηση — decolonisation - καταμέτρηση των ψήφων — counting of the votes - αποκέντρωση — devolution - διαίρεση σε διοικητικές περιφέρειες — administrative unit - διαίρεση σε εκλογικές περιφέρειες — division into constituencies - διάταγμα — decree - έκπτωση φόρου — tax relief - αντιπυραυλική άμυνα — anti-missile defence - έλλειμμα — loss - έλλειμμα του προϋπολογισμού — budget deficit - αντιπληθωρισμός — deflation - εκχέρσωση — clearing of land - υποβάθμιση του περιβάλλοντος — degradation of the environment - πρόσβαση στην αγορά εργασίας — job access - σχολική ηλικία — school age - εγκληματική συμπεριφορά — delinquency - εγκληματική συμπεριφορά των νέων — juvenile delinquency - ζήτηση εργασίας — job application - καταναλωτική ζήτηση — consumer demand - ζήτηση ενέργειας — energy demand - παραίτηση της κυβέρνησης — resignation of the government - υποκατάστημα εξωτερικού — agency abroad - δημοκρατία — democracy - λαϊκή δημοκρατία — people's democracy - εκδημοκρατισμός — democratisation - εκδημοκρατισμός της παιδείας — democratisation of education - δημογραφία — demography - μετουσίωση — denaturing - φθαρτά εδώδιμα είδη — perishable goods - Οργανισμός Εφοδιασμού ΕΚΑΕ — EAEC Supply Agency - πυκνότητα του πληθυσμού — population density - διαμέρισμα - υπερπόντιο διαμέρισμα - δαπάνη — expenditure - δαπάνη διατροφής — food expenditure - δαπάνη του προϋπολογισμού — budgetary expenditure - ειδησεογραφικό πρακτορείο — press agency - καταναλωτική δαπάνη — consumption expenditure - δαπάνη λειτουργίας — administrative expenditure - δαπάνη εκτός προϋπολογισμού — extra-budgetary expenditure - εθνική δαπάνη — national expenditure - μη υποχρεωτική δαπάνη — non-compulsory expenditure - υποχρεωτική δαπάνη — compulsory expenditure - επιχειρησιακή δαπάνη — operational expenditure - δημόσια δαπάνη — public expenditure - αποπολιτικοποίηση — depoliticisation - πληθυσμιακή συρρίκνωση — depopulation - εκτοπισμένος — deportee - αντιπρόσωπος πωλήσεων — sales agent - τραπεζικές καταθέσεις — bank deposit - απόσβεση κεφαλαίου — capital depreciation - κατάργηση των νομοθετικών ρυθμίσεων — deregulation - αφοπλισμός — disarmament - ανθρωπογενής καταστροφή — man-made disaster - φυσική καταστροφή — natural disaster - περιγραφή καθηκόντων εργασίας — job description - έρημος — desert - απερήμωση — desertification - αφυδάτωση — dehydration - απόσυρση υποψηφιότητας — withdrawal of candidacy - απείθεια προς τις αρχές — civil disobedience - καταστροφή καλλιεργειών — destruction of crops - ΕΟΠ ΟΟΣΑ — EPA - πορθμός — strait - εξωτερικό χρέος — external debt - δημόσιο χρέος — public debt - δεύτερο νομοθετικό σώμα — Upper House - υποτίμηση του νομίσματος — devaluation - οικονομική ανάπτυξη — economic development - ΟΠΕ ΟΟΣΑ — NEA - βιομηχανική ανάπτυξη — industrial development - ολοκληρωμένη ανάπτυξη — integrated development - περιφερειακή ανάπτυξη — regional development - κοινωνική εξέλιξη — social development - συνάλλαγμα — foreign currency - διαβήτης — diabetes - σχέσεις Βορρά-Νότου — North-South relations - δικτατορία — dictatorship - περιφερειακό υποκατάστημα — regional agency - dictionary, lexicon - πολιτιστική διαφορά — cultural difference - διεθνής διαφορά — international dispute - διάδοση πληροφοριών — dissemination of information - εξάπλωση των πολιτιστικών παραδόσεων — dissemination of culture - περιορισμένη διάδοση — limited circulation - επιλεκτική διάδοση πληροφοριών — selective dissemination of information - μέγεθος της επιχείρησης — size of business - τίτλος σπουδών — diploma - διεύθυνση επιχείρησης — company management - οδηγία — directive - κοινοτική οδηγία — Community directive - κομματική πειθαρχία — voting discipline - δισκοθήκη — record library - λόγος — speech - πρόσβαση στην πληροφορία — access to information - διακρίσεις λόγω φύλου — sexual discrimination - οικονομικές διακρίσεις — economic discrimination - γλωσσικές διακρίσεις — linguistic discrimination - πολιτικές διακρίσεις — political discrimination - φυλετικές διακρίσεις — racial discrimination - διακρίσεις θρησκεύματος — religious discrimination - διαφορές στις τιμές — price disparity - οικονομικές ανισότητες — economic disparity - περιφερειακές ανισότητες — regional disparity - συντηρητικό — preservative - ιατρικό κέντρο — medical centre - επισιτιστικοί πόροι — food resources - διαθέσιμοι ενεργειακοί πόροι — available energy resources - σύστημα οδήγησης — driving mechanism - συστήματα ασφαλείας — safety device - συστήματα σήμανσης — signalling device - αντίθεση προς το καθεστώς — dissidence - διάλυση της Βουλής — dissolution of parliament - αποτροπή — deterrent - απόσταξη — distillation - εμπορική διανομή — distributive trades - διανομή ενέργειας — energy distribution - ύδρευση — water supply - ηλεκτροφωτισμός — electricity supply - αποκλειστική διανομή — exclusive distribution agreement - διαφοροποίηση της παραγωγής — product diversification - διαφοροποίηση των εξαγωγών — diversification of exports - εργοδηγός — supervisor - διεθνής καταμερισμός της εργασίας — international division of labour - διαζύγιο — divorce - νομική θεωρία — legal doctrine - τεκμήριο — document - οπτικοακουστικό τεκμήριο — audio-visual document - ταυτότητα — identity document - έγγραφο συνεδρίασης — document for discussion at a sitting - πολεοδομικό συγκρότημα — built-up area - τελωνειακό έγγραφο — customs document - επίσημο έγγραφο — official document - κοινοβουλευτικό έγγραφο — parliamentary document - τεκμηρίωση — documentation - Δωδεκάνησα — Dodecanese - Δομίνικα — Dominica - ζημία — damage - πολεμικές ζημίες — war damage - αποζημίωση — damages - δωρεάν παροχή — donation - κληροδότημα — gift - τελωνείο — customs - Ντουμπάι — Dubai - διπλή φορολογία — double taxation - διπλή ιθαγένεια — dual nationality - διπλή απασχόληση — holding of two jobs - αγροτικός οικισμός — rural settlement - προσωρινά δωδεκατημόρια — provisional twelfth - βυθοκόρηση — dredging - αποστραγγιστικά έργα — drainage - Ντρέντε — Drenthe - δικαίωμα εκπαίδευσης — right to education - δικαίωμα πληροφόρησης — right to information - δικαίωμα πολιτιστικής ανάπτυξης — right to culture - αστικός οικισμός — urban centre - δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας — right to justice - διοικητικό δίκαιο — administrative law - αεροπορικό δίκαιο — air law - δασμοί αντιντάμπινγκ — anti-dumping duty - δικαίωμα εργασίας — right to work - τραπεζικό δίκαιο — law of banking - συναλλαγματικό δίκαιο — law on negotiable instruments - αστικό δίκαιο — civil law - εμπορικό δίκαιο — commercial law - κοινοτικό δίκαιο — Community law - πολιτική αναταραχή — political unrest - συνταγματικό δίκαιο — constitutional law - εθιμικό δίκαιο — customary law - δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας — copyright - τέλος πρωτοκόλλου — registration tax - τέλη ενδιάμεσης στάθμευσης — right to stopover - δικαίωμα εγκατάστασης — right of establishment - δικαίωμα απεργίας — right to strike - δίκαιο της ενέργειας — energy law - δίκαιο του περιβάλλοντος — environmental law - οικονομικά μεγέθη — economic aggregate - δίκαιο του διαστήματος — law of outer space - ατομικά δικαιώματα — rights of the individual - δίκαιο του ανταγωνισμού — competition law - οικογενειακό δίκαιο — family law - δίκαιο του πολέμου — law of war - δίκαιο της θάλασσας — law of the sea - δικαίωμα διαδήλωσης — right to demonstrate - δικαίωμα αλιείας — fishing rights - πρόσβαση σε επάγγελμα — access to a profession - δικαίωμα προτίμησης — right of pre-emption - δικαίωμα αναλήψεως του μισθίου — right of repossession - δικαίωμα του εκλέγειν — right to vote - ασφαλιστικό δίκαιο — insurance law - δίκαιο ευρεσιτεχνίας — patent law - δικαίωμα των κρατών — law of nations - δικαιώματα των αλλοδαπών — rights of aliens - δικαιώματα των μειονοτήτων — rights of minorities - εταιρικό δίκαιο — company law - δίκαιο των μεταφορών — transport law - στεγαστικό δίκαιο — housing law - εργατικό δίκαιο — labour law - εκλογικό δίκαιο — electoral law - μερική απασχόληση στη γεωργία — part-time farming - χρηματοπιστωτικές ρυθμίσεις — financial legislation - φορολογικό δίκαιο — tax law - διεθνές φορολογικό δίκαιο — international tax law - δασική νομοθεσία — forestry legislation - διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο — international human rights law - διεθνές δίκαιο — international law - ιδιωτικό διεθνές δίκαιο — private international law - δημόσιο διεθνές δίκαιο — public international law - βιολογική γεωργία — organic farming - ναυτικό δίκαιο — maritime law - δίκαιο γαμικών σχέσεων — matrimonial law - εθνικό δίκαιο — national law - δίκαιο της πυρηνικής ενέργειας — nuclear law - ποινικό δίκαιο — criminal law - οικονομικό έγκλημα — economic offence - διεθνές ποινικό δίκαιο — international criminal law - ιδιωτικό δίκαιο — private law - γεωργία για εμπορικούς σκοπούς — commercial farming - δημόσιο δίκαιο — public law - αγροτικό δίκαιο — agrarian law - κοινωνικό δίκαιο — social legislation - δικαίωμα εδαφικού χαρακτήρα — territorial law - Δεξιά — political right - δικαιώματα του πολίτη — civil rights - δικαιώματα του ανθρώπου — human rights - δικαιώματα της γυναίκας — women's rights - καλλιέργεια με σύμβαση — contract farming - ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα — special drawing rights - ντάμπινγκ — dumping - προσδόκιμο επιβίωσης — life expectancy - διάρκεια σπουδών — length of studies - διάρκεια ισχύος του μισθωτηρίου — length of lease - διάρκεια της εργασίας — working time - νόμιμη διάρκεια της εργασίας — legal working time - χώρες της EAMA — AAMS countries - ομαδική καλλιέργεια — group farming - Ήστ Άνγκλια — East Anglia - νερό — water - κοινοτικά ύδατα — Community waters - νερό φυσικής διήθησης — percolation water - νερό κολύμβησης — bathing water - απόσταγμα — spirits - εσωτερικά ύδατα — inland waters - ορεινή γεωργία — hill farming - διεθνή ύδατα — international waters - αλμυρό νερό — salt water - υπόγεια ύδατα — ground water - επιφανειακά ύδατα — surface water - χωρικά ύδατα — territorial waters - λύματα — waste water - γεωργικές συναλλαγές — agricultural trade - εμπορικές συναλλαγές — trading operation - γεωργία συντήρησης — subsistence farming - ανταλλαγή πληροφοριών — information transfer - ανταλλαγή δημοσιεύσεων — exchange of publications - εξωκοινοτικές συναλλαγές — extra-Community trade - ενδοκοινοτικές συναλλαγές — intra-Community trade - συναλλαγές κατά ομάδα χωρών — trade by group of countries - συναλλαγές κατά χώρα — trade by country - συναλλαγές κατά προϊόν — trade by product - δειγματοληψία — sampling - εκτατική γεωργία — extensive farming - μισθολογική κλίμακα — pay scale - φωτισμός — lighting - σχολείο εξωτερικού — school abroad - Ευρωπαϊκά Σχολεία — European school - διεθνές σχολείο — international school - νηπιαγωγείο — nursery school - εθνικό σχολείο — national school - οικολογία — ecology - οικολογική θεωρία — ecologism - οικονομετρία — econometrics - πρόσβαση στην αγορά — market access - εντατική γεωργία — intensive farming - οικονομία — economy - γεωργική οικονομία — agricultural economics - συλλογική οικονομία — collectivised economy - οικονομία συντονισμού — concerted economic action - οικονομία κλίμακας — economies of scale - εξοικονόμηση ενεργείας — energy saving - διαρθρωτική προσαρμογή — structural adjustment - οικονομία πολέμου — war economy - οικονομικά της επιχείρησης — business administration - περιφέρειες της Αυστρίας — regions of Austria - μεσογειακή γεωργία — Mediterranean agriculture - οικονομία της αγοράς — market economy - οικονομία συντήρησης — subsistence economy - οικονομική των μεταφορών — transport economics - διευθυνόμενη οικονομία — controlled economy - οικιακή οικονομία — housekeeping economy - δασική οικονομία — forestry economics - βιομηχανική οικονομία — industrial economy - διεθνής οικονομία — world economy - μικτή οικονομία — mixed economy - εθνική οικονομία — national economy - αγροδιατροφικός τομέας — agri-foodstuffs - οικονομία κεντρικού σχεδιασμού — planned economy - μεταβιομηχανική οικονομία — post-industrial economy - οικονομία του δημόσιου τομέα — public economy - περιφερειακή οικονομία — regional economy - παραοικονομία — underground economy - οικονομία της πόλης — urban economy - Σκωτία — Scotland - οικοσύστημα — ecosystem - ευρώ — euro - βιομηχανία μεταποίησης γεωργικών προϊόντων — agro-industry - εκδόσεις — publishing - παιδεία — education - εκπαίδευση κατ' οίκον — home education - καλλιτεχνική εκπαίδευση — art education - συγκριτική εκπαίδευση — comparative education - βασική εκπαίδευση — basic education - μαζική εκπαίδευση — mass education - εκπαίδευση ενηλίκων — adult education - εκπαίδευση για αλλοδαπούς — education of foreigners - εκπαίδευση εκτός σχολικού συστήματος — non-formal education - διαρκής εκπαίδευση — continuing education - σωματική αγωγή — physical education - προσχολική αγωγή — pre-school education - υγειονομική αγωγή — health education - σεξουαλική αγωγή — sex education - ειδική εκπαίδευση — special education - γλυκαντικό — sweetener - σχολικός πληθυσμός — number of pupils - γεωπονική — agronomy - ραδιενεργά απόβλητα — radioactive effluent - ισότητα αποδοχών — equal pay - ίση μεταχείριση — equal treatment - ισότητα έναντι του νόμου — equality before the law - Αίγυπτος — Arab Republic of Egypt, Egypt, United Arab Republic - Ελ Σαλβαδόρ — El Salvador - διεύρυνση της αγοράς — market enlargement - εσπεριδοειδές — citrus fruit - εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους — registration of voters - εκλογές — election - πρόωρες εκλογές — early election - ευρωπαϊκές εκλογές — European election - έμμεση εκλογή — indirect election - τοπικές εκλογές — local election - εθνικές εκλογές — national election - βουλευτικές εκλογές — parliamentary election - αναπληρωματικές εκλογές — by-election - IDA — IDA - προεδρικές εκλογές — presidential election - προκριματικές εκλογές — primary election - εκλογικό σώμα — electorate - ηλεκτροχημεία — electrochemistry - ηλεκτρομεταλλουργία — electrometallurgy - ηλεκτρονική — electronics - ηλεκτροτεχνία — electrotechnology - κτηνοτροφία — livestock farming - οικονομική υποστήριξη — economic support - κτηνοτροφία με ελεύθερη βοσκή — free-range farming - εκτροφή μαλακοστράκων — crustacean farming - εντατική κτηνοτροφία — intensive livestock farming - μαθητής — pupil - δικαίωμα του εκλέγεσθαι — right to stand for election - διάθεση αποβλήτων — waste disposal - χειραφεσία — emancipation - συσκευασία — packaging - πάχυνση με βοσκή — pasture fattening - εμφιάλωση — bottling - ενισχύσεις για την απασχόληση — employment aid - αποδημία — emigration - Αιμιλία-Ρωμανία — Emilia-Romagna - Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα — United Arab Emirates - χώρες των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων — United Arab Emirates countries - έκδοση αξιών — issue of securities - έκδοση χρήματος — issuing of currency - ατύχημα κατά τη μεταφορά — transport accident - δεσμευμένη θέση εργασίας — designated employment - υπάλληλος — white-collar worker - υπάλληλος γραφείου — office worker - υπάλληλοι δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών — public service employee - εργοδότης — employer - δάνειο, δανειοληψία, δανεισμός — borrowing, loan, money loan - εξωτερική βοήθεια — foreign aid - σύναψη κοινοτικού δανείου — Community borrowing - διεθνές δάνειο — international loan - δημόσιο δάνειο — public borrowing - γαλακτωματοποιητής τροφίμων — food emulsifier - χρέος — indebtedness - ενέργεια των κυμάτων — wave energy - ήπιες μορφές ενέργειας — soft energy - ενίσχυση των εξαγωγών — export aid - μη ήπιες μορφές ενέργειας — hard energy - ηλεκτρική ενέργεια — electrical energy - αιολική ενέργεια — wind energy - γεωθερμική ενέργεια — geothermal energy - υδροδυναμική ενέργεια — hydraulic energy - υδροηλεκτρική ενέργεια — hydroelectric power - ενέργεια από την παλίρροια — tidal energy - πυρηνική ενέργεια — nuclear energy - ανανεώσιμη ενέργεια — renewable energy - ενίσχυση ανά εκτάριο — aid per hectare - ηλιακή ενέργεια — solar energy - θερμική ενέργεια — thermal energy - παιδί — child - εγκαταλελειμμένο τέκνο — abandoned child - παιδί μετανάστη — child of migrant - τέκνο άγαμων γονέων — natural child - μοναχοπαίδι — only child - ανάληψη δαπανών — commitment of expenditure - λίπασμα — fertiliser - χημικό λίπασμα — chemical fertiliser - ενισχύσεις για επενδύσεις — investment aid - οργανικό λίπασμα — organic fertiliser - πάχυνση — fattening - πολιτική απαγωγή — political kidnapping - οικονομική έρευνα — economic survey - έρευνα κατανάλωσης — consumer survey - κοινωνική έρευνα — social survey - καταχώρηση δεδομένων — data recording - βιβλιογραφική καταχώριση — documentary reference recording - ενισχύσεις κατασκευής κτιριακών έργων — building subsidy - εμπλουτισμός καυσίμου — fuel enrichment - εκπαιδευτικός — teacher - εκπαίδευση — teaching - διδασκαλία εξ αποστάσεως — distance learning - γεωργική εκπαίδευση — agricultural education - αυτοματοποιημένη διδασκαλία — programmed learning - εκκλησιαστική εκπαίδευση — denominational education - διδασκαλία ξένων γλωσσών — language teaching - γενική εκπαίδευση — general education - δωρεάν παιδεία — free education - ενισχύσεις για εκσυγχρονισμό — modernisation aid - μη εκκλησιαστική εκπαίδευση — secular education - ιατρική εκπαίδευση — medical training - υποχρεωτική εκπαίδευση — compulsory education - παραϊατρική εκπαίδευση — paramedical training - διεπιστημονική εκπαίδευση — multidisciplinary education - μεταπτυχιακές σπουδές — postgraduate education - πρωτοβάθμια εκπαίδευση — primary education - ιδιωτική εκπαίδευση — private education - επαγγελματική εκπαίδευση — vocational education - δημόσια εκπαίδευση — public education - ενισχύσεις για την παραγωγή — production aid - εκπαίδευση θετικής κατεύθυνσης — scientific education - δευτεροβάθμια εκπαίδευση — secondary education - ανώτατη εκπαίδευση — higher education - τεχνική εκπαίδευση — technical education - σύμπραξη — restrictive trade practice - οριζόντια σύμπραξη — horizontal agreement - παράνομη σύμπραξη — unlawful agreement - διεθνής σύμπραξη — international cartel - κάθετη σύμπραξη — vertical agreement - επισιτιστική βοήθεια — food aid - αγροτική αλληλοβοήθεια — mutual assistance among farmers - μη δασμολογικό εμπόδιο — non-tariff barrier - δασμολογικό εμπόδιο — tariff barrier - τεχνικό εμπόδιο — technical barrier - τελωνειακή αποταμίευση — customs warehouse - επιχείρηση — type of business - βιοτεχνική επιχείρηση — craft business - εμπορική επιχείρηση — distribution business - κοινή επιχείρηση — joint venture - επιχείρηση μίσθωσης — rental business - επιχείρηση μεταφορών — transport company - αλλοδαπή επιχείρηση — foreign enterprise - ευρωπαϊκή επιχείρηση — European undertaking - οικογενειακή επιχείρηση — family business - επιχείρηση παροχής χρηματοοικονομικών συμβουλών — trust company - επιχείρηση ακινήτων — real estate business - ατομική επιχείρηση — sole proprietorship - εργατικό ατύχημα — occupational accident - ενίσχυση των οικονομικώς αδυνάτων — aid to disadvantaged groups - βιομηχανική επιχείρηση — industrial enterprise - πολυεθνική επιχείρηση — multinational enterprise - ιδιωτική επιχείρηση — private sector - δημόσια επιχείρηση — public sector - συντήρηση — maintenance - συντήρηση των καλλιεργειών — crop maintenance - φυσικό περιβάλλον — physical environment - αποταμίευση — savings - ενίσχυση επιχειρήσεων — aid to undertakings - αναγκαστική αποταμίευση — compulsory saving - επιδημία — epidemic - επιδημιολογία — epidemiology - Ήπειρος — Epirus - εξάντληση των πλουτοπαραγωγικών πόρων — exhaustion of resources - Ισημερινός — Ecuador - ιππίδες — equidae - ισοσκέλιση του προϋπολογισμού — budgetary equilibrium - οικολογική ισορροπία — ecological balance - διμερής βοήθεια — bilateral aid - γεωργικός εξοπλισμός — agricultural equipment - κοινόχρηστες εγκαταστάσεις — community facilities - εξοπλισμός αυτοκινήτου — vehicle parts - ηλεκτρονικός εξοπλισμός — electronic equipment - βιομηχανικός εξοπλισμός — industrial equipment - κοινωνικοπολιτιστικές εγκαταστάσεις — socio-cultural facilities - ενισχύσεις ΕΚΑΧ — ECSC aid - αθλητικές εγκαταστάσεις — sports facilities - ισοτιμία τίτλων σπουδών — equivalence of diplomas - εργονομία — ergonomics - έκρηξη ηφαιστείου — volcanic eruption - δουλεία — slavery - προεξόφληση — discounting - εναέριος χώρος — air space - ευρωπαϊκός δικαστικός χώρος — European legal area - χώρος πρασίνου — green area - κοινοτική ενίσχυση — Community aid - Ισπανία — Spain - περιφέρειες της Ισπανίας — regions of Spain - προστατευόμενο είδος — protected species - βιομηχανική κατασκοπεία — industrial espionage - δοκιμή — testing - πυρηνικές δοκιμές — nuclear test - Εστρεμαδούρα — Extremadura - συμπληρωματική ενίσχυση για τα προϊόντα — supplementary aid for products - κατάστημα — establishment - ιδιότυπο πιστωτικό ίδρυμα — special-status institution - εκπαιδευτικό ίδρυμα — educational institution - οργανισμός κοινής ωφελείας — institution of public utility - κατάρτιση του προϋπολογισμού — drawing up of the budget - νοσηλευτικό ίδρυμα — medical institution - σωφρονιστικό ίδρυμα — penal institution - δημόσιος οργανισμός — public institution - κασσίτερος — tin - κανόνας συναλλάγματος-χρυσού — gold-exchange standard - επείγουσα βοήθεια — emergency aid - κανόνας χρυσού — gold standard - κράτος — State - προσωπική κατάσταση — civil status - προσωρινή αναστολή συνταγματικών δικαιωμάτων — rule under emergency powers - κατάσταση εκτάκτου ανάγκης — state of emergency - κράτος προνοίας — Welfare State - Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής — United States - κρατικές ενισχύσεις — State aid - αιθανόλη — ethanol - Αιθιοπία — Ethiopia - εθνολογία — ethnology - επισήμανση — labelling - μελέτη σκοπιμότητας — feasibility study - έρευνα αγοράς — market research - μελέτη της εργασίας — work study - φοιτητής — student - αλλοδαπός φοιτητής — foreign student - οικονομική βοήθεια — economic aid - ευρωπίστωση — Eurocredit - ευρωνόμισμα — Eurocurrency - ευρωδολάριο — Eurodollar - ευρωπαϊκό ομολογιακό δάνειο — Eurobond - ευρωπαϊκή χρηματαγορά — Euromarket - ευρωκομμουνισμός — Eurocommunism - Eurocontrol — Eurocontrol - Ευρωπαϊκή Δεξιά — Euroright - ευρωομάδα — Eurogroup - Ευρώπη — Europe - βοήθεια εις είδος — aid in kind - Βόρεια Ευρώπη — Northern Europe - Νότια Ευρώπη — Southern Europe - Δυτική Ευρώπη — Western Europe - Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη — Eastern Europe - ευρωαλιεία — Europeche - διαδραστικότητα — interactivity - ευτροφισμός — eutrophication - δημοσιονομική αξιολόγηση — budgetary assessment - αξιολόγηση σχεδίου — project evaluation - αξιολόγηση των πλουτοπαραγωγικών πόρων — evaluation of resources - παραπροϊόντα σφαγίων — offal - πυρηνικό ατύχημα — nuclear accident - χρηματοπιστωτική βοήθεια — financial aid - τεχνολογική αξιολόγηση — technology assessment - φοροαποφυγή — tax avoidance - εξετάσεις — examination - γεωργικό πλεόνασμα — agricultural surplus - αποκλεισμός από προτιμησιακή μεταχείριση ΕΚ — exclusion from EC treatment - εκτέλεση σχεδίου — project management - εκτέλεση του προϋπολογισμού — implementation of the budget - εκτέλεση της απόφασης — enforcement of ruling - εξαίρεση από έγκριση σύμπραξης — exemption from restrictive-practice authorisation - δασμολογική απαλλαγή — tariff exemption - οικονομικό έτος — financial year - διαρροή επιστημονικού δυναμικού — brain drain - αγρότης — farmer - γεωργική εκμετάλλευση — agricultural holding - κρατική γεωργική εκμετάλλευση — State farm - μικτή γεωργική εκμετάλλευση — mixed farm - εκμετάλλευση της θάλασσας — exploitation of the seas - εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων — exploitation of resources - οικογενειακή γεωργική εκμετάλλευση — family farming - δασική εκμετάλλευση — forestry holding - εκμετάλλευση γαλακτοπαραγωγής — dairy farm - εκρηκτικές ύλες — explosive - εξαγωγές — export - εξαγωγή κεφαλαίων — export of capital - απαλλοτρίωση — expropriation - πολυμερής βοήθεια — multilateral aid - απέλαση — deportation - ετεροδικία — extra-territoriality - εξόρυξη — mining extraction - έκδοση — extradition - Άκρα Δεξιά — extreme right - Άκρα Αριστερά — extreme left - Άπω Ανατολή — Far East - τιμολόγηση — invoicing - δωρεάν βοήθεια — non-refundable aid - χαμηλό εισόδημα — low income - πτώχευση — bankruptcy - πείνα — hunger - σύστημα εκμετάλλευσης — type of tenure - ιδιοκαλλιέργεια — owner farming - μικτό σύστημα εκμετάλλευσης — mixed tenure - οικογένεια — family - πολυμελής οικογένεια — large family - οικογένεια εξ αγχιστείας — family by marriage - FAO — FAO - ιδιωτική βοήθεια — private aid - αλεύρι σιτηρών — cereal flour - φασισμός — Fascism - πανίδα — animal life - FECOM — EMCF - γονιμότητα — fertility - οικοκυρά — housewife - περιφερειακές ενισχύσεις — regional aid - μετανάστις — female migrant - ΕΓΤΠΕ — EAGGF - ΕΓΤΠΕ-τμήμα εγγυήσεων — EAGGF Guarantee Section - ΕΓΤΠΕ-τμήμα προσανατολισμού — EAGGF Guidance Section - σίδηρος — iron - αγρομίσθωση — tenant farming - αγρόκτημα συλλογικής εκμετάλλευσης — collective farm - πρότυπο αγρόκτημα — model farm - πορθμείο — ferryboat - υγειονομική βοήθεια — health aid - FIAB — IFLA - ίνες ξύλου — wood fibre - ίνες υάλου — glass fibre - υφάνσιμες ίνες — textile fibre - FID — FID - IFAD — IFAD - Δημοκρατία των Φίτζι, Φίτζι — Fiji, Republic of Fiji - αφθώδης πυρετός — foot-and-mouth disease - ενίσχυση κατά τομέα — sectoral aid - σύρμα — wire - αλιευτικό δίχτυ — fishing net - θυγατρική εταιρία — subsidiary - κοινή θυγατρική εταιρία — joint subsidiary - χρηματοδότηση — financing - βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση — short-term financing - μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση — long-term financing - μεσοπρόθεσμη χρηματοδότηση — medium-term financing - κοινωνική ενίσχυση — welfare - κοινοτική χρηματοδότηση — Community financing - συμψηφιστική χρηματοδότηση — compensatory financing - συμπληρωματική χρηματοδότηση — supplementary financing - χρηματοδότηση της βοήθειας — financing of aid - χρηματοδότηση της βιομηχανίας — industrial financing - χρηματοδότηση των εξαγωγών — export financing - χρηματοδότηση των κομμάτων — party financing - χρηματοδότηση του προϋπολογισμού — budget financing - εκλογική χρηματοδότηση — election financing - εθνική χρηματοδότηση — national financing - ειδικοί φόροι κατανάλωσης — excise duty - διεθνή δημοσιονομικά — international finance - δημόσια οικονομικά τοπικής αυτοδιοίκησης — local authority finances - δημόσια οικονομικά — public finance - Φινλανδία — Finland - Φιονία — Funen - φορολογία — tax system - Unicef — Unicef - πυρηνική σχάση — nuclear fission - ΔΟΕ ΟΟΣΑ — IEA - καθορισμός των τιμών — fixing of prices - καθορισμός μισθών — wage determination - επαρχία Δυτικής Φλάνδρας — Province of West Flanders - επαρχία Ανατολικής Φλάνδρας — Province of East Flanders - νιφάδα σιτηρών — cereal flakes - χλωρίδα — plant life - ανθοκομία — floriculture - μεταφορά ξυλείας δι' επιπλεύσεως — rafting - εναέριος στόλος — aircraft fleet - IAEA — IAEA - αλιευτικός στόλος — fishing fleet - ποτάμιος στόλος — inland waterway fleet - εμπορικός στόλος — merchant fleet - κυκλικές διακυμάνσεις — cyclical fluctuation - διακύμανση των τιμών — price fluctuation - οικονομικές διακυμάνσεις — economic fluctuation - διαρθρωτικές διακυμάνσεις — structural fluctuation - φθόριο — fluorine - ΔΝΤ — IMF - AISS — IASS - UNFPA — UNFPA - δημοσιοϋπαλληλικός κλάδος — civil service - δημόσιος υπάλληλος — civil servant - μόνιμος κοινοτικός υπάλληλος — European official - παράκτιος βυθός — inshore grounds - θαλάσσιος βυθός — sea-bed - ίδρυμα — foundation - Ταμεία ΕΚ — EC fund - Αϊμάν — Ajman - κοινό ταμείο — common fund - άυλο κεφάλαιο — goodwill - ΕΤΠΑ — ERDF - κεφάλαιο κίνησης — working capital - Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο — European Monetary Fund - χυτοσίδηρος — cast-iron - γεώτρηση — drilling - υποθαλάσσια γεώτρηση — offshore drilling - αναβολή της συζήτησης — adjournment - δάσος — forest - διατηρητέο δάσος — classified forest - σπερμοφυές δάσος — high forest - πρεμνοφυές δάσος — coppiced woodland - φυσικό δάσος — natural forest - φυτευμένο δάσος — forest plantation - τελωνειακή διατύπωση — customs formalities - σπουδές διοίκησης επιχειρήσεων — management training - σπουδές εκπαιδευτικών — teacher training - διαμόρφωση τιμών — price formation - κατάρτιση των εργαζομένων κατά την εργασία — in-service training - επαγγελματική κατάρτιση — vocational training - νομισματική προσαρμογή — currency adjustment - έντυπο — form - κάμινος — furnace - προμηθευτής — supplier - διάθεση εγγράφου — supplying of documents - δικαστικά έξοδα — legal expenses - δίδακτρα — school fees - εκλογικές δαπάνες — election expenses - γενικά έξοδα — overheads - έξοδα φαρμακευτικής περίθαλψης — pharmaceutical expenses - Γαλλία — France - γαλλικά ΥΔ — French Overseas Departments - γαλλικές ΥΧΕ — French Overseas Territories - περιφέρειες της Γαλλίας — regions of France - Φράνς-Κοντέ — Franche-Comté - δικαιόχρηση — franchising - τελωνειακή ατέλεια — exemption from customs duties - απάτη — fraud - εκλογική νοθεία — electoral fraud - ALADI — LAIA - φοροδιαφυγή — tax evasion - Φρεντέρικσμπεργκ — Frederiksberg - Φρεντέρικσμποργκ — Frederiksborg - σχολική φοίτηση — school attendance - ναύλος — freight rate - Φρίουλι-Ιουλιανή Βενετία — Friuli-Venezia Giulia - Φρεισία — Friesland - τυρί — cheese - ημίσκληρο τυρί — semi-soft cheese - σκληρό τυρί — hard cheese - χώρες του ALADI — Lafta countries - μαλακό τυρί — soft cheese - τυρί με στίγματα στη μάζα — blue-veined cheese - τυρί πρόβειο — sheep's milk cheese - τυρί αίγειο — goat's milk cheese - τυρί αγελαδινό — cow's milk cheese - τετηγμένο τυρί — processed cheese - νωπό τυρί — fresh cheese - τυροκομία — cheese factory - σύνορα — frontier - καρπός — fruit - κελυφωτός καρπός — nut - δρύπη — stone fruit - γιγαρτόκαρπο — pip fruit - νωπός καρπός — fresh fruit - τροπικός καρπός — tropical fruit - Φούτζερα — Fujairah - συγχώνευση επιχειρήσεων — merger - πυρηνική σύντηξη — nuclear fusion - Γκαμπόν — Gabon - Αλβανία — Albania, Republic of Albania - Γκαλαπάγκος — Galapagos - Γαλικία — Galicia - Γκάμπια — Gambia - εγγύηση — guarantee - εγγύηση πίστωσης — credit guarantee - εγγυημένο εισόδημα — guaranteed income - εγγύηση των επενδύσεων — investment protection - φύλαξη παιδιών — child care - αλκοόλ — alcohol - σπατάλη — wastage - ΓΣΔΕ — GATT - Αριστερά — political left - αριστερισμός — leftism - αέριο — gas - καυσαέριο — combustion gases - φυσικό αέριο — natural gas - αεριαγωγός — gas pipeline - αλκοόλη — chemical alcohol - πάγωμα των γαιών — set-aside - έργα πολιτικού μηχανικού — civil engineering - δαμαλίδα — heifer - γεωχημεία — geochemistry - geography - οικονομική γεωγραφία — economic geography - πολιτική γεωγραφία — political geography - γεωλογία — geology - γεωφυσική — geophysics - γεροντολογία — gerontology - διαχείριση — management - λογιστική διαχείριση — management accounting - διοίκηση επιχειρήσεων — business management - διαχείριση του χώρου — area management - διαχείριση των αποβλήτων — waste management - διαχείριση αλιευτικών πόρων — fishery management - διαχείριση των πλουτοπαραγωγικών πόρων — management of resources - διαχείριση υλικού — logistics - αλκοολισμός — alcoholism - διοίκηση προσωπικού — personnel administration - χρηματοοικονομική διαχείριση — financial management - διαχείριση βάσει προβλέψεων — management planning - Γκάνα — Ghana - θηράματα — game animal - Γιβραλτάρ — Gibraltar - πάγος — ice - γλυκόζη — glucose - κόλπος — gulf - κυβέρνηση — government - εξόριστη κυβέρνηση — government in exile - επαναστατική κυβέρνηση — rebel government - εδώδιμο λίπος — food fat - βιομηχανικό λίπος — industrial fat - Αλεντέζου — Alentejo - μεγάλη επιχείρηση — large business - μεγάλη γεωργική εκμετάλλευση — large holding - Μεγάλες Αντίλλες — Greater Antilles - δωρεάν περίθαλψη — free medical care - Ελλάδα, Ελλάς — Ellas, Greece, Hellenic Republic - Στερεά Ελλάδα — Central Greece - περιφέρειες της Ελλάδας — regions of Greece - Γρενάδα — Grenada - απεργία — strike - Αλγκάρβε — Algarve - Γροιλανδία — Greenland, Gronland, Kalaallit Nunaat - Γκρόνινγκεν — Groningen - Ομάδα των Άνδεων — Andean Group - χώρες της Ομάδας των Άνδεων — Andean Group countries - ομάδα συμφερόντων — interest group - όμιλος εταιριών — group of companies - Ομάδα των Δέκα — Group of Ten - συμφωνία ADR — ADR agreement - Αλγερία — Algeria - πολιτική ομάδα — political group - κίνημα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου — human rights movement - όμιλος αγορών — buying group - όμιλος οικονομικού σκοπού — Economic Interest Grouping - ομάδες παραγωγών — producer group - εθνότητα — ethnic group - φύκος — algae - γλωσσική ομάδα — linguistic group - πλιγούρι — groat - Γουαδελούπη — Guadeloupe - Γουατεμάλα — Guatemala - Γκέλντρια — Gelderland - πόλεμος — war - εμφύλιος πόλεμος — civil war - πόλεμος ανεξαρτησίας — war of independence - πόλεμος συνόρων — border war - ψυχρός πόλεμος — cold war - πυρηνικός πόλεμος — nuclear war - Γουινέα — Guinea - Γουινέα-Μπισσάου — Guinea-Bissau - Ισημερινή Γουινέα — Equatorial Guinea - Γουιάνα — Guyana - Γαλλική Γουιάνα — French Guiana - ενδιαίτημα — habitat - αγροτική κατοικία — rural habitat - αστική κατοικία — urban habitat - ζωοτροφές — animal feedingstuffs - διατροφικές συνήθειες — eating habits - αγοραστικές συνήθειες — purchasing habits - επαρχία Αινώ — Province of Hainault - Αϊτή — Haiti - αλογόνο — halogen - Αμβούργο — Hamburg - άτομο με ειδικές ανάγκες — disabled person - τελωνειακή εναρμόνιση — customs harmonisation - βιομηχανικές ζωοτροφές — manufactured feedingstuffs - εναρμόνιση των φορολογικών συστημάτων — tax harmonisation - νω Νορμανδία — Upper Normandy - Μπουρκίνα Φάσο — Burkina Faso - Χαβάη — Hawaii - ελικόπτερο — helicopter - Έσση — Hessen - παιδικές τροφές — baby food - θερινή ώρα — summertime - ώρα των ερωτήσεων — question time - υπερωρία — overtime - ινδουισμός — Hinduism - ιστορία — history - ιστολογία — histology - χόλντινγκ — holding company - Νότια Ολλανδία — South Holland - Βόρεια Ολλανδία — North Holland - παρασκευασμένα τρόφιμα — prepared foodstuff - ανθρωποκτονία — homicide - έγκριση — approval - Ονδούρα — Honduras - Χονγκ Κονγκ — Hong Kong - Ουγγαρία — Hungary - ψυχιατρείο — psychiatric institution - ωράριο εργασίας — work schedule - μεταποιημένα τρόφιμα — processed foodstuff - ελαστικό ωράριο — flexible working hours - κηποκομία — horticulture - λυκίσκος — hops - ζωικό λάδι — animal oil - αραχιδέλαιο — groundnut oil - ελαιόλαδο — olive oil - ιχθυέλαιο — fish oil - βαρέα κλάσματα πετρελαίου — heavy oil - ορυκτέλαια — mineral oil - θρέψη — nutrition - χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια — used oil - φυτικό έλαιο, φυτικό λάδι — oil, vegetable oil - ελαιουργία — oil mill - δικαστικός επιμελητής — bailiff - εξανθρωπισμός της εργασίας — humanisation of work - υδρογονάνθρακες — hydrocarbon - υδρογόνο — hydrogen - υδρογεωλογία — hydrogeology - διατροφή των ζώων — animal nutrition - υδρολογία — hydrology - υγιεινή τροφίμων — food hygiene - υγεία κατά την εργασία — occupational health - υποθήκη — mortgage - πολιτική ιδεολογία — political ideology - συμφωνία AETR — AETR agreement - ανθρώπινη διατροφή — human nutrition - ίγναμο — yam - IIEP — IIEP - νήσος, νησί — island, isle - Ιλ-ντε-Φράνς — Ile-de-France - Γκουάμ — Guam - Αγγλονορμανδικές νήσοι — Channel Islands - Νησιά Καϊμάν — Cayman Islands - Καρολίνες — Caroline Islands - Προσήνεμοι Νήσοι — Windward Islands - Νήσοι Φερόες — Faeroes - Νήσοι Ιονίου Πελάγους — Ionian Islands - Νήσοι Μαριάννες — Mariana Islands - Υπήνεμοι Νήσοι — Leeward Islands - Νήσοι Τερκς και Κάικος — Turks and Caicos Islands - Παρθένοι Νήσοι — Virgin Islands - ελάφρυνση του χρέους — debt reduction - εγγραφή εταιρίας στα μητρώα — registration of a company - είσοδος μεταναστών — immigration - βουλευτική ασυλία — parliamentary immunity - ανοσολογία — immunology - διαφημιστική απήχηση — impact of advertising - ιμπεριαλισμός — imperialism - εγκατάσταση δραστηριότητας — business location - Γερμανία ΛΔ — German Democratic Republic - εισαγωγές — import - φόρος — tax - κοινοτικός φόρος — Community tax - φόρος φυσικών προσώπων — personal income tax - άμεσος φόρος — direct tax - έγγειος φόρος — property tax - κατ' αποκοπή φόρος — flat-rate tax - έμμεσος φόρος — indirect tax - δημοτικοί φόροι — local tax - εθνικός φόρος — national tax - πραγματικός φόρος — non-personal tax - φόρος κατανάλωσης — tax on consumption - φόρος στην περιουσία — wealth tax - φόρος υπεραξίας — capital gains tax - φόρος μεταβίβασης — capital transfer tax - φορολογία κεφαλαίου — tax on capital - φόρος εισοδήματος — tax on income - φόρος επί των κερδών — tax on profits of self-employment - φόρος επί της αποδόσεως κεφαλαίου — tax on investment income - περιφέρειες της Γερμανίας — regions of Germany - φόρος μισθών και ημερομισθίων — tax on employment income - φόρος εταιριών — corporation tax - τυπογραφία — printing - λογιστική καταχώριση — accounting entry - ανικανότητα προς εργασία — incapacity for work - πυρκαγιά — fire - το ασυμβίβαστο — incompatibility - Διεθνείς Εμπορικοί Όροι — incoterms - Ινδία — India - αποκατάσταση της ζημίας — indemnification - κράματα — alloy - ασφαλιστική αποζημίωση — insurance indemnity - αποζημίωση εγκατάστασης γεωργών — installation allowance - αποζημίωση λόγω απόλυσης — severance pay - βουλευτική αποζημίωση — parliamentary allowance - οικονομική ανεξαρτησία — economic independence - εθνική ανεξαρτησία — national independence - τεχνολογική ανεξαρτησία — technological independence - τιμαριθμική αναπροσαρμογή — price indexing - τιμαριθμική αναπροσαρμογή μισθών — wage indexing - ευρετηρίαση τεκμηρίων — document indexing - δείκτης απόκλισης — divergence indicator - οικονομικός δείκτης — economic indicator - κοινωνικός δείκτης — social indicator - δείκτης τιμών — price index - Ινδονησία — Indonesia - εκβιομηχάνιση — industrialisation - αεροναυπηγική βιομηχανία — aeronautical industry - αεροδιαστημική βιομηχανία — aerospace industry - εκλογικός συνασπισμός — electoral alliance - βιομηχανία τροφίμων — food industry - αυτοκινητοβιομηχανία — motor vehicle industry - χημική βιομηχανία — chemical industry - βιομηχανία του κινηματογράφου — film industry - βιομηχανία του πολιτιστικού τομέα — culture industry - βιομηχανία όπλων — arms industry - βιομηχανία οπτικοακουστικών μέσων — audio-visual industry - βιομηχανία των πληροφοριών — information industry - υποδηματοποιία — footwear industry - επικουρικό επίδομα — additional benefit - τομέας της επικοινωνίας — communications industry - βιομηχανία εργαλειομηχανών — machine-tool industry - τομέας της αλιείας — fishing industry - βιομηχανία της εστιάσεως — catering industry - κρεατοβιομηχανία — meat processing industry - βιομηχανία χαρτόμαζας και χαρτιού — pulp and paper industry - βιομηχανία αιχμής — advanced technology industry - μεταποιητική βιομηχανία — processing industry - ποτοποιία — beverage industry - συμφωνία-πλαίσιο — framework agreement - επίδομα σπουδών — education grant - βιομηχανία χρωστικών ουσιών — dyestuffs industry - βιομηχανία λιπασμάτων — fertiliser industry - βιομηχανία πλαστικών — plastics industry - δραστηριότητες του τομέα των υπηρεσιών — service industry - βιομηχανία τηλεπικοινωνιών — telecommunications industry - βιομηχανία ξύλου — wood industry - βιομηχανία ελαστικού — rubber industry - βυρσοδεψία — leather industry - επίδομα λόγω θανάτου — death grant - βιομηχανία του ψύχους — refrigeration industry - βιομηχανία παιχνιδιών — toy industry - βιομηχανία βιβλίου — book trade - βιομηχανία επίπλου — furniture industry - βιομηχανία ζάχαρης — sugar industry - καπνοβιομηχανία — tobacco industry - υαλουργία — glass industry - βιομηχανία ιματισμού — clothing industry - βιομηχανία κενού — vacuum industry - επίδομα μητρότητας — maternity benefit - βιομηχανία ηλεκτρονικών — electronics industry - βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών — electrical engineering - εξαγωγική βιομηχανία — export industry - ωρολογοποιία — clock and watch industry - ξενοδοχειακός τομέας — hotel industry - βιομηχανία πληροφορικής — information technology industry - γαλακτοβιομηχανία — dairy industry - ελαφρά βιομηχανία — light industry - βαριά βιομηχανία — heavy industry - διάθεση πόρων — allocation of resources - μηχανουργία — mechanical engineering - εξορυκτική βιομηχανία — mining industry - πυρηνική βιομηχανία — nuclear industry - βιομηχανία οπτικών ειδών — optical industry - πετρελαιοβιομηχανία — oil industry - φαρμακοβιομηχανία — pharmaceutical industry - βιομηχανία φωτογραφικών ειδών — photographic industry - χαλυβουργία — iron and steel industry - κλωστοϋφαντουργία — textile industry - παροχή στοιχειώδους παιδείας — elimination of illiteracy - κοινωνική ανισότητα — social inequality - πληθωρισμός — inflation - πληροφόρηση — information - εμπορική πληροφόρηση — trade information - πληροφόρηση των εργαζομένων — worker information - πληροφόρηση του καταναλωτή — consumer information - πληροφορική — computer systems - μηχανοργάνωση — business data processing - πληροφορική της τεκμηρίωσης — information storage and retrieval - βιομηχανικές εφαρμογές της πληροφορικής — industrial data processing - Αλσατία — Alsace - ιατρικές εφαρμογές της πληροφορικής — medical computing - παράβαση — offence - υποδομή μεταφορών — transport infrastructure - βιομηχανική υποδομή — industrial infrastructure - μηχανικός — engineer - επέμβαση στα εσωτερικά μιας χώρας — interference - πολιτική εναλλαγή — political alternation - νομοθετική πρωτοβουλία — legislative initiative - καινοτομία — innovation - πλημμύρα — flood - ανυποταξία — failure to report for duty - εποπτεία των τροφίμων — food inspection - επιθεώρηση εργασίας — labour inspectorate - σχολική επιθεώρηση — school inspection - κτηνιατρική επιθεώρηση — veterinary inspection - αλουμίνιο — aluminium - λιμενικές εγκαταστάσεις — harbour installation - ελεγκτικό όργανο — supervisory body - ISE — ETUI - όργανο ΑΚΕ-ΕΚ — ACP-EC institution - θεσμικό κοινοτικό όργανο — EU institution - χρηματοπιστωτικός οργανισμός — financial institution - πολιτικοί θεσμοί — political institution - θρησκευτικό ίδρυμα — religious institution - Ειδική Οργάνωση του ΟΗΕ — UN specialist institution - βελτίωση της κατοικίας — housing improvements - ανάκριση — judicial investigation - μουσικά όργανα — musical instrument - χρηματοδοτικό μέσον — financial instrument - κοινοτικά χρηματοδοτικά μέσα — Community financial instrument - INTAL — INTAL - κοινωνική ένταξη των μεταναστών — integration of migrants - οικονομική ολοκλήρωση — economic integration - ευρωπαϊκή ολοκλήρωση — European integration - βελτίωση της παραγωγής — production improvement - νομισματική ολοκλήρωση — monetary integration - πολιτική ολοκλήρωση — political integration - περιφερειακή ολοκλήρωση — regional integration - κοινωνική ενσωμάτωση — social integration - διανοούμενος — intellectual - εκλογικές προθέσεις — voting intentions - οικονομική αλληλεξάρτηση — economic interdependence - απαγόρευση ασκήσεως επαγγέλματος — exclusion from public-sector employment - συμφωνία ΕΚ — EC agreement - βελτίωση φυτών — plant breeding - τόκος — interest - εμπορικός μεσάζων — trade intermediary - Εργατική Διεθνής — Workers International - Σοσιαλιστική Διεθνής — Socialist International - εισαγωγή σε ψυχιατρείο — psychiatric confinement - επερώτηση — question put to a minister - διερμηνεία — interpreting - βελτίωση του εδάφους — soil improvement - ερμηνεία του δικαίου — interpretation of the law - χρηματοδοτική παρέμβαση — financial intervention - παρέμβαση στην αγορά — market intervention - εφεύρεση — invention - επένδυση — investment - επένδυση στο εξωτερικό — investment abroad - κοινοτική επένδυση — Community investment - άμεση επένδυση — direct investment - ξένη επένδυση — foreign investment - βιομηχανική επένδυση — industrial investment - διεθνής επένδυση — international investment - ιδιωτική επένδυση — private investment - δημόσια επένδυση — public investment - επένδυση σε περιφερειακό επίπεδο — regional investment - απαραβίαστο της κατοικίας — breach of domicile - ιώδιο — iodine - Ιράκ — Iraq - Ιράν — Iran - Ιριάν Τζάγια — Irian Jaya - διευθέτηση του χρόνου εργασίας — arrangement of working time - Ιρλανδία — Ireland - Βόρεια Ιρλανδία — Northern Ireland - περιφέρειες της Ιρλανδίας — regions of Ireland - UNRISD — UNRISD - ισλαμισμός — Islam - Iceland, Republic of Iceland - ISO — ISO - ισογλυκόζη — isoglucose - μονωτικό — insulator - διαρρύθμιση δασών — forestry development - μόνωση κτιρίου — building insulation - ηχομόνωση — sound insulation - θερμομόνωση — thermal insulation - απομονωτισμός — isolationism - Ισραήλ — Israel - Ιταλία — Italy - περιφέρειες της Ιταλίας — regions of Italy - αγρανάπαυση — fallow - Ιαμαϊκή — Jamaica - υδραυλικά έργα — hydraulic works - Ιαπωνία — Japan - περιβόλι — kitchen garden - Ιάβα — Java - τυχερά παιχνίδια — game of chance - νέος — young person - νέος εργαζόμενος — young worker - Ολυμπιακοί Αγώνες — Olympic games - JET — Joint European Torus - Ιορδανία — Jordan - Επίσημη Εφημερίδα — Official Journal - υδρογεωργική χωροταξία — water management in agriculture - συνεχές ωράριο — continuous working day - ιουδαϊσμός — Judaism - δικαστής — judge - απόφαση δικαστηρίου — ruling - διοικητική δικαστική αρχή — administrative court - πολιτικό δικαστήριο — court of civil jurisdiction - έκτακτο δικαστήριο — court having special jurisdiction - αγροτική ανάπτυξη — rural development - τακτικό δικαστήριο — ordinary court of law - στρατοδικείο — military court - ποινικό δικαστήριο — criminal court - δικαστήριο ανηλίκων — juvenile court - δικαστήριο κοινωνικών διαφορών — social court - ανώτατο δικαστήριο — higher court - πρόστιμο — fine - νομολογία — case law - νομολογία ΕΚ — EC case law - χυμός φρούτων — fruit juice - χυμός λαχανικών — vegetable juice - ιούτα — jute - Καμπότζη — Cambodia - καπόκ — kapok - Κένυα — Kenya - τροπολογία — amendment - Κιριμπάτι — Kiribati - Κουβέιτ — Kuwait - Ρεϋνιόν — Réunion - σήμα ποιότητας — quality label - λακτόζη — lactose - μαλλί — wool - γάλα — milk - γάλα-ρόφημα — drinking milk - εμπορική συμφωνία — trade agreement - συμπυκνωμένο γάλα — concentrated milk - νωπό γάλα — raw milk - αποκορυφωμένο γάλα — skimmed milk - γάλα σε σκόνη — powdered milk - πλήρες γάλα — whole milk - γάλα που έχει υποστεί ζύμωση — fermented milk - ομογενοποιημένο γάλα — homogenised milk - παστεριωμένο γάλα — pasteurised milk - αποστειρωμένο γάλα — sterilised milk - βελτιωτικά του εδάφους — soil conditioning - διάθεση νέου προϊόντος στην αγορά — launching of a product - ομόσπονδο κράτος — State of a Federation - γλώσσα — language - ξένη γλώσσα — foreign language - μητρική γλώσσα — mother tongue - Λανγκντόκ-Ρουσιγιόν — Languedoc-Roussillon - Λάος — Laos - κουνέλι — rabbit - Λάτιο — Latium - Αμερική — America - νομιμότητα — legality - νομοθεσία — legislation - νομοθεσία για τα είδη διατροφής — foodstuffs legislation - νομοθεσία αντιντάμπινγκ — anti-dumping legislation - νομοθεσία αντιτράστ — anti-trust legislation - νομοθετική εξουσιοδότηση — delegated legislation - νομοθεσία φαρμάκων — pharmaceutical legislation - φυτοϋγειονομική νομοθεσία — plant health legislation - υγειονομική νομοθεσία — health legislation - σχολική νομοθεσία — school legislation - κτηνιατρική νομοθεσία — veterinary legislation - βουλευτική περίοδος — legislative period - νόμιμη άμυνα — self-defence - νομιμότητα εξουσίας — legitimacy - λαχανικό — vegetable - βολβώδες λαχανικό — bulb vegetable - φυλλώδες λαχανικό — leaf vegetable - καρποφόρο λαχανικό — fruit vegetable - Κεντρική Αμερική — Central America - λαχανικό με βρώσιμη ρίζα — root vegetable - νωπό λαχανικό — fresh vegetable - ψυχανθές — leguminous vegetable - Λένστερ — Leinster - Λεσόθο — Lesotho - λεύκωση ζώων — animal leucosis - Λίβανος — Lebanon - φιλελευθερισμός — liberalism - Βόρεια Αμερική — North America - απελευθέρωση των συναλλαγών — liberalisation of trade - Λιβερία — Liberia - δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι — freedom of association - ελευθερία έκφρασης — freedom of expression - ελευθερία έκφρασης γνώμης — freedom of opinion - ελευθερία πληροφόρησης — freedom of communication - ελευθερία του Τύπου — freedom of the press - ελευθερία ναυσιπλοΐας — freedom of navigation - Νότια Αμερική — South America - δικαίωμα του συνέρχεσθαι — freedom of assembly - ελευθερία των εμπορικών συναλλαγών — freedom of trade - ανεξιθρησκεία — freedom of religious beliefs - βιβλιοπωλείο — bookshop - ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων — free movement of capital - ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων — free movement of goods - Λατινική Αμερική — Latin America - ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων — free movement of persons - ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων — free movement of workers - ελεύθερος ανταγωνισμός — free competition - ελευθερία αυτοδιάθεσης — freedom of self-determination - ελεύθερη κυκλοφορία — free circulation - ελεύθερη παροχή υπηρεσιών — freedom to provide services - Λιβύη — Libya - άδεια εκμετάλλευσης διπλώματος ευρεσιτεχνίας — patents licence - άδεια εμπορίας — trade licence - άδεια εξαγωγής — export licence - αμίαντος — asbestos - άδεια εισαγωγής — import licence - άδεια μεταφοράς — transport licence - απόλυση — dismissal - ομαδική απόλυση — collective dismissal - απόλυση για οικονομικούς λόγους — redundancy - Λιχτενστάιν, Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν — Liechtenstein, Principality of Liechtenstein - φελλός — cork - επαρχία Λιέγης — Province of Liège - τόπος αλιείας — fishing grounds - τόπος εργασίας — workplace - άμυλο — starch - δρομολόγια μεταφοράς — transport lines - λιγνίτης — lignite - Αραβικός Σύνδεσμος — Arab League - χώρες του Αραβικού Συνδέσμου — Arab League countries - Λιγυρία — Liguria - Λιμβούργο — Limburg - βελγική επαρχία Λιμβούργου — Province of Limbourg - περιορισμός εμπορίας — marketing restriction - συμφωνία συνδέσεως — association agreement - Διεθνής Αμνηστία — Amnesty International - αεριούχο ποτό — aerated drink - Λιμουζέν — Limousin - λίνο — flax - ελαιούχο λίνο — seed flax - πλίνθωμα — ingot - γλωσσολογία — linguistics - ηδύποτο — liqueur - εκκαθάριση εταιρίας — liquidation - απόσβεση — amortisation - εκκαθάριση της περιουσίας — receivership - εκκαθάριση δαπανών — validation of expenditure - νομισματική ρευστότητα — money-market liquidity - διεθνής ρευστότητα — international liquidity - ψήφος χωρίς εκδήλωση προτίμησης — fixed party list - εκλογικός κατάλογος — electoral register - λογοτεχνία — literature - εκδόσεις περιορισμένης κυκλοφορίας — grey literature - απόσβεση του χρέους — redemption of public debt - ακτή — littoral - παράδοση — delivery - γεωγραφικός εντοπισμός ενεργειακών πηγών — energy site - τόπος παραγωγής — location of production - ενοικίαση ακινήτου — property leasing - αγορά με δόσεις — hire purchase - ανταπεργία — lockout - στέγη — housing - αναλφαβητισμός — illiteracy - συλλογική κατοικία — multi-storey dwelling - ανεξάρτητη κατοικία — single-family housing - ανθυγιεινές κατοικίες — sub-standard housing - εργατικές κατοικίες — subsidised housing - λογισμικό — software - νόμος — law - δημοσιονομικός νόμος — finance act - νόμος-πλαίσιο — outline law - αναψυχή — leisure - Λομβαρδία — Lombardy - Λωρραίνη — Lorraine - χαμηλό ενοίκιο — low rent - λιπαντικό — lubricants - παιγνιοθήκη — toy library - καταπολέμηση των πυρκαγιών — fire protection - καταπολέμηση της ρύπανσης — pollution control measures - καταπολέμηση του εγκλήματος — fight against crime - ορθολογική χρήση των πλουτοπαραγωγικών πόρων — fight against wastage - πάλη των τάξεων — class struggle - ανάλυση κόστους-ωφέλειας — cost-benefit analysis - capital of Luxembourg, Luxembourg, Luxembourg City, Luxembourg-Ville, Luxemburg - βελγική επαρχία Λουξεμβούργου — Province of Luxembourg - μηδική — lucerne - λυοφίλιση — freeze-drying - Μακάο — Macao, Macau - μηχάνημα — machinery - γεωργικό μηχάνημα — agricultural machinery - μηχανή γραφείου — office equipment - ανάλυση κόστους-αποτελεσματικότητας — cost-effectiveness analysis - μηχανή συγκομιδής — harvester - υδραυλικό μηχάνημα — hydraulic machinery - εργαλειομηχανή — machine tool - μηχάνημα πεπιεσμένου αέρα — pneumatic machinery - μηχάνημα κλωστοϋφαντουργίας — textile machine - Μασρέκ — Mashreq - μακροοικονομία — macroeconomics - Μαδαγασκάρη — Madagascar - Μαδέρα — Madeira - ανάλυση εισροών-εκροών — input-output analysis - μεγάλο πολυκατάστημα — supermarket - κατάστημα εκπτώσεων — discount store - Μαγκρέμπ — Maghreb - δικαστικός λειτουργός — magistrate - μαγνήσιο — magnesium - εργατικό δυναμικό — labour force - γεωργικό εργατικό δυναμικό — agricultural labour force - οικογενειακό εργατικό δυναμικό — family worker - γυναικείο εργατικό δυναμικό — female worker - ανάλυση του νερού — water analysis - διατήρηση της απασχόλησης — job preservation - διατήρηση της ειρήνης — peacekeeping - καλαμποκιά, σιτηρά — corn, Indian corn, maize, Zea mays - εκδοτικός οίκος — publisher - απόλυτη πλειοψηφία — absolute majority - ενηλικότητα κατά το αστικό δίκαιο — age of majority - πλειοψηφία — majority voting - κόμματα της πλειοψηφίας — political majority - ειδική πλειοψηφία — qualified majority - σιωπηρή πλειοψηφία — silent majority - ανάλυση πληροφοριών — information analysis - σχετική πλειοψηφία — simple majority - ασθένεια — illness - ζωική ασθένεια — animal disease - ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος — respiratory disease - καρδιαγγειακή πάθηση — cardiovascular disease - ενδημική νόσος — endemic disease - λοιμώδης νόσος — contagious disease - ψυχική ασθένεια — mental illness - επαγγελματική νόσος — occupational disease - τροπική νόσος — tropical disease - φυτική νόσος — plant disease - δυσφορία της νεολαίας — disaffection of young people - Μαλαισιανή Χερσόνησος — Peninsular Malaysia - Μαλάουι — Malawi - Μαλαισία — Malaysia - Μαλδίβες — Maldives - Μαλί — Mali - κακή διατροφή — malnutrition - Νήσοι Φόκλαντ — Falkland Islands - βύνη — malt - δημογραφική ανάλυση — demographic analysis - Μάλτα — Malta - θαλάσσιο θηλαστικό — marine mammal - Μάγχη — English Channel - αντιπροσώπευση — power of attorney - αιρετό αξίωμα — elective office - μαγγάνιο — manganese - πολιτιστική εκδήλωση — cultural event - μανιόκα — cassava - ανάλυση των ισολογισμών — balance-sheet analysis - ανειδίκευτος εργάτης — unskilled worker - σχολικό εγχειρίδιο — school textbook - μαοϊσμός — Maoism - αγορά — market - προθεσμιακή αγορά — futures market - αγορά γεωργικών προϊόντων — agricultural market - κοινοτική αγορά γεωργικών προϊόντων — Community agricultural market - αγορά spot — spot market - ανάλυση κόστους — cost analysis - Κοινή Αγορά — common market - Αραβική Κοινή Αγορά — Arab Common Market - χώρες της Αραβικής Κοινής Αγοράς — Arab Common Market countries - κοινοτική αγορά — Community market - σύμβαση προμηθειών — supplies contract - σύμβαση κατ' ανάθεση — negotiated contract - σύμβαση έργων — works contract - αγορά συναλλάγματος — foreign exchange market - οικονομική ανάλυση — economic analysis - αγορά βασικών προϊόντων — commodities market - αγορά της εργασίας — labour market - εξωτερική αγορά — foreign market - πιστωτική αγορά — financial market - κτηματική αγορά — real estate market - εσωτερική αγορά — domestic market - διεθνής αγορά — international market - ελεύθερη αγορά — open market - χρηματαγορά — money market - δημόσιες συμβάσεις — public contract - δημοσιονομική ανάλυση — financial analysis - επίσημη αγορά — official market - Μάρκε — Marches - μαργαρίνη — margarine - εμπορικό περιθώριο κέρδους — trading margin - περιθώριο διακύμανσης — fluctuation margin - κοινωνικός αποκλεισμός — marginalisation - γάμος — marriage - Μαρόκο — Morocco - κοινωνική ανάλυση — social analysis - σήμα — trademark - Μαρτινίκα — Martinique - μαρξισμός — Marxism - σύνολο του προϋπολογισμού — budget volume - προσφορά χρήματος — money supply - οικοδομικά υλικά — building materials - πυρίμαχα υλικά — heat-resisting materials - υλικό φωτισμού — lighting equipment - αναρχισμός — anarchism - κατασκευαστικά μέσα — construction equipment - εξοπλισμός γεώτρησης — drilling equipment - ανυψωτικό μηχάνημα — hoisting equipment - ηλεκτρολογικό υλικό — electrical equipment - μηχανικά υλικά — mechanical equipment - μαθηματικά — mathematics - λιπαρές ουσίες του γάλακτος — milk fat - πλαστικές ύλες — plastics - ASEAN — Asean - πρώτη ύλη — raw material - ραδιενεργό υλικό — radioactive materials - Μαυρίκιος — Mauritius - Ισλαμική Δημοκρατία της Μαυριτανίας, Μαυριτανία — Islamic Republic of Mauritania, Mauritania, Mauritanie, Muritaniya - Μαγιότ — Mayotte - χώρες της MCAC — CACM countries - μηχάνημα ακριβείας — precision engineering - γενική μηχανολογία — general mechanical engineering - χώρες του ASEAN — Asean countries - εκμηχάνιση — mechanisation - εκμηχάνιση της γεωργίας — mechanisation of agriculture - μηχανισμός νομισματικής παρέμβασης — exchange-rate mechanism - μηχανισμός στήριξης — support mechanism - ιατρική — medicine - ιατρική της εργασίας — occupational medicine - πρόληψη των ασθενειών — disease prevention - σχολίατροι — school medicine - κτηνιατρική — veterinary medicine - σφαγή ζώων — slaughter of animals - συμφωνίες Μπρέτον Γούντς — Bretton Woods agreement - ανατομία — anatomy - διαμεσολαβητής — mediator - μεγαλούπολη — megalopolis - Μελανησία — Melanesia - μελάσσα — molasses - νοικοκυριό — household - αγροτικό νοικοκυριό — farm household - μηνιαία καταβολή μισθού — monthly pay - ξυλουργία — joinery - κατασκευή μεταλλικών κουφωμάτων — metalwork - παλαιός πολεμιστής — ex-serviceman - θάλασσα — sea - Βαλτική Θάλασσα — Baltic Sea - Ιρλανδική Θάλασσα — Irish Sea - Ανδαλουσία — Andalusia - Ανδόρρα — Andorra - Νορβηγική Θάλασσα — Norwegian Sea - Βόρεια Θάλασσα — North Sea - ανυδρίτης — anhydride - Μεσόγειος Θάλασσα — Mediterranean Sea - υδράργυρος — mercury - μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος — measure having equivalent effect - μέταλλα — metals - σιδηρούχα μέταλλα — ferrous metal - βαρέα μέταλλα — heavy metal - μη σιδηρούχα μέταλλα — non-ferrous metal - ευγενή μέταλλα — precious metal - μεταλλοειδή — metalloid - ζώο για σφαγή — slaughter animal - κονεομεταλλουργία — powder metallurgy - επίμορτη αγροληψία — share farming - σμιγός — meslin - μετεωρολογία — meteorology - μεθανόλη — methanol - ερευνητική μέθοδος — research method - στατιστική μέθοδος — statistical method - μετρολογία — metrology - δήμος, μητρόπολη, πρωτεύουσα, πόλη — capital, city, metropolis, urban center - ζώο αγροκτήματος — farm animal - Μεξικό — Mexico - Mezzogiorno - μικροοικονομία — micro-economics - μικροφόρμα — microform - Μικρονησία — Micronesia - Νότια Πυρηναία — Midi-Pyrenees - Ανατολικά Μίντλαντς — East Midlands - Δυτικά Μίντλαντς — West Midlands - μέλι — honey - ζώο γαλακτοπαραγωγής — draught animal - μετανάστευση — migration - παλινδρομική διακίνηση — commuting - παλιννόστηση — return migration - οικογενειακή μετανάστευση — family migration - αναγκαστική μετανάστευση — enforced migration - μεθοριακή διακίνηση — frontier migration - παράνομη μετανάστευση — illegal migration - εσωτερική μετανάστευση — internal migration - διαστική διακίνηση — inter-urban migration - αντισταθμιστική συμφωνία — clearing agreement - οικόσιτο ζώο — domestic animal - ενδοαστική διακίνηση — intra-urban commuting - κοινοτική μετανάστευση — Community migration - επαγγελματική μετανάστευση — occupational migration - αγροτική μετανάστευση — rural migration - μετανάστευση από την ύπαιθρο στις πόλεις — migration from the countryside to the town - εποχική μετανάστευση — seasonal migration - εργασιακό περιβάλλον — working environment - σχολικό περιβάλλον — school environment - μέλος πολιτικής οργάνωσης — political militant - ζώο αναπαραγωγής — breeding animal - στρατιωτικοποίηση του διαστήματος — militarisation of space - στρατοκρατία — militarism - κεχρί — millet - σιδηρομετάλλευμα — iron ore - μη σιδηρούχο μετάλλευμα — non-ferrous ore - μη μεταλλικό ορυκτό — non-metallic ore - ορυκτολογία — mineralogy - ζώντα ζώα — live animal - εισαγγελική αρχή — public prosecutor's department - υπουργός — minister - ανηλικότητα κατά το αστικό δίκαιο — infancy - εθνική μειονότητα — national minority - σεξουαλικές μειονότητες — sexual minority - αλευροβιομηχανία, μύλος — flour milling, mill - πύραυλοι — missile - μεταλλική επίπλωση — metal furniture - κινητικότητα του εργατικού δυναμικού — labour mobility - έγγειος κινητικότητα — land mobility - γεωγραφική κινητικότητα — geographical mobility - κινητικότητα διαμονής — residential mobility - κινητικότητα διδασκομένων — student mobility - κοινωνική κινητικότητα — social mobility - τρόπος χρηματοδότησης — financing method - εκλογικό σύστημα — voting method - τρόπος μεταφοράς — mode of transport - οικονομικό υπόδειγμα — economic model - εκσυγχρονισμός επιχείρησης — company modernisation - εκσυγχρονισμός της βιομηχανίας — modernisation of industry - εκσυγχρονισμός γεωργικής εκμετάλλευσης — farm modernisation - τροποποίηση του προϋπολογισμού — budgetary amendment - Μολίζε — Molise - μαλάκιο — mollusc - επετηρίδα — yearbook - Μολούκες — Moluccas - μολυβδαίνιο — molybdenum - Μονακό — Monaco - κοινοβουλευτική μοναρχία — constitutional monarchy - κοσμοπολιτισμός — Universalism - Μογγολία — Mongolia - νόμισμα — money - αποθεματικό νόμισμα — reserve currency - ηλεκτρονικό χρήμα — electronic funds transfer - πιστωτικό χρήμα — paper money - διεθνές νόμισμα — international currency - εθνικό νόμισμα — national currency - λογιστικό χρήμα — deposit money - κοινοβουλευτικό σύστημα ενός νομοθετικού σώματος — unicameral system - μονοκρατορία — monocracy - μονογραφία — monograph - μονοπώλιο — monopoly - μονοπώλιο αγοράς — monopsony - κρατικό μονοπώλιο — State monopoly - μονοπώλιο εισαγωγών — import monopoly - Ανταρκτική — Antarctica - μονοπώλιο πληροφοριών — monopoly of information - φορολογικό μονοπώλιο — fiscal monopoly - Μοντσερράτ — Montserrat - όρος — mountain - νομισματικά εξισωτικά ποσά — monetary compensatory amount - ηθική δεοντολογία — ethics - δημόσια ήθη — public morality - θνησιμότητα — mortality - βρεφική θνησιμότητα — infant mortality - επαγγελματική θνησιμότητα — occupational mortality - κινητήρας — engine - πρόταση μομφής — motion of censure - καταναλωτικά κίνητρα — consumer motivation - αντιβιοτικά — antibiotic - πολιτικό κίνητρο — political motivation - αυτονομιστικό κίνημα — autonomous movement - κίνημα κατά των φυλετικών διακρίσεων — anti-racist movement - πολιτικά και κοινωνικά ρεύματα — trends of opinion - κίνηση κεφαλαίων — capital movement - γυναικείο κίνημα — women's movement - κίνημα νεολαίας — youth movement - εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα — national liberation movement - συμφωνία συμπληρωματικότητας — complementarity agreement - οικολογικό κίνημα — ecology movement - ευρωπαϊκό κίνημα — European Movement - εργατικό κίνημα — workers' movement - αγροτικό κίνημα — farmers' movement - κοινωνικό κίνημα — social movement - μέσο επικοινωνίας — means of communication - μέσο μαζικής επικοινωνίας — mass media - μέσο γεωργικής παραγωγής — means of agricultural production - μεταφορικό μέσο — means of transport - μεσαία επιχείρηση — medium-sized business - γεωργική εκμετάλλευση μεσαίου μεγέθους — medium-sized holding - Μοζαμβίκη — Mozambique - πολυγλωσσία — multilingualism - πολυκομματικό σύστημα — multiparty system - Μάνστερ — Munster - μουσείο — museum - μουσική — music - Αγγλικές Αντίλλες — British West Indies - μυκητοκαλλιέργεια — mushroom-growing - NAFO — NAFO - Ναμίμπια — Namibia - επαρχία Ναμύρ — Province of Namur - γεννητικότητα — births - εθνικοσοσιαλισμός — National Socialism - εθνικοποίηση — nationalisation - Γαλλικές Αντίλλες — French West Indies - εθνικισμός — nationalism - ιθαγένεια — nationality - ιθαγένεια νομικών προσώπων — nationality of legal persons - πολιτογράφηση — naturalisation - Ναούρου — Nauru - Ναβάρρα — Navarre - εναέρια κυκλοφορία — air traffic - ποταμοπλοΐα — inland waterway shipping - θαλάσσια ναυσιπλοΐα — maritime shipping - Ολλανδικές Αντίλλες — Netherlands Antilles - φορτηγό πλοίο — cargo vessel - πλοίο για φορτηγίδες — barge carrier ship - έμπορος — merchant - συλλογικές διαπραγματεύσεις — collective bargaining - Γύρος Τόκυο — Tokyo Round - Γύρος Ντίλλον — Dillon Round - Γύρος Κέννεντυ — Kennedy Round - δασμολογικές διαπραγματεύσεις — tariff negotiations - αντισημιτισμός — anti-semitism - Νεπάλ — Nepal - ουδετερότητα — neutrality - ΝΚΜ — New Community Instrument - Νικαράγουα — Nicaragua - νικέλιο — nickel - Νίγηρ — Niger - επίπεδο εκπαίδευσης — level of education - βαθμός ρύπανσης — degree of pollution - επαρχία Αμβέρσας — Province of Antwerp - βιοτικό επίπεδο — standard of living - ηχητική στάθμη — noise level - φοινικοκάρυδο — palm nut - νομαδισμός — nomadism - ονοματολογία — nomenclature - ονοματολογία του προϋπολογισμού — budgetary classification - ονοματολογία γεωργικών προϊόντων — agricultural product nomenclature - δασμολογική ονοματολογία — tariff nomenclature - ANZUS — Anzus - αδέσμευτη πολιτική — non-alignment - μη εγγεγραμμένος — non-attached member - μη χρήση βίας — non-violence - Βόρεια Γιουτλάνδη — North Jutland - Νορ-πα-ντε-Καλαί — Nord-Pas-de-Calais - τυποποίηση — standardisation - πρότυπο — standard - κανόνας διατροφής — food standard - χώρες του ANZUS — Anzus countries - βιολογικό πρότυπο — biological standard - κανόνας εμπορίας — marketing standard - κανόνας εργασίας — labour standard - κοινωνικός κανόνας — social norm - συμβολαιογράφος — notary - πολιτική φυλετικού διαχωρισμού — apartheid - νέα οικονομική τάξη πραγμάτων — new economic order - Νέα Καληδονία — New Caledonia - Νέα Ζηλανδία — New Zealand - όχληση — nuisance - ακυρότητα εκλογής — invalidity of an election - γαμηλιότητα — marriage rate - ICAO — ICAO - ΑΟΠ — APO - συμφωνία συνεργασίας — cooperation agreement - άπατρις — stateless person - άρνηση στρατεύσεως για λόγους συνειδήσεως — conscientious objection - ομολογία — bond - υποχρέωση διατροφής — maintenance obligation - υποχρέωση μη ασκήσεως ανταγωνισμού — non-competition clause - εμπόδια στην ανάπτυξη — obstacle to development - OCAM — AMCO - χώρες του OCAM — CCAM countries - απεριτίφ — aperitif - ΟΟΣΑ — OECD - χώρες του ΟΟΣΑ — OECD countries - ωκεανός — ocean - Νότιος Παγωμένος Ωκεανός — Antarctic Ocean - Βόρειος Παγωμένος Ωκεανός — Arctic Ocean - Ατλαντικός Ωκεανός — Atlantic Ocean - Ινδικός Ωκεανός — Indian Ocean - Ειρηνικός Ωκεανός — Pacific Ocean - Ωκεανία — Oceania - ωκεανογραφία — oceanography - μελισσοκομία — apiculture - ODECA — OCAS - χώρες του ODECA — OCAS countries - OEA — OAS - χώρες του OEA — OAS countries - Οστ φορ Στόρμπαιλτ — East of the Great Belt - αβγό — egg - έργο τέχνης — work of art - ΟΕΒ — EPO - βοηθητικός δικαστικός λειτουργός — public legal official - συσκευή εγγραφής — recording equipment - προσφορά εργασίας — job vacancy - προσφορά ενέργειας — available energy - προσφορά και ζήτηση — supply and demand - δημόσια προσφορά εξαγοράς μετοχών — takeover bid - ILO — ILO - ελαιοκαλλιέργεια — olive-growing - πετρελαιαγωγός — oil pipeline - ολιγοστοιχείο — trace element - ολιγοπώλιο — oligopoly - ολιγοψώνιο — oligopsony - ελιά — olive - ΟΑΠ — PLO - Ομάν — Oman - Ουμβρία — Umbria - Διαμεσολαβητής ΕΚ — EC Ombudsman - ΙΜΟ — IMO - WMO — WMO - WIPO — WIPO - WHO — WHO - UNIDO — Unido - ΟΠΕΑΧ — OAPEC - ΟΠΕΚ — OPEC - χώρες του ΟΠΕΚ — OPEC countries - τραπεζική δραστηριότητα — banking - χρηματιστηριακές εργασίες — stock-exchange transaction - πράξεις συναλλάγματος — exchange transaction - κοινή γνώμη — public opinion - Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων ΕΚ — OOPEC - αντιφρονών — opposition - αντιπολίτευση — political opposition - χρυσός — gold - ηλεκτρονικός υπολογιστής — computer - διάταξη — ordinance - συσκευή μέτρησης — measuring equipment - ημερήσια διάταξη — agenda - επαγγελματικός σύλλογος — professional society - δημόσια τάξη — public order - επικουρικό κοινοτικό όργανο - οργανόγραμμα — organization chart - διοικητική οργάνωση — administrative structures - αφρικανικός οργανισμός — African organisation - αφροασιατικός οργανισμός — Afro-Asian organisations - συσκευή ακριβείας — precision instrument - αμερικανικός οργανισμός — American organisation - αραβικός οργανισμός — Arab organisation - ασιατικός οργανισμός — Asian organisation - κοινή οργάνωση αγοράς — common organisation of markets - πολιτιστική οργάνωση — cultural organisation - οργάνωση της εκπαίδευσης — organisation of teaching - ραδιοφωνική συσκευή — radio equipment - οργάνωση της παραγωγής — organisation of production - οργάνωση επαγγελματικού κλάδου — organisation of professions - ΟΗΕ — UNO - οργάνωση των κομμάτων — party organisation - οργάνωση των μεταφορών — organisation of transport - οργάνωση της αγοράς — market organisation - Οργανισμός του Συμφώνου της Βαρσοβίας — Warsaw Pact Organisation - οργάνωση της εργασίας — organisation of work - τηλεοπτική συσκευή — television equipment - οργάνωση των εκλογών — organisation of elections - ευρωπαϊκός οργανισμός — European organisation - διακυβερνητικός οργανισμός — intergovernmental organisation - διεθνείς οργανισμοί — international organisation - λατινοαμερικανικός οργανισμός — Latin American organisation - μη κυβερνητικός οργανισμός — non-governmental organisation - ηλεκτρονική συσκευή — electronic device - κριθάρι — barley - γεωργικός προσανατολισμός — agricultural guidance - επαγγελματικός προσανατολισμός — vocational guidance - σχολικός προσανατολισμός — educational guidance - ορφανό — orphan - Στατιστική Υπηρεσία ΕΚ — SOEC - NATO — NATO - χώρες του ΝΑΤΟ — NATO countries - SEATO — SEATO - Αφρικανική Ένωση — African Union - Δημοκρατία της Ουγκάντας, Ουγκάντα — Republic of Uganda, Uganda - γεωργικό εργαλείο — agricultural implement - εργαλεία οικιακής χρήσης — hand tool - τεχνικά έργα — structure - εργάτης — blue-collar worker - ειδικευμένος εργάτης — skilled worker - ημιειδικευμένος εργάτης — semi-skilled worker - Οβεράισσελ — Overijssel - προβατοειδή — sheep - ωοπροϊόντα — egg product - οξείδιο — oxide - οξυγόνο — oxygen - όζον — ozone - πληρωμή — payment - προπληρωμή — advance payment - πρόσκληση υποβολής προσφορών — invitation to tender - διεθνείς πληρωμές — international payment - ενδοκοινοτικές πληρωμές — intra-Community payment - άρτος — bread - Πακιστάν — Pakistan - ανοικτός συνδυασμός — cross voting - Παναμάς — Panama - καλάθι νομισμάτων — basket of currencies - αρτοποίηση — bread-making - άμεση εφαρμογή — direct applicability - paper - Παπουασία-Νέα Γουινέα — Papua New Guinea - φόροι υπέρ τρίτων — quasi-fiscal charge - Παραγουάη — Paraguay - παρασιτολογία — parasitology - σύνολο κυκλοφορούντων αυτοκινήτων — vehicle fleet - σιδηροδρομικό τροχαίο υλικό — rolling stock - εθνικό πάρκο — national park - εφαρμογή του νόμου — application of legislation - αγροτεμάχιο — plot - άγαμος γονέας — single parent - συγγένεια — relationship - συναλλαγματική ισοτιμία — exchange parity - ισοτιμία αγοραστικής δύναμης — purchasing power parity - κοινοβούλιο — parliament - Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο — European Parliament - εθνικό κοινοβούλιο — national parliament - περιφερειακό κοινοβούλιο — regional parliament - βουλευτής — Member of Parliament - εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου — national implementation of Community law - βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου — Member of the European Parliament - διανομή της κυριότητας — division of property - κομμουνιστικό κόμμα — Communist Party - συντηρητικό κόμμα — Conservative Party - δημοκρατικό κόμμα — Democratic Party - χριστιανοδημοκρατικό κόμμα — Christian Democratic Party - οικολογικό κόμμα — Ecology Party - ευρωπαϊκό κόμμα — European party - εφαρμογή της ηλιακής ενέργειας — solar energy end-use applications - φιλελεύθερο κόμμα — Liberal Party - πολιτικό κόμμα — political party - ρεπουμπλικανικό κόμμα — Republican Party - σοσιαλδημοκρατικό κόμμα — Social Democratic Party - σοσιαλιστικό κόμμα — Socialist Party - εργατικό κόμμα — Labour Party - μονοκομματισμός — one-party system - εταιρική συμμετοχή — shareholding - γυναικεία συμμετοχή — participation of women - συμμετοχή των εργαζομένων — worker participation - αξιολόγηση του προσωπικού — staff assessment - συμμετοχή στις εκλογές — turnout of voters - πολιτική συμμετοχή — political involvement - κοινωνική συμμετοχή — social participation - διαβατήριο — passport - ευρωπαϊκό διαβατήριο — European passport - παστερίωση — pasteurisation - ζυμαρικά — pasta - συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών — free-trade agreement - μαθητευόμενος — apprentice - βιομηχανία ζαχαροπλαστικής — pastry-making - πολιτιστική κληρονομιά — cultural heritage - οργάνωση εργοδοτών — employers' organisation - οικονομική εξαθλίωση — pauperisation - ένδεια — poverty - σημαία πλοίου — ship's flag - σημαία ευκαιρίας — flag of convenience - επαγγελματική μαθητεία — apprenticeship - συνδεδεμένη χώρα — associated country - Κάτω Χώρες — Netherlands - ΥΧΕ των Κάτω Χωρών — Netherlands OCT - περιφέρειες των Κάτω Χωρών — regions of the Netherlands - Χώρα των Βάσκων — Basque Country - Ουαλία, Ουαλλία — Cambria, Cymru, Wales - χώρες Ανατολικού Συνασπισμού — Eastern Bloc countries - εφοδιασμός — supply - περιοχή του Λίγηρα — Loire Region - δότρια χώρα — donor country - αναπτυσσόμενες χώρες — developing countries - Υπερπόντιες Χώρες και Εδάφη — overseas countries and territories - βιομηχανικές χώρες — industrialised country - χώρα μέλος — member country - λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες — least-developed country - τρίτες χώρες — third country - διόδια — toll - δέρμα ζώου — animal skin - προμήθεια όπλων — arms supply - παράκτια αλιεία — inshore fishing - αλιεία σε γλυκά ύδατα — freshwater fishing - αλιεία ανοικτής θάλασσας — deep-sea fishing - βιομηχανική αλιεία — industrial fishing - θαλάσσια αλιεία — sea fishing - απορριπτόμενα αλιεύματα — discarded fish - παραδοσιακή αλιεία — traditional fishing - αλιεύς — fisherman - ενεργειακός ανεφοδιασμός — energy supply - νέα παιδαγωγική — new educational methods - θανατική ποινή — death penalty - Πελοπόννησος — Peloponnese - φορτηγίδα — barge - έλλειψη — shortage - έλλειψη τροφίμων — food shortage - ανακατανομή των δημόσιων πόρων — financial equalisation - υδατοκαλλιέργεια — aquaculture, aquiculture - ενεργητική τελειοποίηση — inward processing - παθητική τελειοποίηση — outward processing - αλιευτική περίοδος — fishing season - μεταβατική περίοδος ΕΚ — EC transitional period - άδεια οδήγησης — driving licence - ευρωπαϊκή άδεια οδήγησης — European driving licence - άδεια δόμησης — building permit - Ακουϊτανία — Aquitaine - ειδική άδεια αλιείας — fishing permit - άδεια εργασίας — work permit - Περού — Peru - προσωποποίηση της εξουσίας — personalisation of power - ηλικιωμένος — elderly person - διαζευγμένοι — divorced person - έγγαμος — married person - Σαουδική Αραβία — Saudi Arabia - νομικό πρόσωπο — legal person - φυσικό πρόσωπο — natural person - σύζυγος εν διαστάσει — separated person - μοναχικό άτομο — one person household - χήρος — widowed person - προσωπικό — staff - προσωπικό εδάφους — ground staff - προσωπικό ΕΚ κατηγορίας Α — EC category A staff - αραχίδα — groundnut - προσωπικό ΕΚ κατηγορίας Β — EC category B staff - προσωπικό ΕΚ κατηγορίας Γ — EC category C staff - προσωπικό ΕΚ κατηγορίας Δ — EC category D staff - οδηγοί — drivers - προσωπικό των μεταφορών — transport staff - δικαστικά επαγγέλματα — legal profession - προσωπικό πληρώματος — crew - προσωπικό σωφρονιστικών καταστημάτων — penitentiary staff - Αραγώνα — Aragon - χρηματοοικονομική ζημία — financial loss - πανώλης των ζώων — animal plague - φυτοφάρμακο — pesticide - μικρή επιχείρηση — small business - μικρομεσαίες επιχειρήσεις — small and medium-sized enterprises - μικρή γεωργική εκμετάλλευση — smallholding - κωμόπολη — small town - Μικρές Αντίλλες — Lesser Antilles - αναφορά — petition - πετροχημική βιομηχανία — petrochemicals - πετροδολάριο — petrodollar - πετρέλαιο — petroleum - φαρμακευτική — pharmacology - Φιλιππίνες — Philippines - φιλοσοφία — philosophy - πολιτική φιλοσοφία — political philosophy - οικονομική πρόκριση συναλλαγής — arbitrage - φωσφόρος — phosphorus - φωτοχημεία — photochemistry - φωτοβολταϊκή στήλη — photovoltaic cell - φυσιολογία της εργασίας — occupational physiology - πυρηνική φυσική — nuclear physics - Πικαρδία — Picardy - ανταλλακτικά — spare part - Πεδεμόντιο — Piedmont - διεθνής διαιτησία — international arbitration - πολύτιμος λίθος — precious stones - στοιχεία καυσίμου — fuel cell - πειρατεία — piracy - ιχθυοτροφία — fish farming - ποδηλατόδρομος — cycle track - τοποθέτηση κεφαλαίων — investment transaction - ανώτατο όριο δασμού — tariff ceiling - πολιτική διαιτησία — political arbitration - πεδιάδα — plain - σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης — anti-crisis plan - πολεοδομικό σχέδιο — town-planning scheme - Σχέδιο του Κολόμπο — Colombo Plan - αναπτυξιακό πρόγραμμα — development plan - σχέδιο χρηματοδότησης — financing plan - πλαγκτόν — plankton - δενδροκομία — arboriculture - προγραμματισμός της εκπαίδευσης — educational planning - οικογενειακός προγραμματισμός — family planning - σχεδιασμός της παραγωγής — production planning - προγραμματισμός των μεταφορών — transport planning - σχεδιασμός της αγοράς — market planning - οικονομικός προγραμματισμός — economic planning - χρηματοοικονομικός σχεδιασμός — financial planning - δένδρο, δέντρο — sapling, tree - βιομηχανικός σχεδιασμός — industrial planning - εθνικός προγραμματισμός — national planning - περιφερειακός προγραμματισμός — regional planning - προγραμματισμός κατά τομέα — sectoral planning - δενδρύλλιο — seedling - φυτεία — plantation - υδρόβιο φυτό — aquatic plant - κτηνοτροφικό φυτό — fodder plant - βιομηχανικό φυτό — industrial plant - ελαιούχο φυτό — oleaginous plant - ρητινώδη — conifer - σκαλιστικό φυτό — root crop - κλωστικό φυτό — textile plant - τροπικό φυτό — tropical plant - καλλιέργεια υπό κάλυψη — cultivation under plastic - πλαστικοποιητής — plasticiser - πλατέα — plate - πολιτικό πρόγραμμα — political programme - υφαλοκρηπίδα — continental shelf - λευκόχρυσος — platinum - γύψος — plaster, plaster of Paris - φυλλοβόλο — deciduous tree - πλήρης απασχόληση — full employment - μόλυβδος — lead - πλουτώνιο — plutonium - πνευστό ελαστικό επίσωτρο — pneumatic tyre - UNDP — UNDP - UNEP — UNEP - βάρος και διαστάσεις — weight and size - εμπορικό κατάστημα, πρατήριο — mercantile establishment, outlet, retail outlet, retail store, sales outlet - ψάρι — fish - ψάρι γλυκού νερού — freshwater fish - θαλάσσιο ψάρι — sea fish - νωπό ψάρι — fresh fish - Πουατού-Σαράντ — Poitou-Charentes - αστυνομία — police - υπηρεσία διώξεως κοινού εγκλήματος — criminal investigation department - γεωργική πολιτική — agricultural policy - Κοινή Γεωργική Πολιτική — common agricultural policy - εθνική γεωργική πολιτική — national agricultural policy - περιφερειακή γεωργική πολιτική — regional farm policy - επισιτιστική πολιτική — food policy - τραπεζική πολιτική — banking policy - δημοσιονομική πολιτική — budget policy - εμπορική πολιτική — trade policy - κοινή εμπορική πολιτική — common commercial policy - κοινοτική πολιτική — Community policy - συμφωνία περιορισμού — voluntary restraint agreement - αρχαιολογία — archaeology, archeology - κοινοτική πολιτική απασχόλησης — Community employment policy - Κοινή Αλιευτική Πολιτική — common fisheries policy - κοινή πολιτική τιμών — common price policy - κοινή πολιτική μεταφορών — common transport policy - συγκυριακή πολιτική — short-term economic policy - πολιτιστική πολιτική — cultural policy - πολιτική παροχής βοήθειας — aid policy - πολιτική λιτότητας — austerity policy - παρεμβατική πολιτική — intervention policy - επενδυτική πολιτική — investment policy - αμυντική πολιτική — defence policy - αναπτυξιακή πολιτική — development policy - χρηματοδοτική πολιτική — financing policy - εκπαιδευτική πολιτική — education policy - πολιτική απασχόλησης — employment policy - πολιτική της επιχείρησης — business policy - περιβαλλοντική πολιτική — environmental policy - αρχιτεκτονική — architecture - πολιτική της πληροφόρησης — information policy - πολιτική της επικοινωνίας — communications policy - πολιτική του ανταγωνισμού — competition policy - πολιτική κτιριακών έργων — construction policy - αλιευτική πολιτική — fisheries policy - πολιτική γεωργικής παραγωγής — agricultural production policy - πολιτική έρευνας — research policy - πολιτική για την υγεία — health policy - πολιτική γεννήσεων — birth policy - πολιτική της παραγωγής — production policy - ηλιακή αρχιτεκτονική — solar architecture - πολιτική στήριξης — support policy - δημογραφική πολιτική — population policy - πολιτική των συνασπισμών — East-West policy - συναλλαγματική πολιτική — exchange policy - πολιτική εξαγωγών — export policy - πολιτική εισαγωγών — import policy - πολιτική τιμών — prices policy - εισοδηματική πολιτική — incomes policy - μισθολογική πολιτική — pay policy - αρχείο — archives - πολιτική γεωργικών διαρθρώσεων — policy on agricultural structures - πολιτική μεταφορών — transport policy - πιστωτική πολιτική — credit policy - στεγαστική πολιτική — housing policy - οικονομική πολιτική — economic policy - ενεργειακή πολιτική — energy policy - ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική — European defence policy - εξωτερική πολιτική — foreign policy - οικογενειακή πολιτική — family policy - χρηματοπιστωτική πολιτική — financial policy - Αρκτική — Arctic - φορολογική πολιτική — fiscal policy - δασική πολιτική — forestry policy - κυβερνητική πολιτική — government policy - βιομηχανική πολιτική — industrial policy - εσωτερική πολιτική — domestic policy - μεταναστευτική πολιτική — migration policy - νομισματική πολιτική — monetary policy - γεωργονομισματική πολιτική — agri-monetary policy - λιμενική πολιτική — ports policy - κοινή λιμενική πολιτική — common ports policy - άργυρος — silver - περιφερειακή πολιτική — regional policy - κοινοτική περιφερειακή πολιτική — Community regional policy - κοινωνική πολιτική — social policy - διαρθρωτική πολιτική — structural policy - δασμολογική πολιτική — tariff policy - κοινή δασμολογική πολιτική — common tariff policy - ρύπος — pollutant - ατμοσφαιρικοί ρύποι — atmospheric pollutant - ρύποι του νερού — water pollutant - ρύπανση — pollution - Αργεντινή — Argentina - ηχορύπανση — noise pollution - ατμοσφαιρική ρύπανση — atmospheric pollution - χημική ρύπανση — chemical pollution - ρύπανση χερσαίας προέλευσης — pollution from land-based sources - ρύπανση των υδάτων — water pollution - ρύπανση των τροφίμων — food contamination - ρύπανση των ακτών — coastal pollution - ρύπανση των υδάτινων ρευμάτων — pollution of waterways - ρύπανση του εδάφους — soil pollution - ρύπανση της θάλασσας — marine pollution - ξηροκαλλιέργεια — dry farming - ρύπανση από οργανικές ουσίες — organic pollution - ρύπανση από τη γεωργική δραστηριότητα — pollution from agricultural sources - ραδιενεργός ρύπανση — radioactive pollution - ρύπανση της στρατόσφαιρας — stratospheric pollution - θερμική ρύπανση — thermal pollution - διαμεθοριακή ρύπανση — transfrontier pollution - Πολωνία — Poland - πολυκαλλιέργεια — mixed cropping - πολυμερή — polymer - Πολυνησία — Polynesia - Γαλλική Πολυνησία — French Polynesia - γεώμηλο — potato - αντλία θερμότητας — heat pump - οικονομικά ενεργός πληθυσμός — working population - ενεργός γεωργικός πληθυσμός — working population engaged in agriculture - απασχολούμενος οικονομικά ενεργός πληθυσμός — persons in work - πληθυσμός σε ηλικία απασχόλησης — population of working age - παγκόσμιος πληθυσμός — world population - οικονομικά μη ενεργός πληθυσμός — non-working population - συμφωνία αλιείας — fishing agreement - χημικά όπλα — chemical weapon - αγροτικός πληθυσμός — rural population - αστικός πληθυσμός — urban population - χοιροειδή — swine - αλιευτικό λιμάνι — fishing port - Πόρτο Ρίκο — Puerto Rico - Πορτογαλία — Portugal - περιφέρειες της Πορτογαλίας — regions of Portugal - δεσπόζουσα θέση — dominant position - ταχυδρομεία και τηλεπικοινωνίες — postal and telecommunications services - συμβατικά όπλα — conventional weapon - κάλιο — potassium - αναπτυξιακό δυναμικό — development potential - Απουλία — Apulia - ώθηση φορτηγίδων — push towing - σκόνη — dust - πολιτική εξουσία — political power - αρμοδιότητα επί του προϋπολογισμού — budgetary power - αγοραστική δύναμη — purchasing power - εξουσία εκτίμησης — power of assessment - εξουσία εκτέλεσης — power of implementation - εξουσία πρωτοβουλίας — power of initiative - εξουσία ελέγχου — supervisory power - εξουσία λήψεως αποφάσεων — power of decision - διαπραγματευτική εξουσία — power to negotiate - κυρωτική εξουσία — power of ratification - διακριτική εξουσία — discretionary power - εκτελεστική εξουσία — executive power - δικαστική εξουσία — judicial power - νομοθετική εξουσία — legislative power - κανονιστική εξουσία — statutory power - δημόσιες αρχές — public authorities - προσυσκευασία — pre-packaging - γενικευμένες προτιμήσεις — generalised preferences - γεωργική εισφορά — agricultural levy - εισφορά ΕΚΑΧ — ECSC levy - πρώτη απασχόληση — first job - παιδιά βρεφικής και νηπιακής ηλικίας — early childhood - πυρηνικά όπλα — nuclear weapon - προετοιμασία του εδάφους — soil preparation - παραγραφή της ποινής — barring of penalties by limitation - Πρόεδρος του Κοινοβουλίου — Speaker of Parliament - Τύπος — press, public press - πολιτικός Τύπος — political press - παροχή επιζώντων — survivor's benefit - παροχή υπηρεσιών — provision of services - τακτικά πυρηνικά όπλα — tactical nuclear weapon - οικογενειακή παροχή — family benefit - κοινωνική παροχή — social-security benefit - δανειοδότηση — loan - δάνειο ΕΤΕ — EIB loan - δάνειο ΕΚΑΧ — ECSC loan - παροχή κοινοτικού δανείου — Community loan - δάνειο Ευρατόμ — Euratom loan - πρόληψη της ρύπανσης — prevention of pollution - βραχυπρόθεσμη πρόβλεψη — short-term forecast - μακροπρόθεσμη πρόβλεψη — long-term forecast - μεσοπρόθεσμη πρόβλεψη — medium-term forecast - δημοσιονομική πρόβλεψη — budget estimate - οικονομική πρόβλεψη — economic forecasting - υπεροχή του δικαίου — primacy of the law - υπεροχή του κοινοτικού δικαίου — precedence of Community law - προσαυξήσεις μισθού — bonus payment - πριμοδότηση σφαγής — slaughter premium - πριμοδότηση εκρίζωσης — grubbing premium - πριμοδότηση μη εμπορίας — non-marketing premium - ασφάλιστρο — insurance premium - πριμοδότηση αποθεματοποίησης — storage premium - πρώιμα οπωροκηπευτικά — early fruit and vegetables - αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» — polluter pays principle - οικονομική προτεραιότητα — economic priority - στρατός — armed forces - λήψη απόφασης — decision-making - πολιτικός κρατούμενος — political prisoner - στέρηση των δικαιωμάτων — deprivation of rights - τιμή — prices - τιμή ψαλίδας — bracket price - τιμή εξαγωγής — export price - τιμή εισαγωγής — import price - τιμή καταναλωτή — consumer price - επαγγελματικός στρατός — professional army - τιμή παραγωγού — producer price - γεωργικές τιμές — farm prices - τιμή τροφίμων — food price - τιμή CIF — cif price - τιμή αγοράς — purchase price - τιμή ανάσχεσης — sluice-gate price - τιμή παρέμβασης — intervention price - τιμή στόχου — norm price - συμφωνία σε θέματα τιμών — price agreement - εξοπλισμοί — military equipment - τιμή προσφοράς — offer price - τιμή προσανατολισμού — guide price - τιμή βάσης — basic price - τιμή ενεργοποίησης — activating price - λιανική τιμή — retail price - χονδρική τιμή — wholesale price - τιμή ενεργείας — price of energy - τιμή γης — price of farm land - αγοραία τιμή — market prices - τιμή αναγωγής — reference price - αρωματική ουσία — flavouring - τιμή απόσυρσης — withdrawal price - τιμή κόστους — cost price - τιμή κατωφλίου — threshold price - τιμή στήριξης — support price - τέλη στάθμευσης — standage - τιμή πώλησης — selling price - τιμή βασικών προϊόντων — commodity price - τιμή που εισάγει διάκριση — discriminatory price - αγρομίσθωμα — farm rent - τιμή της διεθνούς αγοράς — world market price - διοικητική απόφαση — administrative order - προκαθορισμένη τιμή — price fixed in advance - τιμή «ελεύθερο στο κατάστρωμα» — free-on-board price - τιμή «ελεύθερο στα σύνορα» — free-at-frontier price - τιμή σκανδάλης — trigger price - εγγυημένη τιμή — guaranteed price - επιβαλλόμενη τιμή — imposed price - ενδεικτική τιμή — target price - βιομηχανική τιμή — industrial price - ελεύθερη τιμή — free price - μέγιστη τιμή — maximum price - άρδευση — irrigation - ελάχιστη τιμή — minimum price - ελάχιστη εγγυημένη τιμή — guaranteed minimum price - μέση τιμή — average price - προτιμησιακή τιμή — preferential price - μειωμένη τιμή — reduced price - τιμή παράδοσης — delivered price - αντιπροσωπευτική τιμή — representative price - τέχνες — arts - αντιπροσωπευτική αγοραία τιμή — representative market price - κοινωνικά προβλήματα — social problem - προβλήματα της πόλης — urban problem - χημικές διεργασίες — chemical process - ηλεκτρικές διεργασίες — electrical process - φυσικές διεργασίες — physical process - διοικητική δικονομία — administrative procedure - διαδικασία κατά των επιδοτήσεων — anti-subsidy proceeding - λαϊκή τέχνη — popular art - διαδικασία του προϋπολογισμού — budgetary procedure - πολιτική δικονομία — civil procedure - πειθαρχική διαδικασία — disciplinary proceedings - διαδικασία ενώπιον δικαστηρίων — judicial proceedings - νομοθετική διαδικασία — legislative procedure - κοινοβουλευτική διαδικασία — parliamentary procedure - ποινική διαδικασία — criminal procedure - Μέση και Εγγύς Ανατολή — Middle East - είδη δώρων — gift item - παραγωγή — production - παραγωγή εν σειρά — assembly line production - γεωργική παραγωγή — agricultural production - παραγωγή τροφίμων — food production - ζωική παραγωγή — animal production - βιοτεχνική παραγωγή — craft production - κοινοτική παραγωγή — Community production - συνεχής παραγωγή — continuous production - παραγωγή ενέργειας — energy production - παραγωγή υδρογόνου — hydrogen production - μαζική παραγωγή — mass production - αλιεύματα — fishery product - ελλειμματική παραγωγή — underproduction - βιομηχανική παραγωγή — industrial production - παγκόσμια παραγωγή — world production - εθνική παραγωγή — national production - φυτική παραγωγή — crop production - παραγωγικότητα — productivity - γεωργική παραγωγικότητα — agricultural productivity - είδη διακόσμησης — decorative item - παραγωγικότητα των γαιών — land productivity - παραγωγικότητα της εργασίας — work productivity - προϊόν με βάση τα σιτηρά — cereal product - προϊόν με βάση τα φρούτα — fruit product - προϊόν με βάση τα λαχανικά — vegetable product - προϊόν με βάση το ψάρι — fish product - προϊόν με βάση τη ζάχαρη — sugar product - γεωργικό προϊόν — agricultural product - προϊόν διατροφής — foodstuff - σύνθετο προϊόν διατροφής — processed food product - ζωικό προϊόν — animal product - προϊόν κρέατος — meat product - χημικό προϊόν — chemical product - ανόργανο χημικό προϊόν — inorganic chemical product - συμπυκνωμένο προϊόν — concentrated product - τυποποιημένο προϊόν — packaged product - κατεψυγμένο προϊόν — frozen product - καλλυντικά προϊόντα — cosmetic product - αθλητικά είδη — sports equipment - προϊόντα συσκευασίας — packaging product - προϊόν συντήρησης — polishing and scouring preparations - προϊόν βάσεως — primary product - ζαχαροπλαστικό προϊόν — confectionery product - προϊόν ευρείας κατανάλωσης — mass-consumption product - υποκατάστατο προϊόν — substitute product - αφυδατωμένο προϊόν — desiccated product - διαιτητικό προϊόν — dietary product - προϊόν ξυλείας — wood product - είδη υγιεινής — toilet article - προϊόν χύδην — bulk product - καπνιστό προϊόν — smoked product - βιομηχανικό προϊόν — industrial product - εύφλεκτο προϊόν — inflammable product - στιγμιαίο προϊόν — instant product - ακαθάριστο εγχώριο προϊόν — gross domestic product - ακτινοβολημένο προϊόν — irradiated product - γαλακτοκομικό προϊόν — milk product - λυοφιλισμένο προϊόν — freeze-dried product - μεταποιημένο προϊόν — manufactured goods - μεταλλικό προϊόν — metal product - μεταλλευτικό προϊόν — mining product - εθνικό προϊόν — domestic product - ακαθάριστο εθνικό προϊόν — gross national product - νέο προϊόν — new product - προϊόν καταγωγής — originating product - προϊόν πετρελαίου — petroleum product - φαρμακευτικό προϊόν — pharmaceutical product - οικιακά είδη — household article - πρωτεϊνούχο προϊόν — protein products - ανασυσταμένο προϊόν — reconstituted product - προϊόν διατηρημένο σε απλή ψύξη — refrigerated product - ακαθάριστο περιφερειακό προϊόν — gross regional product - αλίπαστο προϊόν — salted product - ημικατεργασμένο προϊόν — semi-manufactured goods - ευαίσθητο προϊόν — sensitive product - προϊόν ταχείας κατάψυξης — deep-frozen product - κλωστοϋφαντουργικό προϊόν — textile product - βιοτέχνης — craftsman - κτηνιατρικά προϊόντα — veterinary product - εμπορικά επαγγέλματα — sales occupation - χρηματιστηριακά επαγγέλματα — financial occupation - ελευθέριο επάγγελμα — liberal profession - επαγγελματικός κλάδος του τομέα της υγείας — health care profession - παραϊατρικό επάγγελμα — paramedical profession - ΠΕΠ — WFP - πρόγραμμα δράσης — action programme - πρόγραμμα ενισχύσεων — aid programme - πρόγραμμα διδασκαλίας — teaching curriculum - πρόγραμμα έρευνας — research programme - εκλογικό πρόγραμμα — election programme - επιστημονική πρόοδος — scientific progress - επενδυτικό σχέδιο — investment project - σχέδιο προϋπολογισμού — draft budget - νομοσχέδιο — government bill - ερευνητικό σχέδιο — research project - βιομηχανικό πρόγραμμα — industrial project - εμπορική προώθηση — sales promotion - προώθηση των συναλλαγών — trade promotion - προώθηση των επενδύσεων — investment promotion - εργολαβία οικοδομών — property development - επαγγελματική εξέλιξη — promotion - προεκλογική προπαγάνδα — election campaign publicity - πρόταση ΕΚ — EC proposal - τέχνες του θεάματος — performing arts - πρόταση νόμου — non-government bill - δημόσια περιουσία — public property - έγγειος ιδιοκτησία — land and buildings - έγγειος γεωργική ιδιοκτησία — agricultural real estate - ακίνητη περιουσία — real property - βιομηχανική ιδιοκτησία — industrial property - πνευματική ιδιοκτησία — intellectual property - κινητή περιουσία — personal property - ατομική ιδιοκτησία — private property - Αρούμπα — Aruba - μεταλλευτική έρευνα — mineral prospecting - μελέτη προοπτικών — forward studies - πορνεία — prostitution - προστασία από τους θορύβους — noise protection - προστασία του περιβάλλοντος — environmental protection - προστασία της πανίδας — protection of animal life - προστασία της χλωρίδας — protection of plant life - προστασία της ιδιωτικής ζωής — protection of privacy - ESA — ESA - προστασία των ζώων — protection of animals - προστασία των εταίρων — protection of shareholders - προστασία των επικοινωνιών — protection of communications - προάσπιση των ελευθεριών — protection of freedoms - προστασία των μειονοτήτων — protection of minorities - διπλωματική προστασία — diplomatic protection - προστασία του καταναλωτή — consumer protection - συμφωνία ειδίκευσης — specialisation agreement - Ασία — Asia - προστασία της αγοράς — market protection - προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς — heritage protection - προστασία του τοπίου — countryside conservation - προστασία του εδάφους — soil protection - προστασία μητρότητας και παιδιών — care of mothers and infants - προστατευτισμός — protectionism - ζωική πρωτεΐνη — animal protein - συνθετική πρωτεΐνη — synthetic protein - πρωτεΐνη γάλακτος — milk protein - Νότια Ασία — South Asia - φυτική πρωτεΐνη — vegetable protein - πρωτόκολλο συμφωνίας — protocol to an agreement - πρωτόκολλο ζάχαρης — protocol on sugar - πρωτότυπο — prototype - Προβηγκία-Άλπεις-Κυανή Ακτή — Provence-Alpes-Côte d'Azur - επαρχία — province - ψυχιατρική — psychiatry - ψυχολογία — psychology - ψυχολογία της εργασίας — occupational psychology - δημοσιεύσεις — publication - κοινοτικές εκδόσεις — Community publication - δημοσίευση νόμου — publication of a law - διαφήμιση — advertising - παραπλανητική διαφήμιση — advertising malpractice - δημοσιότητα των λογαριασμών — publication of accounts - ανακοίνωση τιμολογίων — publication of tariffs - Κατάρ — Qatar - πολιτικό άσυλο — political asylum - επαγγελματικά προσόντα — professional qualifications - ποιότητα του περιβάλλοντος — quality of the environment - ποιότητα ζωής — quality of life - ποιότητα του προϊόντος — product quality - εκφορτωθείσα ποσότητα — quantity of fish landed - μειονεκτούσα κοινωνική κατηγορία — socially disadvantaged class - γραπτή ερώτηση — written question - προφορική ερώτηση — oral question - κοινοβουλευτική ερώτηση — parliamentary question - εξυγίανση — decontamination - απαρτία — quorum - αλιευτικές ποσοστώσεις — catch quota - εκλογικό μέτρο — electoral quota - ραδιενέργεια — radiation, radioactive, radioactive materials, radioactive matter, radioactive substances, radioactivity - δημιουργία και μετάδοση εκπομπών, ραδιοτηλεόραση, ραδιοφωνία — broadcasting, broadcast medium - προστασία από τη ραδιενέργεια — radiation protection - Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ — UN General Assembly - διύλιση πετρελαίου — oil refining - διύλιση ζάχαρης — sugar refining - σταφύλι — grape - εταιρική επωνυμία — business name - επαναπατρισμός κεφαλαίων — repatriation of capital - έκθεση — report - σχέση γεωργίας-εμπορίου — agriculture-trade relationship - σχέση γεωργίας-βιομηχανίας — agriculture-industry relationship - έκθεση δραστηριοτήτων — annual report - έκθεση επιτροπής — committee report - έκθεση έρευνας — research report - προσέγγιση των νομοθεσιών — approximation of laws - προσέγγιση των πολιτικών — approximation of policies - Ρας αλ Καϊμά — Ras Al Khaimah - φορολογική βάση — basis of tax assessment - κύρωση συμφωνίας — ratification of an agreement - λόγος μεγεθών — ratio - πυρηνικός αντιδραστήρας — nuclear reactor - επαγγελματική αναπροσαρμογή — vocational retraining - επανεξοπλισμός — rearmament - αντασφάλιση — reinsurance - απογραφή — census - απογραφή του πληθυσμού — population census - εκπαιδευτική βοήθεια — assistance in training - οικονομική ύφεση — economic recession - έσοδα — revenue - έσοδα από εξαγωγές — export revenue - παραδεκτό — admissibility - έρευνα — research - γεωπονική έρευνα — agronomic research - εφαρμοσμένη έρευνα — applied research - ενεργειακή έρευνα — energy research - τεκμηριωτική έρευνα — document retrieval - έρευνα για το περιβάλλον — environmental research - δασική έρευνα — forestry research - αλιευτική έρευνα — fishery research - βιομηχανική έρευνα — industrial research - ιατρική έρευνα — medical research - επιστημονική έρευνα — scientific research - συγκομιδή — harvest - σύσταση — recommendation - κοινοτική σύσταση — Community recommendation - οικονομική συμφωνία — economic agreement - ταμείο αλληλοβοήθειας — mutual assistance scheme - σύσταση ΕΚΑΧ — ECSC recommendation - σύσταση ΕΚΑΕ — EAEC recommendation - αναγνώριση διπλωμάτων — recognition of diplomas - οικονομική ανασυγκρότηση — economic reconstruction - μετατροπή στη δενδροκηποκομία — conversion to horticulture - μετατροπή αγέλης — herd conversion - βιομηχανική μετατροπή — industrial conversion - μετατροπή από γαλακτοπαραγωγή σε κρεατοπαραγωγή — conversion to beef production - μετατροπή της παραγωγής — redirection of production - διοικητική προσφυγή — appeal to an administrative authority - προσφυγή ακυρώσεως — action for annulment - προσφυγή επί παραλείψει — action for failure to act - προσφυγή επί παραβάσει — action for failure to fulfil an obligation - πρόσληψη — recruitment - ένωση — association - ανάκτηση ενεργείας — energy recovery - ανακύκλωση κεφαλαίων — recycling of capital - ανακύκλωση αποβλήτων — waste recycling - αρωματικό φυτό — aromatic plant - μείωση των στρατιωτικών δυνάμεων — force reduction - φαρμακευτικό φυτό — medical plant - σογιέλαιο — soya bean oil - ηλιέλαιο — sunflower seed oil - μείωση του χρόνου εργασίας — reduction of working time - κρέας θηραμάτων — meat from game - κρέας κουνελιού — rabbit meat - αραβοσιτέλαιο — maize oil - δασμολογική μείωση — tariff reduction - αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη — skimmed milk powder - αναπροεξόφληση — rediscounting - ανατίμηση του νομίσματος — revaluation - επανεξαγωγή — re-export - αποξηραμένο προϊόν — dried product - βελτιωτικό υφής — texture agent - ασφαλιστικά μέτρα — summary procedure - γεωργικές ενισχύσεις — aid to agriculture - δημοψήφισμα — referendum - κοινοτική προτίμηση — Community preference - διοικητική μεταρρύθμιση — administrative reform - μεταρρύθμιση της ΚΓΠ — reform of the CAP - αγροτική μεταρρύθμιση — agrarian reform - κανονιστικές ρυθμίσεις της γεωργικής παραγωγής — regulation of agricultural production - εκπαιδευτική μεταρρύθμιση — educational reform - γεωργικές ποσοστώσεις — agricultural quota - κατώφλι εγγύησης — guarantee threshold - εναλλακτική γεωργική παραγωγή — alternative agricultural production - φόρος λιπαρών ουσιών — tax on oils and fats - εδαφομεταρρύθμιση — land reform - μειονεκτική γεωργική περιοχή — less-favoured agricultural area - αγρότισσα — woman farmer - νεαρός αγρότης — young farmer - μεταρρύθμιση οργανισμού των δικαστηρίων — judicial reform - ομάδες εκμεταλλεύσεων — grouping of farms - δελτίο γεωργικής εκμετάλλευσης — farm return - φυτοϋγειονομικά προϊόντα — plant health product - πρόσφυγας — refugee - ζιζανιοκτόνο — herbicide - λύσσα — rabies - γαλακτοπαραγωγή — dairy production - υποκατάστατα δημητριακών — cereal substitute - πολιτικός πρόσφυγας — political refugee - δασικός συνεταιρισμός — forestry group - άρνηση προσφοράς — refusal to bid - παραγωγή ξυλείας — wood production - δασική ιδιοκτησία — forestry property - δάση του δημοσίου — publicly-owned forest - ιδιωτικά δάση — private forest - άρνηση πώλησης — refusal to sell - οστρακοκαλλιέργεια — shellfish farming - παραγωγή υδατοκαλλιέργειας — fishery produce - άδεια αλιείας — fishing licence - αυταρχικό καθεστώς — authoritarian regime - καθεστώς ενισχύσεων — aid system - διάσπαση επιχείρησης — demerger - διεθνική επιχείρηση — transnational corporation - αποκλειστική αγορά — exclusive purchasing agreement - επιχείρηση κοινού συμφέροντος — partly nationalised undertaking - επιλεκτική διανομή — selective distribution agreement - καθεστώς γεωκτησίας — landholding system - ηλεκτρονικό ταχυδρομείο — electronic mail - διαμεθοριακή ροή δεδομένων — cross-frontier data flow - εμπορικό μέσο μαζικής επικοινωνίας — commercial media - οικονομικό σύστημα — economic system - τοπικό μέσο μαζικής επικοινωνίας — local media - ιδιωτικό μέσο μαζικής επικοινωνίας — private media - στρατιωτικό καθεστώς — military regime - δίκτυο διαβίβασης — transmission network - τηλεδιάσκεψη — videophone conference - ευρωπαϊκή τηλεόραση — European television - κοινοβουλευτικό πολίτευμα — parliamentary system - τηλεοπτικά τέλη — pay television - βιντεογραφία — Videotex - οικιακές εφαρμογές της πληροφορικής — home computing - αποθήκευση δεδομένων — information storage - πολίτευμα — political system - εφαρμοσμένη πληροφορική — computer applications - εγκληματικότητα στον τομέα της πληροφορικής — computer crime - δίκαιο της πληροφορικής — data-processing law - τεχνητή νοημοσύνη — artificial intelligence - διοικητική περιφέρεια — region - Επίσημη Εφημερίδα των ΕΕ — EU Official Journal - πειρατεία πληροφορικής — computer piracy - γεωργική περιοχή — agricultural region - έλεγχος εκλογών — election monitoring - συγκέντρωση αξιωμάτων — multiple office holding - εκλογικό αποτέλεσμα — election result - εκχώρηση εξουσίας — delegation of power - περιφέρεια Βρυξελλών — Brussels region - κοινοβουλευτική αντιπροσωπεία — parliamentary delegation - εκλογική ενηλικιότητα — voting age - ομοσπονδιακό σύστημα — federalism - παράκτια περιοχή — coastal region - δημοψήφισμα εμπιστοσύνης — plebiscite - κατανομή των ψήφων — distribution of votes - συμβουλευτική εξουσία — advisory power - περιοχή ανάπτυξης — development region - εξουσία διορισμού — power to appoint - προνόμιο — privilege - ριζοσπαστικό κόμμα — radical party - ορεινή περιοχή — mountain region - μειονεκτική περιφέρεια — less-favoured region - εξαφανισθέντες — forced disappearance - κόμματα της μειοψηφίας — political minority - αστυνομικοί έλεγχοι — police checks - ειρηνισμός — pacifism - πολιτική άμυνα — civil defence - οικονομική περιφέρεια — economic region - ψήφος δι' αντιπροσώπου — vote by delegation - κοινoπραξία — consortium - περιφέρεια Φλάνδρας — Flanders - όργανα εκτελεστικής εξουσίας — executive body - κυβερνητικό πρόγραμμα — government programme - παραμεθόρια περιοχή — frontier region - στήριξη της αγοράς — market support - οικονομική μετατροπή — economic conversion - βιομηχανική περιοχή — industrial region - ενισχύσεις μετατροπής — redevelopment aid - ενισχύσεις αναδιάρθρωσης — aid for restructuring - ενίσχυση διάθεσης — sales aid - ενισχύσεις στη βιομηχανία — aid to industry - αναδιανομή του εισοδήματος — redistribution of income - μεσογειακή περιφέρεια ΕΚ — EC Mediterranean region - ανθρωπιστική βοήθεια — humanitarian aid - βοήθεια στους πρόσφυγες — aid to refugees - βοήθεια στα θύματα καταστροφών — aid to disaster victims - αναπτυξιακή βοήθεια — development aid - περιφέρεια με προτεραιότητα — priority region - αγροτική περιοχή — rural region - νέες βιομηχανικές χώρες — newly industrialised country - τουριστική περιοχή — tourist region - κοινωνική οικονομία — social economy - γεωργικοί λογαριασμοί — economic accounts for agriculture - περιφέρεια Βαλλωνίας — Walloon region - μελέτη επιπτώσεων — impact study - οικονομικές συνέπειες — economic consequence - διαδικασία συνεννοήσεως — conciliation procedure - περιφερειοποίηση — regionalisation - υπόγειος σιδηρόδρομος — underground railway - μεταφορικό μέσο μεγάλης χωρητικότητας — large vehicle - διαστημικές μεταφορές — space transport - διαστημικό όχημα — space vehicle - περιφερειακή αποκέντρωση των συναλλαγών — regionalisation of trade - δορυφορικός σταθμός — space station - τοπικισμός — regionalism - μίσθωση οχήματος — vehicle rental - γεωγραφικός προσδιορισμός των μεταφορών — destination of transport - κανονισμός — regulation - άδεια ναυσιπλοΐας — ship's passport - μεταφορικά — transport price - κοινοτικός κανονισμός — Community regulation - έγκριση τιμολογίων — approval of tariffs - κίνηση λιμένων — port traffic - κανονισμός ΕΚΑΕ — EAEC Regulation - έλεγχος της κυκλοφορίας — traffic control - ποσοστώσεις μεταφορών — transport quota - αγορά των μεταφορών — transport market - ταξινόμηση οχήματος — vehicle registration - έγγραφα του οχήματος — vehicle documents - διευθέτηση των διαφορών — settlement of disputes - διάρκεια μεταφοράς — length of journey - μεταφορές μεγάλης ταχύτητας — high-speed transport - έγγραφα μεταφοράς — transport document - διάρκεια οδήγησης — driving period - τεχνικός έλεγχος — roadworthiness tests - τουριστικό πρακτορείο — travel agency - δημοσιονομικός κανονισμός — financial regulation - σύμβαση μεταφοράς — contract of carriage - εταίρος — company member - δικαστικός διακανονισμός — composition - κανόνες του εμπορίου — trade regulations - πολεοδομικές ρυθμίσεις — town-planning regulations - αερογραμμή — airline - οδική κυκλοφορία — road traffic - διατάξεις περί θήρας — hunting regulations - ναυτιλιακή πολιτική — shipping policy - ναυτιλιακή διάσκεψη — maritime conference - κυκλοφοριακές διατάξεις — traffic regulations - καταβύθιση αποβλήτων — dumping of waste - απόθεση απορριμμάτων — storage of waste - οικοδομικός κανονισμός — building regulations - τοξική ουσία — toxic substance - μη ρυπαίνοντα οχήματα — non-polluting vehicle - εκμετάλλευση του θαλάσσιου πυθμένα — exploitation of the sea-bed - αναπλήρωση των πλουτοπαραγωγικών πόρων — replacement of resources - επίπτωση στο περιβάλλον — environmental impact - επίβλεψη του περιβάλλοντος — environmental monitoring - προληπτικά αντισεισμικά μέτρα — seismic monitoring - προστασία των ακτών — shore protection - καθορισμός ορίων ταχύτητας — speed control - διαχείριση των υδάτων — water management - έλεγχος των συμπράξεων — control of restrictive practices - γεωφυσικό περιβάλλον — geophysical environment - στάσιμα ύδατα — stagnant water - κανόνες επενδύσεων — regulation of investments - θαλάσσια είδη — marine life - είδη άγριας χλωρίδας και πανίδας — wildlife - ασφάλιση — insurance - ρύθμιση των τιμών — price regulations - φυτικοί πόροι — plant resources - εκβολή ποταμού — estuary - γεωργική καταστροφή — agricultural disaster - τελωνειακοί κανόνες — customs regulations - φυλλόρροια — defoliation - διάβρωση εδάφους — erosion - ρύπανση από τα αυτοκίνητα — motor vehicle pollution - συγκοινωνιακές διατάξεις — transport regulations - ρύπανση από υδρογονάνθρακες — oil pollution - ρύπανση από μέταλλα — metal pollution - ρύπανση από τα πλοία — pollution from ships - βιομηχανική ρύπανση — industrial pollution - εξομάλυνση της αγοράς — market stabilisation - εισφορά κατά την εξαγωγή — export levy - εισφορά κατά την εισαγωγή — import levy - έλεγχος των γεννήσεων — birth control - παράνομη διακίνηση — illicit trade - οργανισμός παρέμβασης — intervention agency - Nimexe — Nimexe - ρύθμιση των εμπορικών συναλλαγών — regulation of transactions - ονομασία προέλευσης — designation of origin - καθεστώς τελωνειακής αναστολής — customs procedure suspending duties - επανεισαγωγή — re-import - επιστροφή τελωνειακών δασμών — customs drawback - σχολική επανένταξη — re-integration into school - τελωνειακό έδαφος της ΕΚ — EC customs territory - κοινωνική επανένταξη — social rehabilitation - ενιαίο έγγραφο — single document - απλούστευση των διατυπώσεων — simplification of formalities - απόρριψη του προϋπολογισμού — rejection of the budget - δασμολογική εξειδίκευση — specification of tariff heading - εμπορικές σχέσεις — trade relations - χρηματοπιστωτική συμφωνία — financial agreement - ασφάλιση εξαγωγών — export credit insurance - αποβολή θερμότητας — thermal discharge - συμψηφισμός συναλλαγών — countertrade - κοινοτικές εξαγωγές — Community export - κοινοτικές εισαγωγές — Community import - αγαθά και υπηρεσίες — goods and services - αναθέρμανση της οικονομίας — reflation - παραγωγικό αγαθό — intermediate goods - διμερείς σχέσεις — bilateral relations - κεφαλαιουχικό αγαθό — capital goods - είδη ευκαιρίας — used goods - ολοκληρωμένο εμπόριο — integrated trade - πολιτιστικές σχέσεις — cultural relations - βιομηχανική κατανάλωση — intermediate consumption - παγκόσμια κατανάλωση — world consumption - μερτσαντάιζινγκ — merchandising - μάρκετινγκ — theory of marketing - διπλωματικές σχέσεις — diplomatic relations - εμπορική εκδήλωση — trade event - τιμή άνευ φόρων — price net of tax - εργασιακές σχέσεις — labour relations - πώληση επί ζημία — selling at a loss - σέλφ-σέρβις — self-service store - συνεργαζόμενο εμπόριο — affiliated retailing - πλανόδιο εμπόριο — itinerant trade - ανεξάρτητο εμπόριο — independent retailer - αλυσίδα καταστημάτων — chain store - σχέσεις εκπαίδευσης-βιομηχανίας — school-industry relations - κεντρικές αγορές — wholesale trading centre - εμπορικός διανομέας — distributor - οικονομικές σχέσεις — economic relations - χρηματικά διαθέσιμα — private-sector liquidity - σχέσεις κράτους-εκκλησίας — church-State relations - ασφάλιση ατυχημάτων — personal accident insurance - σχέσεις Ανατολής-Δύσης — East-West relations - διαβιομηχανικές σχέσεις — inter-industrial relations - νομισματική κρίση — monetary crisis - διοργανικές σχέσεις — interinstitutional relations - συναλλαγματικοί περιορισμοί — exchange restriction - διεθνείς σχέσεις — international relations - άτοκη πίστωση — free credit - προεξοφλητικό επιτόκιο — discount rate - πιστωτικός έλεγχος — credit control - διακοινοβουλευτικές σχέσεις — interparliamentary relations - χρηματιστήριο αξιών — stock exchange - ενδοκοινοτικές σχέσεις — intra-Community relations - διαφυγή κεφαλαίων — outflow of capital - πλασματική τιμολόγηση — transfer pricing - σχέση νομοθετικής-εκτελεστικής εξουσίας — legislative-executive relations - εξαιρετικά βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση — very short-term financing - νομισματική σχέση — monetary relations - χρηματοδότηση της επιχείρησης — corporate finance - πολυμερείς σχέσεις — multilateral relations - ασφάλιση πραγμάτων — property insurance - ασφάλιση προσώπων — personal insurance - συνασφάλιση — co-insurance - σχέση πόλης-υπαίθρου — town-country relationship - πιστωτικό ίδρυμα — credit institution - βιομηχανική τράπεζα — finance house - ηλεκτρονική τραπεζική συναλλαγή — electronic banking - ασφάλιση εργατικών ατυχημάτων — occupational accident insurance - ανθρώπινες σχέσεις — human relations - τραπεζικός έλεγχος — banking supervision - τραπεζικά έξοδα — bank charges - πιστώσεις προϋπολογισμού — budget appropriation - γενικός προϋπολογισμός — general budget - δημόσιες σχέσεις — public relations - δημόσια οικονομικά περιφερειακής αυτοδιοίκησης — regional finances - θρησκεία — religion - χρηματοδότηση του κοινοτικού προϋπολογισμού — financing of the Community budget - συνεισφορές των κρατών μελών — Member State's contribution - υπουργικός ανασχηματισμός — cabinet reshuffle - φορολογική σύμβαση — tax convention - φορολογικός έλεγχος — tax inspection - εξόφληση — redemption - έκτακτος φόρος — special tax - αναδασμός — reparcelling - τιμολόγιο με δύο σκέλη — bracket rate - απαλλαγή από τέλη εξαγωγής — remission of export duties - τιμή μονάδος — unit price - τιμολόγιο στήριξης — support tariff - μικτή τιμή — mixed price - αντικατάσταση των εισαγωγών — import substitution - τιμές γεωργικών προϊόντων — price of agricultural produce - απολαβές από την εργασία — remuneration of work - γεωργική ασφάλιση — agricultural insurance - γεωργική απόδοση — crop yield - αγωγή του πολίτη — civics - εμπορική εκπαίδευση — commercial education - διδακτικό υλικό — teaching materials - εκπαιδευτικά προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών — teaching software - σχέσεις εκπαίδευσης-επαγγελματικής ζωής — school-working life relations - πολεοδομική ανάπλαση — urban renewal - νευροβιολογία — neurobiology - αποδοτικότητα — profitability - γυναικολογία — gynaecology - νευρολογία — neurology - παιδιατρική — paediatrics - οδοντιατρική — dental medicine - πρώτες βοήθειες — first aid - ήπια ιατρική — alternative medicine - αναδιοργάνωση της βιομηχανίας — industrial reorganisation - ακουστική — acoustics - οπτική — optics - κυβερνητική — cybernetics - πετρολογία — petrology - κατανομή των ενισχύσεων — distribution of aid - θρησκευτική αίρεση — religious sect - θεολογία — theology - καταμερισμός των φόρων — distribution of the tax burden - ενιαία αγορά — single market - γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού — geographical distribution of the population - μονογονική οικογένεια — one-parent family - υιοθετημένο τέκνο — adopted child - ασφάλιση αυτοκινήτων — motor vehicle insurance - κατανομή της παραγωγής — distribution of production - προστασία της οικογένειας — family protection - κατανομή της αγοράς — market-sharing agreement - τεχνητή γονιμοποίηση — artificial reproductive techniques - τεχνητή σπερματέγχυση — artificial insemination - γονιμοποίηση in vitro — test tube fertilisation - κατανομή του πλούτου — distribution of wealth - φέρουσα μητέρα — surrogate mother - γονική μέριμνα — parental authority - κατανομή των εδρών — allocation of seats - έννομη σχέση με τους ανιόντες — descendant - επώνυμο — surname - ευθύνη των γονέων — parental responsibility - χωρισμός με δικαστική απόφαση — judicial separation - πληθυσμιακή δυναμική — population dynamics - κατανομή του εισοδήματος — distribution of income - μετανάστης — migrant - κατανομή της εργασίας — allocation of work - πληθυσμιακή διακίνηση — migration for settlement purposes - ενισχύσεις για παλιννόστηση — repatriation grant - δημογραφική γήρανση — ageing of the population - επαγγελματική κινητικότητα — job mobility - γεωγραφική κατανομή — geographical distribution - κατανομή κατά ηλικία — distribution by age - κατανομή κατά κεφαλή — per capita distribution - τιμητική διάκριση — honour - εθελοντική προσφορά κοινωνικής εργασίας — voluntary work - εθελοντική οργάνωση — voluntary organisation - ασφάλιση ανεργίας — unemployment insurance - κατανομή ανά απασχολούμενο άτομο — distribution per employed person - παίγνια — gaming - αίθουσες παιγνίων — gaming establishment - αυτόματα παιχνίδια — automatic game - κατανομή κατά φύλο — distribution by sex - ψάρεμα — sport fishing - τουριστικές ανταλλαγές — tourist exchange - αλλοδαποί τουρίστες — foreign tourism - αγροτικός τουρισμός — rural tourism - ευρετήριο — directory - τουριστική υποδομή — tourist infrastructure - κοινωνικός προϋπολογισμός — social budget - μεταφύτευση — replanting - ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική — European social policy - καταπολέμηση της εγκληματικής συμπεριφοράς — prevention of delinquency - εγκληματικότητα — crime - άτομο με σωματική μειονεξία — physically disabled - μεταφορά πιστώσεων — carry-over of appropriations - άτομο με διανοητική μειονεξία — mentally disabled - άστεγος — homelessness - γενετήσιος ακρωτηριασμός — sexual mutilation - εβδομαδιαία ανάπαυση — weekly rest period - εμπορία ναρκωτικών — drug traffic - γενική ιατρική — general medicine - κοινωνική συνδρομή — social assistance - κοινωνικός εξοπλισμός — social facilities - δίκαιο των κοινωνικών ασφαλίσεων — social security legislation - κοινωνική εργασία — social work - κατ' οίκον βοήθεια — home help - επικουρική σύνταξη — supplementary pension - συνδικαλιστικός εκπρόσωπος — union representative - βιβλιάριο υγείας — health card - νοσήλειο — health expenditure - έξοδα εισαγωγής σε νοσοκομείο — hospital expenses - διπλωματική αντιπροσωπεία — diplomatic representation - νοσηλεία — hospitalisation - κατ' οίκον νοσηλεία — home care - δικαιώματα του ασθενούς — patient's rights - δημόσια υγιεινή — public hygiene - κοινωνική ιατρική — social medicine - ασφάλιση πιστώσεων — credit insurance - εκπροσώπηση του προσωπικού — workers' representation - ιδιωτικοί ιατροί — private medical treatment - ανέγερση αστικών οικοδομών — urban construction - έργα αστικής υποδομής — urban infrastructure - αγορά ακινήτων — property market - πολιτική εκπροσώπηση — political representation - έλεγχος ενοικίων — rent regulations - Νήσος του Μαν — Isle of Man - Καστίλλη και Λεόνη — Castile-Leon - αναλογική αντιπροσώπευση — proportional representation - Καστίλλη και Μάντσα — Castile-La Mancha - Κανταβρία — Cantabria - Βαλεαρίδες Νήσοι — Balearic Islands - Ριόχα — Rioja - Θέουτα και Μελίγια — Ceuta and Melilla - καταστολή — repression - Κοινότητα της Μαδρίτης — Community of Madrid - Κοινότητα της Βαλέντσια — Community of Valencia - Περιφέρεια της Μούρθια — Region of Murcia - Βόρεια Πορτογαλία — Northern Portugal - Κεντρική Πορτογαλία — Central Portugal - Λισσαβώνα και Κοιλάδα του Τάγου — Lisbon and the Tagus Valley - Βόρεια Αγγλία — Northern England - Βορειοδυτική Αγγλία — North-West England - Νοτιοανατολική Αγγλία — South-East England - Νοτιοδυτική Αγγλία — South-West England - οικονομική ανάκαμψη — economic recovery - Αντίγκουα και Μπαρμπούντα — Antigua and Barbuda - Ανγκουίλα — Anguilla - Άγιος Χριστόφορος και Νέβις — Saint Christopher and Nevis - αναπαραγωγή — duplicating - Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες — Saint Vincent and the Grenadines - US Virgin Islands - Μείζον Μαγκρέμπ — Great Maghreb - ζωική αναπαραγωγή — animal breeding - πολλαπλασιασμός των φυτών — plant propagation - Νήσοι Μάρσαλ — Marshall Islands - Αμερικανικές Σαμόα, Αμερικανική Σαμόα — American Samoa - ασφάλιση αναπηρίας — disability insurance - αβασίλευτη δημοκρατία — republic - πολική περιοχή — polar region - Δομινικανή Δημοκρατία — Dominican Republic - Νήσος Πίτκαιρν — Pitcairn Islands - επίταξη των εργαζομένων — requisitioning of workers - βιολογικά όπλα — biological weapon - όπλα μαζικής καταστροφής — weapon of mass destruction - στρατηγικά πυρηνικά όπλα — strategic nuclear weapon - δίκτυο πληροφόρησης — information network - ατομική βόμβα — atomic bomb - δίκτυο λογιστικής πληροφόρησης — farm accountancy data network - βαλλιστικός πύραυλος — ballistic missile - κατευθυνόμενο βλήμα — guided missile - διηπειρωτικός πύραυλος — intercontinental missile - δίκτυο μεταφορών — transport network - ναυτικές δυνάμεις — warships - σιδηροδρομικό δίκτυο — rail network - διαστημικά όπλα — space-based weapons - όπλα ακτίνων λέιζερ — laser weapon - εμπρηστικό όπλο — incendiary weapon - πυροβόλα όπλα και πυρομαχικά — firearms and munitions - πλωτό δίκτυο — network of navigable waterways - Στρατός Ξηράς — land forces - παραστρατιωτικό σώμα — paramilitary force - οδικό δίκτυο — road network - Πολεμική Αεροπορία — air force - εφεδρείες — reserve army - δυνάμεις στην αλλοδαπή — forces abroad - Πολεμικό Ναυτικό — navy - αποθεματικά — reserves - θητεία γυναικών — women's military service - εθελοντική θητεία — voluntary military service - λογιστικό αποθεματικό — provision - αμυντικές δαπάνες — defence expenditure - στρατηγική άμυνα — strategic defence - συναλλαγματικό απόθεμα — foreign-exchange reserves - διεθνής ασφάλεια — international security - πολιτική εξοπλισμών — arms policy - ευρωπαϊκή πολιτική εξοπλισμών — European arms policy - ευρωπαϊκή ασφάλεια — European security - μη διάδοση των πυρηνικών όπλων — nuclear non-proliferation - περιορισμός των εξοπλισμών — arms limitation - αποπυρηνικοποίηση — creation of nuclear-free zones - περιοχή προστασίας της φύσης — nature reserve - τυποποίηση οπλικών συστημάτων — harmonisation of weapons - κατοικία — residence - διεθνής συμφωνία — international agreement - διμερής συμφωνία — bilateral agreement - πολυμερής συμφωνία — multilateral agreement - δευτερεύουσα κατοικία — secondary residence - διεθνείς διαπραγματεύσεις — international negotiations - υπογραφή συμφωνίας — signature of an agreement - διεθνή έγγραφα — international instrument - διεθνής σύμβαση — international convention - υπολείμματα παρασιτοκτόνων — pesticide residue - ψήφισμα — resolution - υπολείμματα πρίσεως — wood residue - ευρωπαϊκή σύμβαση — European convention - διεθνές σύμφωνο ΟΗΕ — UN international covenant - διεθνής πολιτική — international affairs - καταγγελία συμβάσεως — termination of a contract - διεθνή ζητήματα — international issue - ασφάλιση ζημιών — indemnity insurance - ρητίνη — resin - διαγερμανικές σχέσεις — relations between the two German States - επίσημη επίσκεψη — official visit - διεθνής βοήθεια — international aid - κώδικας δεοντολογίας — code of conduct - διεθνείς κυρώσεις — international sanctions - κοινοτικό ψήφισμα — Community resolution - θρησκευτική ομάδα — religious group - κοινωνικοπολιτισμικές ομάδες — socio-cultural group - επισιτιστική ανεξαρτησία — self-sufficiency in food - πολιτική συνεργασίας — cooperation policy - ψήφισμα ΟΗΕ — UN resolution - νομική συνεργασία — legal cooperation - στρατιωτική κατοχή — military occupation - ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου — EP resolution - κατεχόμενα εδάφη — occupied territory - πολυεθνική στρατιωτική δύναμη — multinational force - ευθύνη — liability - αιχμάλωτος πολέμου — prisoner of war - Αρμενικό ζήτημα — Armenian question - Κουρδικό ζήτημα — Kurdistan question - Παλαιστινιακό ζήτημα — Palestinian question - ένωση της Γερμανίας — unification of Germany - διεθνής ευθύνη — international responsibility - ΔΑΕ — CDE - ευρωπαϊκοί πύραυλοι — Euro-missile - έλεγχος των εξοπλισμών — arms control - ευθύνη υπουργών — ministerial responsibility - Συμφωνία START — START agreement - Συμφωνία Περιορισμού Αντιβαλλιστικών Πυραύλων — ABM Agreement - ζώνη ειρήνης — peace zone - ιατροφαρμακευτική περίθαλψη — health insurance - ποινική ευθύνη — criminal liability - ΟΑΣΕ — OSCE - μακροχρόνια ανεργία — long-term unemployment - επαγγελματική επανένταξη — reintegration into working life - πολιτική ευθύνη — political responsibility - καταπολέμηση της ανεργίας — fight against unemployment - προγραμματισμός του εργατικού δυναμικού — manpower planning - επιμερισμός θέσης εργασίας — job sharing - υπήκοος — national - λύση της σχέσεως εργασίας — termination of employment - μετατροπή της φύσης της απασχόλησης — change of job - τοπικές πρωτοβουλίες απασχόλησης — local employment initiative - μη αμειβόμενη εργασία — unpaid work - υπήκοος κράτους μέλους των ΕΚ — Community national - έκτακτη εργασία — temporary employment - ζωικοί πόροι — animal resources - εργασία των νέων — youth employment - εργασία των γυναικών — female work - θαλάσσιοι πόροι — resources of the sea - επαγγελματική επανειδίκευση — updating of skills - οικονομικοί πόροι — economic resources - περίοδος άσκησης — traineeship - υδάτινοι πόροι — water resources - εδαφικοί πόροι — soil resources - στατιστικές απασχόλησης — employment statistics - ενεργειακοί πόροι — energy resources - βοηθητικός εργαζόμενος — auxiliary worker - εκπατριζόμενος εργαζόμενος — expatriate worker - ναυτασφάλιση — marine insurance - επιχειρηματίας — entrepreneur - διευθυντής επιχείρησης — managing director - αλιευτικοί πόροι — fishery resources - ανεξάρτητος επαγγελματίας — self-employed person - ορυκτός πλούτος — mineral resources - αργία — public holiday - εργασία την Κυριακή — Sunday working - φυσικοί πόροι — natural resources - ρυθμός της εργασίας — rate of work - ανανεώσιμοι πόροι — renewable resources - εργασία εξ αποστάσεως — teleworking - πάγωμα των μισθών — pay freeze - πρόσθετοι πόροι — additional resources - μισθολογική μείωση — pay cut - πρόσθετες απολαβές — fringe benefit - αποζημίωση και απόδοση εξόδων — allowances and expenses - πόροι του προϋπολογισμού — budgetary resources - διορισμοί προσωπικού — appointment of staff - ίδιοι πόροι — own resources - εσωτερικός κανονισμός — rules of procedure - περίοδος δοκιμασίας — probationary period - συλλογική εστίαση — catering - συνδικαλιστικά δικαιώματα — trade union rights - συνδικαλιστικές ελευθερίες — trade union freedom - επαγγελματική δεοντολογία — professional ethics - υποχρεωτική ασφάλιση — compulsory insurance - επιστροφή κατά την εξαγωγή — export refund - παροχή οικονομικών κινήτρων στους εργαζομένους — profit sharing - επιστροφή κατά την εισαγωγή — import refund - συνδικαλιστικές εκλογές — trade union election - κοινωνικοί εταίροι — social partners - δημοσιοϋπαλληλικό σωματείο — union of civil servants - επαγγελματικός σύνδεσμος — professional association - συνδικάτο — trade union - επιστροφή στην παραγωγή — production refund - περιορισμοί στις εξαγωγές — export restriction - διπλωματικός κλάδος — diplomatic profession - περιορισμοί στις εισαγωγές — import restriction - επαγγελματικοί κλάδοι του τομέα της επικοινωνίας — communications profession - περιορισμός του ανταγωνισμού — restriction on competition - διοικητικός κλάδος — administrative personnel - προσωπικό γραμματείας — secretarial staff - περιορισμοί στο εμπόριο — trade restriction - επαγγελματικός κλάδος της πληροφόρησης — information profession - επιστήμονες — scientific profession - τεχνικά επαγγέλματα — technical profession - περιορισμός ελευθερίας — restriction of liberty - πολιτικός, πολιτικός άνδρας — pol, political leader, politician, politico - ασφαλιστικός κλάδος — insurance occupation - ποσοτικός περιορισμός — quantitative restriction - μικρό κατάστημα — small retailer - οδοντίατρος — dentist - ιατρός — doctor - κτηνίατρος — veterinarian - φαρμακοποιός — pharmacist - μαία — midwife - καλλιτεχνικά επαγγέλματα — artistic profession - ιδιωτική ασφάλιση — private insurance - αναδιάρθρωση της βιομηχανίας — industrial restructuring - λογοτέχνης — literary profession - αποτέλεσμα εκμετάλλευσης — operating result - προσωπικό πωλήσεων — sales staff - εμπορικός αντιπρόσωπος — sales representative - αποτέλεσμα της γεωργικής εκμετάλλευσης — agricultural performance - σχολική επίδοση — school results - επαγγελματικοί κλάδοι του τομέα της πληροφορικής — information technology profession - τουριστικά επαγγέλματα — tourist profession - ξενοδοχειακά επαγγέλματα — hotel profession - βοηθητικά επαγγέλματα — service occupation - επαναφορά των δασμών — restoration of customs duties - τραπεζικοί υπάλληλοι — banking profession - επαγγελματικός αθλητισμός — professional sport - διαμετακόμιση — transit - καθυστέρηση στα μαθήματα — backwardness at school - ευρωπαϊκός βιομηχανικός χώρος — European industrial area - κοινοτική βιομηχανική πολιτική — Community industrial policy - απόσυρση από την αγορά — withdrawal from the market - βιοτεχνία — handicrafts - μικρή βιομηχανία — small industry - ημιελαφρά βιομηχανία — medium-sized industry - μικρομεσαία βιομηχανία — small and medium industries - συνταξιούχος — retired person - εγκατάσταση βιομηχανιών — location of industry - βιομηχανική ελεύθερη ζώνη — industrial free zone - πρόωρη συνταξιοδότηση — early retirement - τεχνολογικό πάρκο — technology park - πλεόνασμα παραγωγής — production surplus - μεταφορά και διακίνηση φορτίων — handling - δημόσια ασφάλιση — public insurance - επανεπεξεργασία καυσίμου — fuel reprocessing - βιομηχανική κατασκευή — industrial manufacturing - ποσοστώσεις παραγωγής — production quota - στατιστικές παραγωγής — production statistics - ευθύνη του παραγωγού — producer's liability - νέες τεχνολογίες — new technology - σύνοδος κορυφής — summit meeting - καθαρές τεχνολογίες — clean technology - παραδοσιακές τεχνολογίες — traditional technology - τεχνολογικές διεργασίες — technological process - τεχνικός κανονισμός — technical regulations - διάρκεια ζωής του προϊόντος — product life - ελαττωματικό προϊόν — defective product - υπουργική συνάντηση — ministerial meeting - τεχνική προδιαγραφή — technical specification - ευρωπαϊκό πρότυπο — European standard - διεθνές πρότυπο — international standard - εναρμόνιση προτύπων — harmonisation of standards - τεχνικός κανόνας — technical rule - διεθνής σύνοδος — international meeting - τεχνολογία ανακύκλωσης — recycling technology - προϋπολογισμός για την έρευνα — research budget - μισθολογική αύξηση — pay rise - Eureka — Eureka - ερευνητικό προσωπικό — research staff - κοινοτική πολιτική έρευνας — Community research policy - σχέσεις επιστήμης-βιομηχανίας — industry-research relations - μεταπωλητής — dealer - εισόδημα — income - οργανισμός έρευνας — research body - εμπορικό σήμα — brand name - σήμα κατατεθέν — registered trademark - σχέδια και υποδείγματα — designs and models - πρόσθετο εισόδημα — supplementary income - δίκαιο σημάτων — trademark law - ευρωπαϊκό σήμα — European trademark - πειράματα σε ζώα — experiment on animals - πειράματα στον άνθρωπο — experiment on humans - έρευνα στην επιχείρηση — company research - βασική έρευνα — basic research - έρευνα για στρατιωτικούς σκοπούς — military research - πανεπιστημιακή έρευνα — university research - ασφάλεια αστικής ευθύνης — third-party insurance - εισόδημα επένδυσης — investment income - ομάδα των 77 — Group of 77 - ομάδα του Συμφώνου Κονταδόρα — Contadora Group - μη αυτόνομο έδαφος — dependent territory - κίνηση καταναλωτών — consumer movement - εισόδημα γεωργού — farmers' income - αποζημίωση γραμματείας — secretarial allowance - μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων — transport of dangerous goods - πρόσοδος γεωργικής εκμετάλλευσης — farm income - παιδαγωγική μέθοδος — teaching method - εισόδημα των νοικοκυριών — household income - φορολογητέο εισόδημα — taxable income - εθνικό εισόδημα — national income - υποθαλάσσιος ορυκτός πλούτος — underwater mineral resources - εισόδημα από μη μισθωτές υπηρεσίες — income in addition to normal pay - υλικά προηγμένης τεχνολογίας — advanced materials - επίστρωση δαπέδου — floor coverings - υπεραγώγιμα κράματα — superconducting alloy - σύνθετα υλικά — composite materials - κεραμικά υλικά — technical ceramics - ειδικά πολυμερή — special polymer - άμορφα υλικά — amorphous materials - σωματίδια υπέρλεπτου διαχωρισμού — ultra-fine particle - βιοϋλικά — biomaterials - κράματα μνημών — shape-memory alloy - αναθεώρηση του συντάγματος — constitutional revision - συμφωνία ADN — ADN agreement - περιφερειακή μονάδα — peripheral - διακοπές κατά τμήματα — staggering of holidays - αναθεώρηση νόμου — amendment of a law - μικροϋπολογιστής — micro-computer - τουριστική πολιτική — tourism policy - ασφάλιση μεταφορών — transport insurance - βιομηχανική επανάσταση — industrial revolution - ΒΙΤ — International Labour Office - Ecosoc — Ecosoc - UNHCR — UNHCR, United Nations High Commission for Refugees - Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία — North Rhine-Westphalia - ΒΕΕ — EEB - Ρηνανία-Παλατινάτο — Rhineland-Palatinate - Ροδανός-Άλπεις — Rhône-Alpes - EAES — EAES - ΑΕΕΝ — ENEA - Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας — European Foundation for the Improvement of Living and Working Conditions - Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Φλωρεντίας — European University Institute of Florence - Ρίμπε — Ribe - UER — EBU - πλούτος — wealth - ΟΝΕΔΑ — WAEMU - ασφάλεια ζωής — life assurance - ρίκινο — castor bean - ADC — ADC - Ρινγκκαίμπινγκ — Ringkoebing - MCAC — CACM - κάλυψη κινδύνου — insured risk - CAD — DAC - κίνδυνος για την υγεία — health risk - πολιτική πυρηνικής ενέργειας — nuclear policy - ρύζι — rice - πετρελαϊκή πολιτική — petroleum policy - αποθήκευση υδρογονανθράκων — storage of hydrocarbons - οριστική παύση λειτουργίας σταθμού — decommissioning of power stations - ενέργεια γεωργικής προέλευσης — agro-energy - ενεργειακός τομέας — energy industry - καύσιμο μίγμα βενζίνης-αλκοόλης — gasohol - καύσιμα αλκοόλης — motor spirit - ρομποτική — robotics - ενεργειακό προϊόν — energy-generating product - βιομηχανία εξόρυξης άνθρακα — coal industry - αυτοματοποίηση της παραγωγής — robotisation - πολιτική για τον άνθρακα — coalmining policy - κατεργασία του άνθρακα — coal processing - κοίτασμα ορυκτού — ore deposit - κοινωνικός ρόλος — social role - εξορυκτική επιχείρηση — mining operation - μεταλλευτική παραγωγή — mining production - ασφάλεια γήρατος — pension scheme - Ροσκίλντε — Roskilde - μεταλλευτική εκμετάλλευση — mining of ore - μεταλλικό ορυκτό — metallic ore - βωξίτης — bauxite - ασφαλτούχα υλικά — bituminous materials - ορυκτά και πετρώματα — earths and stones - άλατα — salt - τριβείς — bearing - φωσφορικά άλατα — phosphate - ποτάσσα — potash - Ρουμανία — Romania, Roumania, Rumania - έρευνα πετρελαίων — petroleum exploration - άντληση πετρελαίου — extraction of oil - εγκαταστάσεις ανοικτής θάλασσας — offshore structure - παραγωγή πετρελαίου — petroleum production - βουτάνιο — butane - αλκάνιο, παραφίνη — alkane, alkane series, methane series, paraffin, paraffin series - αργό πετρέλαιο — crude oil - βενζίνη — petrol - ντίζελ — diesel fuel - πετρέλαιο εξωτερικής καύσεως — fuel oil - Ηνωμένο Βασίλειο — United Kingdom - προπάνιο — propane gas - καύσιμο αεροπλάνων — aviation fuel - αμόλυβδη βενζίνη — lead-free petrol - ΥΧΕ του Ηνωμένου Βασιλείου — United Kingdom OCT - πετρέλαιο μηχανών — offshore oil - περιφέρειες του Ηνωμένου Βασιλείου — regions of the United Kingdom - σταθμός παραγωγής ενέργειας — power plant - ηλεκτροπαραγωγή — electrical industry - Ρουάντα — Rwanda - εγκατάσταση σταθμού ηλεκτροπαραγωγής — siting of power stations - υδροηλεκτρικά έργα — hydroelectric development - Σάμπα — Saba - ψύξη του αντιδραστήρα — reactor cooling system - πυρηνική χημεία — nuclear chemistry - αστρονομία — astronomy - Σαμπάχ — Sabah - ακτινοβολημένο καύσιμο — irradiated fuel - σακχαρόζη — sucrose - βιολογικές διεργασίες — bioprocess - βιολογική βιομηχανία — bio-industry - βιοτεχνολογία — biotechnology - βιομηχανία βοηθητικών χημικών υλών — special chemicals - Δυτική Σαχάρα — Western Sahara - μη πλατέα προϊόντα — non-flat product - πλατέα προϊόντα — flat product - φύλλο — sheet - μορφοχάλυβες — section - Σαχέλ — Sahel - λεπτό στρώμα — thin sheet - τετηγμένο χοίρειο λίπος — lard - βασική χημική βιομηχανία — raw chemical industry - χημικό στοιχείο — chemical element, element - χημική ένωση — chemical compound, compound - χρώματα και βερνίκια — paints and varnishes - Άγιος Ευστάθιος — Saint Eustatius - φάρμακα — medicament - Άγιος Μαρίνος — San Marino - ορμόνες — hormone - Άγιος Μαρτίνος — Saint Martin - οργανικό χημικό προϊόν — organic chemical - βιομηχανία φυτοφαρμάκων — pesticides industry - μεταλλουργική βιομηχανία — metallurgical industry - διεπιχειρησιακή συμφωνία — inter-company agreement - Πριγκιπάτο Αστουριών — Principality of Asturias - Άγιος Πέτρος και Μικελόν — Saint Pierre and Miquelon - προϊόντα χαλυβουργίας — iron and steel product - κοχλιοποιία-βλητροποιία — bolt and screw industry - λευκοσιδηρουργία-μαχαιροποιία — tinplate and cutlery industry - μεταλλικά είδη οικιακής χρήσεως — ironmongery - σφυρήλατα αντικείμενα — iron product - επίστρωση μετάλλων — metal coating - Αγία Ελένη — Saint Helena - μηχανήματα χαλυβουργίας — iron and steel-working machinery - ειδικοί χάλυβες — special steels - Αγία Λουκία — Saint Lucia - αντιμόνιο — antimony - βηρύλλιο — beryllium - κάδμιο — cadmium - κράματα σιδήρου — ferro-alloy - ταντάλιο — tantalum - κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων — seizure of goods - βιομηχανία ποδηλάτων και μοτοσυκλετών — cycle and motorcycle industry - εργαλείο — tool industry - επιστημονική συσκευή — scientific apparatus - μισθός — pay - ιατρικός εξοπλισμός — medical and surgical instruments - αμοιβή επί τη αποδόσει — piece work pay - ψυκτική εγκατάσταση — cold store - ωρομίσθιο — hourly wage - βιομηχανικά ρομπότ — industrial robot - μισθός οικοκυράς — wages for housework - κατώτατος μισθός — minimum pay - αντλία — pump - IATA — IATA - μισθωτός — wage earner - οπτικοακουστικό μέσο — audio-visual equipment - μηχάνημα αναπαραγωγής ήχου — sound reproduction equipment - Νήσοι Σολομώντος — Solomon Islands - Ανεξάρτητο κράτος των Σαμόα — Independent State of Samoa, Samoa, Samoa i Sisifo, Western Samoa - ηλεκτρικό καλώδιο — electric cable - τηλεπικοινωνιακό υλικό — telecommunications equipment - οικιακή ηλεκτρική συσκευή — household electrical appliance - διοικητική κύρωση — administrative penalty - βιομηχανικό ηλεκτρικό μηχάνημα — industrial electric machinery - ηλεκτρική μηχανή — electric machinery - ηλεκτρομαγνητικό υλικό — electro-magnetic equipment - κοινοτικές κυρώσεις — Community sanction - βιντεοδίσκος — video disc - βιντεοκασέτα — video cassette - μέσο εγγραφής — recording medium - οικονομικές κυρώσεις — economic sanctions - δίσκος — record - οπτικό μέσο — optical medium - προεγγεγραμμένο μέσο εγγραφής — recording - συσκευή ακτινοβολιών — apparatus based on the use of rays - ασύρματη τηλεπικοινωνία — radio telecommunications - μικροηλεκτρονική — microelectronics - ποινική κύρωση — penalty - οικοδομικός τομέας — building industry - προκατασκευές — prefabrication - οικοδομικές πλάκες — building slab - μεγάλα δημόσια έργα — large-scale construction - χαρτόνι — paperboard - συγκολλητό ξύλο — bonded wood - δημόσια υγεία — public health - βιομηχανία δερμάτινων ειδών — fancy leather goods and glove-making industry - γουνοποιία — hides and furskins industry - Σάο Τομέ και Πρίνσιπε — São Tomé and Príncipe - Σαραουάκ — Sarawak - ψιλικά — haberdashery - Σαρδηνία — Sardinia - ύφασμα από συνθετικά νήματα — man-made fibre - ύφασμα από φυσικά νήματα — natural fibre - επί μέρους βιομηχανικοί κλάδοι — miscellaneous industries - ΕΠΕ — private limited company - χρυσοχοΐα-αργυροχοΐα — jewellery and goldsmith's articles - φαγόπυρο — buckwheat - κοινωνικά δικαιώματα — social rights - πολιτικά δικαιώματα — political rights - οικονομικά δικαιώματα — economic rights - χάρτης των δικαιωμάτων του ανθρώπου — charter on human rights - Σάαρ — Saarland - αθεϊσμός — atheism - δορυφόρος — satellite - ελευθερία κυκλοφορίας — freedom of movement - ικανοποίηση από την εργασία — job satisfaction - αγώνας κατά των διακρίσεων — anti-discriminatory measure - τεχνογνωσία — know-how - διακρίσεις εθνότητας — ethnic discrimination - σεξουαλική ελευθερία — sexual freedom - ξενοφοβία — xenophobia - ισότητα των φύλων — equality between men and women - ελευθερία εκπαίδευσης — academic freedom - δικαίωμα ανάπτυξης — right to development - δικαιώματα του παιδιού — children's rights - βάναυση και εξευτελιστική μεταχείριση — cruel and degrading treatment - Σλέσβιχ-Χολστάιν — Schleswig-Holstein - προστασία του παιδιού — child protection - έγκλημα κατά της ανθρωπότητας — crime against humanity - αναδρομικότητα του νόμου — retroactivity of a law - συγκριτικό δίκαιο — comparative law - διοικητική επιστήμη — administrative science - νομοθεσία τοπικής αυτοδιοίκησης — local legislation - επιστήμη των πληροφοριών — information science - αστική ευθύνη — civil liability - συμβατική ευθύνη — contractual liability - επιστήμη της συμπεριφοράς — behavioural sciences - ιδιοκτησία — ownership - άτλας — atlas - εδαφολογία — soil science - ιδιωτικοποίηση — privatisation - οικονομική επιστήμη — economics - κληρονομιά — inheritance - νομική επιστήμη — legal science - κληρονομικό δικαίωμα — law of succession - χρονομεριστική ιδιοκτησία — time-sharing - δουλείες — easement - άσκηση των δικαιωμάτων — enjoyment of rights - νόμιμη κατοικία — legal domicile - βιολογικές επιστήμες — life sciences - φερεγγυότητα — financial solvency - έγκλημα κατά προσώπων — crime against individuals - έγκλημα κατά της ιδιοκτησίας — crime against property - παράνομη κατακράτηση προσώπων — illegal restraint - φυσικές επιστήμες — physical sciences - πολιτική επιστήμη — political science - τελωνειακή παράβαση — customs fraud - εφαρμοσμένες επιστήμες — applied sciences - δυσφήμηση — defamation - φορολογικό έγκλημα — tax offence - γεωλογικές επιστήμες — earth sciences - φυλάκιση — imprisonment - σωφρονιστικό δίκαιο — law relating to prisons - κρατούμενος — prisoner - κοινωνικές επιστήμες — social sciences - υποκατάστατο της ποινής — alternative sentence - ελευθερία υπό όρους — conditional discharge - δήμευση — confiscation of property - μείωση ποινής — reduction of sentence - μεταγωγή κρατουμένων — transfer of prisoners - καθεστώς των φυλακών — prison system - διοίκηση σωφρονιστικών καταστημάτων — prison administration - πολιτική διάσπαση — political split - παραγραφή της αξιώσεως — limitation of legal proceedings - συνεδρίαση του δικαστηρίου — legal hearing - ατμόσφαιρα — atmosphere - παροχή παιδείας — schooling - ευεργέτημα πενίας — legal aid - σύλληψη — arrest - διεξαγωγή αποδείξεων — judicial inquiry - κατ' οίκον έρευνα — search - προσωρινή κράτηση — detention before trial - δικαιώματα της υπεράσπισης — rights of the defence - ψηφοφορία σε δύο γύρους — double-ballot voting system - ψηφοφορία σε ένα γύρο — single-ballot system - σύστημα ψήφισης συνδυασμών — list voting system - αγωγή αποζημίωσης ΕΚ — EC action to establish liability - προσφυγή υπαλλήλου κατά της διοίκησης — action by staff - προδικαστική παραπομπή ΕΚ — reference to the EC Court of Justice for a preliminary ruling - πλειοψηφικό σύστημα — majority voting system - σύστημα μονοεδρικών εκλογικών περιφερειών — uninominal voting system - εμποροδικείο — commercial court - κοινοβουλευτική συνεδρίαση — parliamentary sitting - διαιτητικό δικαστήριο — court of arbitration - διεθνές δικαστήριο — international court - φορολογικό δικαστήριο — fiscal court - ξηρασία — drought - νομικός σύμβουλος — legal adviser - ορκωτός δικαστής — lay magistrate - θαλάσσιες εκτάσεις — maritime area - προσβολή της ασφάλειας του κράτους — threat to national security - τραπεζικό απόρρητο — banking secrecy - θαλάσσια επιτήρηση — maritime surveillance - ελευθερία των θαλασσών — freedom of the seas - βιομηχανικό απόρρητο — industrial secret - διάστημα — extra-atmospheric space - κυριότητα στο διάστημα — space property right - επαγγελματικό απόρρητο — professional secret - χρήση του διαστήματος — use of outer space - Γραμματεία του ΟΗΕ — UN Secretariat - αλλοδαπός — foreign national - δικαίωμα παραμονής — residence permit - είσοδος αλλοδαπών — admission of aliens - οικονομικός τομέας — economic sector - μικτός γάμος — mixed marriage - πρωτογενής τομέας — primary sector - διεθνές δίκαιο-εσωτερικό δίκαιο — international law - national law - διεθνές οικονομικό δίκαιο — international economic law - διοικητική ευθύνη — administrative responsibility - Δημόσιο Οικονομικό Δίκαιο — public economic law - τεταρτογενής τομέας — quaternary sector - απόφαση ΕΚ — EC Decision - οδηγία ΕΚ — EC Directive - δευτερογενής τομέας — secondary sector - κοινοτική έννομη τάξη — Community legal system - παράγωγο δίκαιο — secondary legislation - οδηγία ΕΚΑΕ — EAEC Directive - σύσταση ΕΚ — EC recommendation - τριτογενής τομέας — tertiary sector - κανονισμός ΕΚ — EC Regulation - κανονισμός εφαρμογής — implementing Regulation - γνώμη της ΕΚΑΕ — EAEC opinion - ασφάλεια εφοδιασμού — security of supply - γνώμη της ΕΚΑΧ — ECSC opinion - γνώμη του Δικαστηρίου ΕΚ — opinion of the EC Court of Justice - εναρμόνιση κοινωνικών ασφαλίσεων — social-security harmonisation - ασφάλεια της απασχόλησης — job security - εξωτερική αρμοδιότητα ΕΚ — EC external competence - πρωτόκολλο ΕΚ — EC Protocol - Συνθήκη Συγχωνεύσεως — Merger Treaty - ασφάλεια των μεταφορών — transport safety - Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη — Single European Act - συνθήκη προσχωρήσεως ΕΚ — EC Accession Treaty - ασφάλεια του προϊόντος — product safety - κοινή επιχείρηση ΕΚΑΕ — EAEC Joint Undertaking - Επιτροπή ΕΚ — EC Commission - ασφάλεια στην εργασία — occupational safety - σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης — EU relations - Συμβούλιο Υπουργών ΑΚΕ-ΕΚ — ACP-EC Council of Ministers - πυρηνική ασφάλεια — nuclear safety - Μέλος του Δικαστηρίου ΕΚ — member of the EC Court of Justice - Μέλος της Επιτροπής — European Commissioner - δημόσια ασφάλεια — public safety - AEC — EAC - οδική ασφάλεια — road safety - συμφωνία συνδέσεως ΕΚ — EC association agreement - σύμβαση ΑΚΕ-ΕΚ — ACP-EC Convention - κοινωνική ασφάλιση — social security - Επιτροπή Πρέσβεων ΑΚΕ-ΕΚ — ACP-EC Committee of Ambassadors - Ισομερής Επιτροπή ΑΚΕ-ΕΚ — ACP-EC Joint Committee - Σύμβαση Λομέ ΙΙΙ — third Lomé Convention - EURES — EURES - ΕΤΑ — EDF - ΕΚΤ — ESF - διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης — enlargement of the Union - χορήγηση κατοικίας — housing allocation - σίκαλη — rye - Ευρωπαϊκή Ένωση — European Union - ιστορία της Ευρώπης — history of Europe - χημικό άλας — chemical salt - ιδιότητα μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης — European Union membership - SELA — LAES - κοινή θέση — joint position - κοινή δράση — joint action - Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση — Treaty on European Union - χώρες του SELA — LAES countries - ευρωπαϊκή πολιτική συνεργασία — European political cooperation - διαγωνισμοί ΕΚ — EC competition - επιλογή μαθητών — selection of pupils - συμπληρωματικός μηχανισμός — supplementary trade mechanism - πρόληψη των κινδύνων — risk prevention - φυσικοί κίνδυνοι — natural hazard - βιομηχανικός κίνδυνος — industrial hazard - οικονομικός φιλελευθερισμός — economic liberalism - δασμός — customs duties - τελωνειακός έλεγχος — customs inspection - δασμοί ΚΔ — CCT duties - σπόρος για σπορά — seed - μέτρα και σταθμά — weights and measures - προϊόν σε κονσέρβα — preserved product - ημιμέταλλα — semi-metal - ακτινοβόληση — irradiation - κατώτατο εισόδημα επιβίωσης — subsistence level income - προσωπικό όπλο — personal weapon - σιμιγδάλι — meal - χορηγία για καλλιτεχνικές και πνευματικές εκδηλώσεις — patronage - διαγωνισμός δημοσίου — administrative competition - δημόσια ακρόαση — public hearing - Σενεγάλη — Senegal - διάκριση εξουσιών — separation of powers - ψυχανάλυση — psychoanalysis - σηροτροφία — sericulture - αναπαραστατικές τέχνες — visual arts - πολιτιστικός πλουραλισμός — cultural pluralism - έθιμα και παραδόσεις — customs and traditions - υπηρεσία — service - αρχιτεκτονική κληρονομιά — architectural heritage - εκκλησία — church - ύμνος — anthem - σημαία — flag - υπηρεσία εξυπηρέτησης πελατών μετά την πώληση — after-sales service - λογοτεχνική και καλλιτεχνική ιδιοκτησία — literary and artistic property - πολιτική θητεία — alternative service - αεροδυναμική — aerodynamics - θερμοδυναμική — thermodynamics - φυσική πλάσματος — plasma physics - φυσική των λέιζερ — laser physics - γενετική μηχανική — genetic engineering - ζωγραφική — painting - υπηρεσία απασχόλησης — employment service - υφ' όρον απόλυση — release on licence - αύξηση κεφαλαίου — capital increase - υγειονομική υπηρεσία — health service - κατάσταση της γεωργίας — agricultural situation - χρηματοοικονομικές υπηρεσίες των ταχυδρομείων — post office financial services - έκδοση νόμου — promulgation of a law - οικονομικά συμφέροντα των μελών — financial interests of members - αραβοαφρικανική συνεργασία — Arab-African cooperation - δωρεάν υπηρεσία — free service - ευρωαραβική συνεργασία — Euro-Arab cooperation - αντιπροσωπεία της Επιτροπής — Commission Delegation - κοινοτικός έλεγχος — Community control - αρχή της προσθετικότητας — principle of additionality - στρατιωτική θητεία — national service - απομακρυσμένη περιοχή — peripheral region - νησιωτική περιοχή — island region - μάλλον ευνοούμενο κράτος — most-favoured nation - επί πληρωμή υπηρεσία — payable service - προσαρτημένος προϋπολογισμός — subsidiary budget - ταχυδρομική υπηρεσία — postal service - πολύγλωσσο λεξικό — multilingual dictionary - λεξικό συντομογραφιών — dictionary of abbreviations - δημόσια υπηρεσία — public service - εγκυκλοπαίδεια — encyclopaedia - θησαυρός — thesaurus - περιοδική επιθεώρηση — periodical publication - μυστική υπηρεσία — secret service - οικιακά απόβλητα — domestic waste - μονοκαλλιέργεια — single-crop farming - κοινωνική υπηρεσία — social services - εφημερίδα — newspaper - σουσάμι — sesame - αύξηση των τιμών — price increase - βουλευτική σύνοδος — parliamentary session - Σεϋχέλλες — Seychelles - IFC — IFC - πανεπιστήμιο — university - μεταφορά ζώων — transport of animals - σύλλογοι και μαζικοί φορείς — associative movement - Σάρτζα — Sharjah - Σικελία — Sicily - σταθμεύουσες δυνάμεις — stationing of forces - βουλευτική έδρα — parliamentary seat - έδρα της εταιρίας, κεντρικά γραφεία — central office, head office, headquarters, home base, home office, main office - κενή έδρα — vacant seat - Αυστραλία — Australia - Σιέρρα Λεόνε — Sierra Leone - σήμανση — traffic signs - τροφές οικιακών ζώων συντροφιάς — pet food - Σιγκαπούρη — Singapore - όξινη βροχή — acid rain - δυστύχημα — insurance claim - πολεοδόμος — town-planning profession - μέσα τεκμηρίωσης — documentary tool - μη υφασμένο ύφασμα — non-woven fabric - σιρόπι — syrup - Νήσοι Αιγαίου Πελάγους — Aegean Islands - Κανάριοι Νήσοι — Canary Islands - σιζάλ — sisal - προεδρείο του ΕΚ — Bureau of the EP - Πρόεδρος — President - σεισμολογία — seismology - Αντιπρόεδρος — Vice-President - Γενικός Γραμματέας — Secretary General - θεσμικά θέματα — institutional activity - έδρα θεσμικού οργάνου — seat of Community institution - θεσμική μεταρρύθμιση — institutional reform - αρμοδιότητες των οργάνων — competence of the institution - κατάσταση ΕΚ — EC situation - οικογενειακή κατάσταση — marital status - πολιτική του διαστήματος — space policy - αυτάρκεια εφοδιασμού — self-supply - χρηματοοικονομική κατάσταση — financial situation - σοσιαλισμός — socialism - εταιρία — organisation - ανώνυμη εταιρία — public limited company - αστική εταιρία — civil-law association - αστική επαγγελματική εταιρία — professional partnership - εμπορική εταιρία — firm governed by commercial law - εταιρία μικτής οικονομίας — mixed-ownership company - εταιρία επενδύσεων — investment company - κεφαλαιουχική εταιρία — company with share capital - λεωφορείο — bus - καταναλωτική κοινωνία — consumer society - προσωπική εταιρία — partnership - ετερόρρυθμη εταιρία — limited partnership - συμμετοχική εταιρία — undisclosed partnership - ευρωπαϊκή εταιρία — European company - μητρική εταιρία — parent company - σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα — non-profit organisation - κοινωνιολογία — sociology - Νότια Γιουτλάνδη — South Jutland - μετάξι — silk - ιδιοκατανάλωση — own consumption - περίθαλψη αναπήρων — care of the disabled - σόγια — soya bean - διαλύτης — solvent - Σομαλία — Somalia - στατιστική δειγματολειπτική έρευνα — sample survey - δημοσκόπηση — opinion poll - σόργο — sorghum - αυτοδιάθεση — self-determination - Σουδάν — Sudan - θείον — sulphur - υποβολή προσφορών — tendering - πηγή πληροφοριών — source of information - προέλευση της βοήθειας — source of aid - πηγή δικαίου — source of law - υπανάπτυξη — underdevelopment - υποπροϊόν — by-product - γεωργικό υποπροϊόν — agricultural by-product - αυτοχρηματοδότηση — self-financing - υποπροϊόν του γάλακτος — milk by-product - υποπροϊόν μεταλλουργίας — metal by-product - υποπρολεταριάτο — sub-proletariat - υποσιτισμός — undernourishment - χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού — underpopulation - υπεργολαβία — sub-contracting - αυτοδιαχείριση — self-management - προστάτης οικογενείας — breadwinner - στήριξη των τιμών — price support - στήριξη των γεωργικών τιμών — farm price support - νομισματική στήριξη — monetary support - εθνική κυριαρχία — national sovereignty - εξειδίκευση της παραγωγής — product specialisation - εξειδίκευση των συναλλαγών — specialisation of trade - ταξινόμηση στον προϋπολογισμό — budgetary specification - αυτοπεριορισμός — voluntary restraint - οικοδομική κερδοσκοπία — building speculation - Σποράδες — Sporades - αθλητισμός — sport - Σρι Λάνκα — Sri Lanka - Stabex — Stabex - σταθερότητα των τιμών — price stability - σταθεροποίηση των εισοδημάτων — income stabilisation - οικονομική σταθεροποίηση — economic stabilisation - ενσταυλισμός — indoor livestock farming - διεπαγγελματική συμφωνία — inter-professional agreement - αυτοματοποίηση — automation - οικονομική στασιμότητα — economic stagnation - πειραματικός σταθμός — experimental farm - στατιστική — statistics - γεωργικές στατιστικές — agricultural statistics - κοινοτικές στατιστικές — Community statistics - δημογραφικές στατιστικές — population statistics - στατιστικές αλιείας — fishing statistics - αυτοκίνητο — motor car - οικονομική στατιστική — economic statistics - χρηματοπιστωτικές στατιστικές — financial statistics - βιομηχανικές στατιστικές — industrial statistics - διεθνείς στατιστικές — international statistics - εθνικές στατιστικές — national statistics - επίσημες στατιστικές — official statistics - περιφερειακές στατιστικές — regional statistics - καθεστώς του Βερολίνου — status of Berlin - καθεστώς της Ιερουσαλήμ — status of Jerusalem - υπηρεσιακή κατάσταση δημοσίου υπαλλήλου — regulations for civil servants - αυτονομία — autonomy - υπηρεσιακή κατάσταση προσωπικού — staff regulations - νομικό καθεστώς — legal status - πολιτικό καθεστώς — political status - επαγγελματική κατάσταση — occupational status - κοινωνική θέση — social status - στείρωση — sterilisation - φορολογικό κίνητρο — tax incentive - απόθεμα — stock - κοινοτικά αποθέματα — Community stock - δημοσιονομική αυτονομία — financial autonomy - συγκυριακό απόθεμα — economic contingency stock - απόθεμα παρέμβασης — intervention stock - πλεονασματικό απόθεμα — surplus stock - ελάχιστο απόθεμα — minimum stock - παγκόσμια αποθέματα — world stock - ιδιωτικό απόθεμα — private stock - δημόσιο απόθεμα — public stock - ρυθμιστικό απόθεμα — buffer stock - αποθεματοποίηση — storage - αποθήκευση όπλων — stockpiling of weapons - αποθήκευση ενέργειας — energy storage - αποθήκευση τροφίμων — storage of food - εναποθήκευση τεκμηρίων — document storage - Στορκοπεγχάγη — Greater Copenhagen - Στορστραίμ — Storstroem - γεωργικές διαρθρώσεις — agricultural structure - διάρθρωση της απασχόλησης — employment structure - δομή της επιχείρησης — company structure - δημοσιονομική έγκριση — budget authorisation - δομή της οικονομίας — economic structure - δομή της βιομηχανίας — industrial structures - θεσμική δομή — institutional structure - κοινωνική δομή — social structure - ναρκωτικό — narcotic - καρκινογόνος ουσία — carcinogenic substance - επικίνδυνη ουσία — dangerous substance - άδεια σύμπραξης — restrictive-practice authorisation - επιδότηση εξαγωγών — export subsidy - υποκατάστατο τροφίμου — food substitute - διαδοχή σε γεωργική εκμετάλλευση — transfer of farms - υποκατάστημα — branch - ζάχαρη — sugar - λευκή ζάχαρη — white sugar - ακατέργαστη ζάχαρη — raw sugar - ζάχαρη από τεύτλα — beet sugar - έγκριση μεταφοράς — transport authorisation - ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο — cane sugar - Σουηδία — Sweden - έγκυρα ψηφοδέλτια — votes cast - καθολική ψηφοφορία — universal suffrage - αυτοκτονία — suicide - Ελβετία — Switzerland - Σουλάβεζι — Sulawesi - Σουμάτρα — Sumatra - χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση — utilised agricultural area - αναπληρωτής — alternate - πρόσθετη δασμολογική επιβάρυνση — additional duty - μέσο καταγραφής πληροφοριών — information medium - μέσο μαγνητικής εγγραφής — magnetic medium - κατάργηση θέσεων απασχόλησης — job cuts - κατάργηση των δασμών — abolition of customs duties - υπερεθνικότητα — supranationality - υπερεκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων — over-exploitation of resources - δασική έκταση — wooded area - επιφάνεια εκμετάλλευσης — area of holding - χορτόφυτη έκταση — grassland - κύρια επιφάνεια — main acreage - ταχεία κατάψυξη — deep-freezing - αναπαραγωγικός ταχυαντιδραστήρας — breeder reactor - Σουρινάμ — Surinam - υπερπληθυσμός — overpopulation - νομισματική συμφωνία — monetary agreement - αυτοκινητόδρομος — motorway - υπερπαραγωγή — over-production - εποπτεία της αγοράς — market supervision - αναστολή της βοήθειας — suspension of aid - αναστολή εκτελέσεως της ποινής — suspension of sentence - αναστολή των δασμών — suspension of customs duties - Σουαζιλάνδη — Swaziland - δασοκομία — silviculture - Αυστρία — Austria - Συρία — Syria - Sysmin — Sysmin - τραπεζικό σύστημα — banking system - εκπαιδευτικό σύστημα — educational system - σύστημα γεωργικής εκμετάλλευσης — farming system - σύστημα πληροφόρησης — information system - σύστημα διοικητικής πληροφόρησης — management information system - σύστημα επικοινωνίας — communications systems - λογιστικό σύστημα — accounting system - σύστημα καλλιέργειας — cultivation system - Ωβέρνη — Auvergne - σύστημα των Ηνωμένων Εθνών — United Nations system - σύστημα τεκμηρίωσης — information service - εκλογική διαδικασία — electoral system - ευρωπαϊκό εκλογικό σύστημα — European electoral system - Ευρωπαϊκό Λογιστικό Σύστημα — European accounting system - Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα — European Monetary System - διεθνές νομισματικό σύστημα — international monetary system - τυποποιημένο λογιστικό σύστημα — standardised accounting system - καπνός — tobacco - νικοτινίαση — smoking - Ταϊβάν — Taiwan - Τανζανία — Tanzania - τάπητας — carpet - τιμολόγιο εναέριων μεταφορών — air freight rate - κόμιστρο — transportation tariff - δασμολόγιο — customs tariff - κοινό δασμολόγιο — common customs tariff - τιμολόγιο σιδηροδρομικών μεταφορών — railway tariff - προκαταβολές — advance - ταχυδρομικό τέλος — postal charges - προτιμησιακό δασμολόγιο — tariff preference - τιμολόγια επιβατικών μεταφορών — passenger tariff - τέλη υποδομής — charges for use of infrastructure - ταύρος — bull - ποσοστό αυτάρκειας — self-sufficiency rate - τιμή συναλλάγματος — exchange rate - προσχέδιο προϋπολογισμού — preliminary draft budget - ποσοστό ΦΠΑ — VAT rate - κυμαινόμενη ισοτιμία — floating rate - κεντρική ισοτιμία — central rate - αντιπροσωπευτικός συντελεστής — representative rate - Ταβάλ — Tawal - διατίμηση — assessment of prices - τέλη ανά άξονα — axle tax - εξαγωγικός φόρος — export tax - εισαγωγικός φόρος — import tax - τέλη χαρτοσήμου — stamp duty - αντισταθμιστικό τέλος — countervailing charge - φόρος ισοδυνάμου αποτελέσματος — charge having equivalent effect - συνυπευθυνότητα των παραγωγών — producer co-responsibility - τέλη διαμετακόμισης — transit charge - φόρος επιτηδεύματος — business tax - φόρος καυσίμων — fuel tax - πολιτική αεροπορία — civil aviation - φόρος αυτοκινήτων — vehicle tax - Τσαντ — Chad - Τσεχοσλοβακία — Czechoslovakia - καλλιεργητική τεχνική — cultivation techniques - τεχνική διαχείρισης — management techniques - τεχνικές εγκαταστάσεις οικοδομής — building services - τεχνολογία — technology - τεχνολογία τροφίμων — food technology - στρατιωτικό αεροσκάφος — military aircraft - τεχνολογία υλικών — materials technology - ήπιες μορφές τεχνολογίας — soft technology - ενεργειακή τεχνολογία — energy technology - ενδιάμεσες τεχνολογίες — intermediate technology - πυρηνική τεχνολογία — nuclear technology - τεχνολογία πετρελαίου — oil technology - τηλεπικοινωνία — telecommunications - τηλεαντιγραφή — facsimile - τηλεανίχνευση — remote sensing - πτηνοτροφία — poultry farming - καλωδιακή διανομή — cable distribution - τηλέγραφος — telegraph - τηλεπληροφορική — telematics - τηλέφωνο, τηλεφωνικός — phone, telephone, telephone set - telecasting, television, TV, video - τηλέτυπο — telex - μαρτυρία — evidence - χρόνος ανάπαυσης — rest period - πολιτικές τάσεις — political tendency - ευρωπαϊκή νομισματική συμφωνία — European Monetary Agreement - αεροπλάνο, αεροσκάφος — aeroplane, airbus, aircraft, airplane, plane, runabout - διανοητική ένταση — mental stress - όροι εμπορίου — terms of trade - ορολογία — terminology - χώρος ανέγερσης κτιρίου — building plot - βιομηχανικά γήπεδα — industrial plot - εγκαταλειμμένη γη — abandoned land - γεωργική γη — agricultural land - δημόσια κτήματα — State-owned land - ακαλλιέργητη γη — uncultivated land - καλλιεργήσιμη γη — arable land - γνώμη — opinion - ανακτημένη γη — reclaimed land - υπερπόντια εδάφη — overseas territory - τρομοκρατία — terrorism - Ταϊλάνδη — Thailand - τσάι — tea - θεραπευτική — therapeutics - διατριβή — thesis - γνώμη ΕΚ — EC opinion - Θεσσαλία — Thessaly - Δυτική Θράκη — Western Thrace - Τιμόρ — Timor - Ανατολικό Τίμορ, Ανατολικό Τιμόρ — East Timor - τιτάνιο — titanium - πιστωτικός τίτλος — negotiable instrument - αποδεικτικό καταβολής κομίστρου — ticket - Τόγκο — Togo - Τόνγκα — Tonga - βασανιστήρια — torture - Τοσκάνη — Tuscany - ποάνθρακας — peat - μαζικός τουρισμός — mass tourism - ηλίανθος — sunflower - γνωμοδότηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου — EP opinion - τοξικολογία — toxicology - τοξικομανία — drug addiction - ελκυστήρας — tractor - Trade Expansion Act — Trade Expansion Act - μετάφραση — translation - Συνθήκη ΕΚ — EC Treaty - Συνθήκη ΕΚΑΧ — ECSC Treaty - Συνθήκη ΕΟΚ — EEC Treaty - Συνθήκη ΕΚΑΕ — EAEC Treaty - χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας — Warsaw Pact countries - αμελκτική μηχανή — milking machine - επεξεργασία του νερού — water treatment - επεξεργασία πληροφοριών — information processing - επεξεργασία κειμένων — word processing - επεξεργασία δεδομένων — dataprocessing - κατεργασία του μεταλλεύματος — ore processing - φυτοϋγειονομική αγωγή — plant health treatment - χρηματοοικονομικές συναλλαγές — financial transaction - μεταφορά επιχείρησης — transfer of businesses - μεταφορά κεφαλαίων — capital transfer - μεταφορά συνταξιοδοτικού δικαιώματος — transfer of pension rights - μεταφορά πληθυσμού — transfer of population - μεταφορά τεχνολογίας — technology transfer - βρώμη — oats - μεταποίηση τροφίμων — food processing - κοινοτική διαμετακόμιση — Community transit - τελωνειακή διαμετακόμιση — customs transit - μεταγραμματισμός — transliteration - διαβίβαση δεδομένων — data transmission - μεταβίβαση κυριότητας — transfer of property - άμβλωση — abortion - εναέριες μεταφορές — air transport - συνδυασμένη μεταφορά — combined transport - μεταφορά ενέργειας — energy transport - μεταφορές στην ενδοχώρα — hinterland transport - μεταφορά εμπορευμάτων — carriage of goods - επίγειες μεταφορές — surface transport - μεταφορά επιβατών — carriage of passengers - δημόσιες συγκοινωνίες — public transport - παράνομη άμβλωση — illegal abortion - σιδηροδρομικές μεταφορές — rail transport - μεταφορά μέσω πλωτής οδού — inland waterway transport - μεταφορά με ίδια μέσα — private means of transport - διηπειρωτικές μεταφορές — intercontinental transport - εσωτερικές μεταφορές — inland transport - διεθνείς μεταφορές — international transport - διεθνείς οδικές μεταφορές — international road transport - ενδοκοινοτικές μεταφορές — intra-Community transport - θαλάσσια μεταφορά — maritime transport - Αμπού Ντάμπι — Abu Dhabi - συμφωνία πολυϊνών — multifibre agreement - θεραπευτική άμβλωση — therapeutic abortion - εθνικές μεταφορές — national transport - μεταφορά με συρματόσχοινο — cable transport - μεταφορά με αγωγό — pipeline transport - μεταφορά για λογαριασμό τρίτου — carriage for hire or reward - μεταφορά για ίδιο λογαριασμό — own-account transport - δημόσιες μεταφορές — means of public conveyance - περιφερειακές μεταφορές — regional transport - οδικές μεταφορές — road transport - μεταφορά μαθητών — school transport - ημιμαζικά μεταφορικά μέσα — semi-public transport - μεταφορά υπό τελωνειακό έλεγχο — transport under customs control - υπόγεια μεταφορά — underground transport - προαστιακές συγκοινωνίες — suburban transport - χερσαία μεταφορά — land transport - διαμεθοριακές μεταφορές — transfrontier transport - αστικές συγκοινωνίες — urban transport - μεταφορέας — carrier - εργασία — work - εργασία κατ' οίκον — home working - άζωτο — nitrogen - εργασία εν σειρά — assembly line work - εργασία πλήρους απασχόλησης — full-time employment - εργασία μερικής απασχόλησης — part-time employment - λαθραία απασχόληση — moonlighting - ομαδική εργασία — team work - νυκτερινή εργασία — night work - εργασία ανηλίκων — child labour - εργασία κατά βάρδιες — shift work - σχολική μελέτη — schoolwork - ηλικιωμένος εργαζόμενος — older worker - λαθραία εργαζόμενος — clandestine worker - κοινοτικός εργαζόμενος — Community worker - μεθοριακός εργαζόμενος — frontier worker - εργαζόμενος με ειδικές ανάγκες — worker with disabilities - Βάδη-Βυρτεμβέργη — Baden-Württemberg - χειρώνακτες — manual worker - διακινούμενος εργαζόμενος — migrant worker - εποχικός εργαζόμενος — seasonal worker - κοινωνικός λειτουργός — social worker - δημόσια έργα — public works - τριφύλλι — clover - Μπαχάμες — Bahamas - Τρεντίνο-Άνω Αδίγης — Trentino-Alto Adige - δημόσιο θησαυροφυλάκιο — Treasury - Τρινιδάδ και Τομπάγκο — Trinidad and Tobago - τριτικάλη — triticale - Μπαχρέιν — Bahrain - αντιπραγματισμός — barter - τράστ — trust - αγωγός, σωλήνας, σωληνάριο, σωληνώσεις — conduit, duct, hose, hose pipe, pipe, tube, tubing - φυματίωση ζώων — animal tuberculosis - βολφράμιο — tungsten - Τυνησία — Tunisia - αεριοστρόβιλος — turbine - Τουρκία — Turkey - επιτροπεία — guardianship - ραγώδες — soft fruit - Τουβαλού — Tuvalu - σωληνώσεις — piping - ΦΠΑ — VAT - UDEAC — CAEEU - χώρες της UDEAC — CAEEU countries - UEBL — BLEU - UEDE — EECU - χώρες της ΔΕΕ — WEU countries - ITU — ITU - Ουμ αλ Κουάβαιν — Umm Al Qaiwain - ομοφωνία — unanimity - UNCRD — UNCRD - Unesco — Unesco - εθνική ενοποίηση — national unification - ΔΕΕ — WEU - μισθωτήριο — lease - UEA — UAS - τελωνειακή ένωση — customs union - οικονομική ένωση — economic union - Οικονομική και Νομισματική Ένωση — Economic and Monetary Union - Ευρωπαϊκή Ένωση Πληρωμών — European Payments Union - διακοινοβουλευτική ένωση — Interparliamentary Union - προτιμησιακή συμφωνία — preferential agreement - εμπορικό μισθωτήριο — business lease - χώρες της ΟΝΕΔΑ — WAEMU countries - νομισματική ένωση — monetary union - UNIR — UNIR - Unisist — Unisist - Unitar — Unitar - ζωική μονάδα — livestock unit - σύμβαση αγρομίσθωσης — farm lease - UNRWA — UNRWA - UPA — APPU - UPU — UPU - ουράνιο — uranium - αστυφιλία — urbanisation - πολεοδομία — town planning - ΕΣΣΔ — USSR - Ουρουγουάη — Uruguay - χρήστης των μεταφορικών μέσων — transport user - πτώση των τιμών — price reduction - εργοστάσιο «με το κλειδί στο χέρι» — turnkey factory - επικαρπία — usufruct - χρήστης της πληροφορίας — information user - χρησιμοποίηση της βοήθειας — use of aid - χρήση του νερού — use of water - χρήση ενέργειας — energy use - χρήση των γαιών — land use - ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας — peaceful use of energy - Ουτρέχτη — Utrecht - εμπορικό ισοζύγιο — trade balance - διακοπές — holiday - εμβόλια — vaccine - εμβολιασμός — vaccination - αγελάδα — cow - θηλάζουσα αγελάδα — suckler cow - γαλακτοπαραγωγός αγελάδα — dairy cow - Κοιλάδα Αόστης — Valle d'Aosta - προστιθέμενη αξία — added value - χρηματιστηριακή αξία — market capitalisation - αξία των συναλλαγών — value of trade - ελλειμματικό ισοζύγιο — balance-of-payments deficit - δασμολογητέα αξία — customs valuation - κινητές αξίες — securities - βανάδιο — vanadium - Βανουάτου — Vanuatu - Βατικανό — Vatican - μόσχος — calf - όχημα — vehicle - αερολισθαίνον όχημα — air-cushion vehicle - δίτροχο — two-wheeled vehicle - όχημα με κινητήρα — motor vehicle - γεωργικό όχημα — agricultural vehicle - ηλεκτροκίνητο όχημα — electric vehicle - όχημα κινούμενο σε σιδηροτροχιές — vehicle on rails - όχημα δημοσίας χρήσεως — commercial vehicle - Βέυλε — Vejle - Βένετο — Veneto - ισοζύγιο αδήλων — invisible trade balance - Βενεζουέλα — Venezuela - πώληση — sale - πώληση επί πιστώσει — credit sale - πώληση κατ' οίκον — door-to-door selling - λιανική πώληση — retail selling - πώληση με έκπτωση — discount sale - πλειστηριασμός — auction sale - άμεση πώληση — direct selling - χονδρική πώληση — wholesale selling - ισοζύγιο πληρωμών — balance of payments - αφορολόγητη πώληση — duty-free sale - πώληση εξ αποστάσεως — distance selling - οπωρώνας — orchard - εξέλεγξη λογαριασμών — auditing - ύαλος — glass - Βεστ φορ Στορμπαίλτ — West of the Great Belt - Βεστγαίλαντ — West Zealand - Μπάλι, Μπαλί — Bali - ένδυμα — clothing - κρέας — meat - βοδινό κρέας — beef - αίγειο κρέας — goatmeat - κρέας αλόγου — horsemeat - κρέας βουβάλου — buffalo meat - μοσχαρίσιο κρέας — veal - κρέας πουλερικών — poultrymeat - αποστεωμένο κρέας — boned meat - νωπό κρέας — fresh meat - Βαλκάνια, Βαλκανική Χερσόνησος, Βαλκάνια — Balkan Peninsula, Balkans - πρόβειο κρέας — sheepmeat - χοιρινό κρέας — pigmeat - Βίμποργκ — Viborg - αντιπρόεδρος του Κοινοβουλίου — Deputy Speaker of Parliament - θύμα — victim - θύμα άμαχου πληθυσμού — civilian victim - θύμα πολέμου — war victim - teletext — broadcast videography - videotex — interactive videotex - επαγγελματική ένταξη — integration into employment - επαναληπτική ψηφοφορία — second ballot - ζωή και δραστηριότητες συλλόγων και μαζικών φορέων — collective activities - ζωή της επιχείρησης — business activity - πολιτική ζωή — politics - σχολική ζωή — school life - κοινωνική ζωή — social life - Βιετνάμ, Σοσιλιστική Δημοκρατία του Βιετνάμ — Annam, Socialist Republic of Vietnam, Vietnam, Viet Nam - αμπελώνας — vineyard - πόλη — town - πόλη μετρίου μεγέθους — medium-sized town - νέα πόλη — new town - πόλη δορυφόρος — satellite town - οίνος — wine - αρωματισμένος οίνος — flavoured wine - λευκός οίνος — white wine - τοπικός οίνος — local wine - οίνος ποιότητας — wine of superior quality - επιτραπέζιος οίνος — table wine - εμφιαλωμένος οίνος — bottled wine - οίνος αυξημένου οινοπνεύματος — fortified wine - ταινία — strip - αφρώδης οίνος — sparkling wine - ερυθρωπός οίνος — rosé wine - ερυθρός οίνος — red wine - μη αφρώδης οίνος — still wine - οινοποίηση — vinification - βιασμός — sexual violence - βία — violence - κρατική βία — government violence - πολιτική βία — political violence - λογιστική μεταφορά — credit transfer - Μπαγκλαντές — Bangladesh - βιταμίνες, βιταμίνη — vitamin - αμπελουργία — viticulture - εσωτερική υδάτινη οδός — inland waterway - διεθνής υδάτινη οδός — international waterway - οδός ταχείας κυκλοφορίας — expressway - τράπεζα — bank - αγροτική οδός — country road - αστική οδός — urban road - υπηρεσία συντήρησης και καθαρισμού οδών — road services department - κλοπή — theft - πουλερικά — poultry - Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης — African Development Bank - σφαγμένα πουλερικά — slaughtered poultry - πουλερικά ωοπαραγωγής — laying poultry - ζώντα πουλερικά — live poultry - όγκος των συναλλαγών — trade volume - όγκος των χρηματικών συναλλαγών — trading volume - ψηφοφορία — vote - λευκή ψήφος — blank ballot paper - αγροτική τράπεζα — agricultural bank - δεσμευμένη ψηφοφορία — vote on a text as a whole - ψήφιση νόμου — passage of a bill - ψηφοφορία με ηλεκτρονικό σύστημα — electronic voting - ψηφοφορία δι' ονομαστικής κλήσεως — roll-call vote - άκυρη ψήφος — invalid ballot paper - υποχρεωτική ψήφος — compulsory voting - ψήφιση προ της ημέρας των εκλογών — advance voting - ψήφος δι' αλληλογραφίας — postal vote - ψήφος δια πληρεξουσίου — proxy vote - κοινοβουλευτική ψηφοφορία — parliamentary vote - κεντρική τράπεζα — central bank - ψήφος με εκδήλωση προτίμησης — preferential voting - φανερή ψηφοφορία — open ballot - μυστική ψηφοφορία — secret ballot - ταξίδι — travel - οργανωμένο ταξίδι — inclusive tour - ομαδικό ταξίδι — group travel - ηφαιστειολογία — volcanology - γεωργικές εφαρμογές — agricultural advisory services - Νήσοι Ουώλις και Φουτούνα — Wallis and Futuna - γιαούρτι — yoghourt - εμπορική τράπεζα — commercial bank - Υεμένη — Yemen - πρώην Υεμένη ΛΔ — former South Yemen - Γιόρκσαϊρ Χάμπερσαϊντ — Yorkshire and Humberside - Γιουγκοσλαβία — Yugoslavia - Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό — Democratic Republic of Congo - Ζάμπια — Zambia - Ζηλανδία — Zeeland - Ζιμπάμπουε — Zimbabwe - ψευδάργυρος — zinc - συνεταιριστική τράπεζα — cooperative bank - άνυδρη ζώνη — arid zone - κλιματική ζώνη — climatic zone - οικιστική ζώνη — residential area - ζώνη αλιευμάτων — catch area - ζώνη ελευθέρων συναλλαγών — free-trade area - ζώνη αλιείας — fishing area - αποκλειστική οικονομική ζώνη — exclusive economic zone - ισημερινή ζώνη — equatorial zone - ελεύθερη ζώνη — free zone - συμφωνία SALT — SALT Agreement - τράπεζα επενδύσεων — investment bank - ψυχρή ζώνη — frigid zone - υγρή ζώνη — humid zone - νομισματική ζώνη — currency area - πεζοδρομημένη ζώνη — pedestrian zone - μολυσμένη ζώνη — polluted area - προστατευόμενη ζώνη — protected area - πληγείσα ζώνη — disaster area - υποτροπική ζώνη — subtropical zone - προαστιακή ζώνη — suburban area - δασμολογική ζώνη — tariff zone - τράπεζα ανάπτυξης — development bank - εύκρατη ζώνη — temperate zone - τροπική ζώνη — tropical zone - αστική ζώνη — urban area - ζωολογία — zoology - φορέας γεωργικής χωροταξίας — land bank - Διεθνής Τράπεζα — World Bank - λαϊκή τράπεζα — people's bank - ιδιωτική τράπεζα — private bank - δημόσια τράπεζα — public bank - Μπαρμπάντος — Barbados - τομεακή συμφωνία — sectoral agreement - πίνακας τιμών — price list - ράβδος — bar - χαμηλόμισθοι — low pay - βάση δεδομένων — database - στρατιωτική βάση — military base - Βασιλικάτα — Basilicata - Κάτω Νορμανδία — Lower Normandy - Κάτω Σαξονία, Κάτω Σαξωνία — Lower Saxony - ΤΑΒ — TAB - πλοίο — vessel - συμφωνία για τα προϊόντα βάσεως — commodity agreement - αλιευτικό πλοίο — fishing vessel - δεξαμενόπλοιο — tanker - κτίριο — building - σκάφος αναψυχής — pleasure craft - βιομηχανικά κτίρια — industrial building - δημόσιο κτίριο — public building - Βαυαρία — Bavaria - δασμολογική συμφωνία — tariff agreement - καλές τέχνες — fine arts - ΕΤΕπ — EIB - Βέλγιο — Belgium - περιφέρειες και κοινότητες του Βελγίου — regions and communities of Belgium - Μπελίζ — Belize - κέρδος — profit - δικαιούχος της βοήθειας — aid recipient - Benelux, Μπενελούξ, τα κράτη της Μπενελούξ — Benelux, Benelux countries - χώρες της Benelux — Benelux countries - Μπενίν — Benin - Βερολίνο — Berlin - Βερμούδες — Bermuda - επισιτιστικές ανάγκες — nutritional needs - στεγαστικές ανάγκες — housing need - ανάγκη εργατικού δυναμικού — manpower needs - αύξηση πληθυσμού — population growth - ανάγκες σε νερό — water requirements - χορτονομή — fodder - χρηματοληπτική ανάγκη — financial requirements - σκυρόδεμα — concrete - κτηνοτροφικό τεύτλο — fodder beet - ζαχαρότευτλο — sugar beet - BEUC — BEUC - βούτυρο — butter - φυτικό βούτυρο — vegetable butter - Μπουτάν — Bhutan - αύξηση της παραγωγής — increase in production - βιβλιογραφία — bibliography - βιβλιοθήκη — library - βιβλιοθήκη νέων — children's library - εθνική βιβλιοθήκη — national library - δημόσια βιβλιοθήκη — public library - επιστημονική βιβλιοθήκη — scientific library - πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη — university library - κοινοβουλευτικό σύστημα δύο νομοθετικών σωμάτων — bicameral system - BID — IDB - πολιτιστική αφομοίωση — acculturation - τενεκεδούπολη — slum - ΙΒΕ — IBE - κτήματα δήμων και κοινοτήτων — common land - πολιτιστικό αγαθό — cultural object - καταναλωτικό αγαθό — consumer goods - διαρκές αγαθό — durable goods - μη διαρκές αγαθό — non-durable goods - κοινωνική ευημερία — social well-being - κατηγορία για αδίκημα — charge - ζύθος — beer - ισολογισμός — balance sheet - ισοζύγιο εφοδιασμού — supply balance sheet - ενεργειακό ισοζύγιο — energy audit - κοινωνικός απολογισμός — social audit - βιοχημεία — biochemistry - βιολογική μετατροπή — bioconversion - βιοδιασπασιμότητα — biodegradability - βιοενέργεια — bioenergy - βιοαέριο — biogas - βιογραφία — biography - βιολογία — biology - βιομάζα — biomass - βιόσφαιρα — biosphere - δικομματικό σύστημα — two-party system - πόλωση — bipolarisation - Μιανμάρ — Myanmar - πράξη αγοράς — purchase - μπισκοτοποιία — biscuit factory - βισμούθιο — bismuth - σιτάρι — wheat - σκληρό σιτάρι — durum wheat - μαλακό σιτάρι — common wheat - καθήλωση των τιμών — price freeze - βόδι — beef animal - καυσόξυλα — fuel wood - οικοδομική ξυλεία — wood for construction - αγορά επί πιστώσει — credit purchase - δάσωση — afforestation - ποτό — beverage - αλκοολούχο ποτό — alcoholic beverage - μη αλκοολούχο ποτό — non-alcoholic beverage - Βολιβία — Bolivia - έντοκο γραμμάτιο του δημοσίου — treasury bill - Μποναίρ — Bonaire - επιδότηση επιτοκίου — interest-rate subsidy - πλεκτοβιομηχανία — knitted and crocheted goods - αγορά παρέμβασης — intervention buying - Βόρνεο — Borneo - Μπόρνχολμ — Bornholm - βοτανική, φυτολογία — botany, phytology - Μποτσουάνα — Botswana - βουδισμός — Buddhism - αρτοποιία — bakery - Βουργουνδία — Burgundy - χρηματιστήριο εμπορευμάτων — commodities exchange - βοοειδή — cattle - οξύ — acid - επαρχία Φλαμανδικής Βραβάνδης — Province of Flemish Brabant - Βόρεια Βραβάνδη — North Brabant - επαρχία Βαλλωνικής Βραβάνδης — Province of Walloon Brabant - Βρέμη — Bremen - Βραζιλία, Ομόσπονδη Δημοκρατία της Βραζιλίας — Brasil, Brazil, Federative Republic of Brazil - Βρετάνη — Brittany - δίπλωμα ευρεσιτεχνίας — patent - ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας — European patent - BRI — BIS - ανόργανο οξύ — inorganic acid - βρώμιο — bromine - βρουκέλλωση — brucellosis - θόρυβος — noise - Μπρουνέι — Brunei - προϋπολογισμός — budget - κοινοτικός προϋπολογισμός — Community budget - κρατικός προϋπολογισμός — national budget - προϋπολογισμός για την άμυνα — defence budget - έκτακτος προϋπολογισμός — extraordinary budget - οργανικό οξύ — organic acid - οικογενειακός προϋπολογισμός — household budget - επιχειρησιακός προϋπολογισμός ΕΚΑΧ — ECSC operating budget - προϋπολογισμός διαφήμισης — advertising budget - διορθωτικός προϋπολογισμός — amending budget - ευρωπαϊκός κοινωνικός προϋπολογισμός — European social budget - συμπληρωματικός προϋπολογισμός — supplementary budget - εγγραφή κονδυλίου στον προϋπολογισμό — inclusion in the budget - Βουλγαρία — Bulgaria - ψηφοδέλτιο — ballot paper - χάλυβας — steel - γραφείο πληροφοριών — information centre - εκλογικό τμήμα — polling station - προεδρείο του Κοινοβουλίου — bureau of parliament - πολιτικό γραφείο — political executive - διοικητική διατύπωση — administrative formalities - αυτοματοποίηση γραφείου — office automation - βουτυρέλαιο — butter oil - σκιώδης κυβέρνηση — shadow cabinet - Αβρουζία — Abruzzi - Αζόρες — Azores - θαλάσσια ακτοπλοΐα — maritime cabotage - κακάο — cocoa - δημόσιο κτηματολόγιο — land register - στέλεχος — executive - διοικητικό στέλεχος — manager - γλωσσικός κλάδος ΕΚ — EC language service - χώρες ΑΚΕ — ACP countries - μεσαίο στέλεχος — middle management - ανώτερο στέλεχος — senior management - ΣΑΟΒ — CMEA - χώρες του ΣΑΟΒ — CMEA countries - καφές — coffee - ταμιευτήριο — savings bank - ταμείο υποθηκών — mortgage bank - Καλαβρία — Calabria - κοστολόγηση — costing - κτήση κυριότητας — acquisition of property - ωρολόγιο πρόγραμμα — planning of the school year - Καμερούν — Cameroon - καλλιεργητική περίοδος — marketing year - προεκλογική εκστρατεία — election campaign - Καμπανία — Campania - κατασκήνωση — camping - Καναδάς — Canada - Διώρυγα του Παναμά — Panama Canal - απόκτηση γνώσεων — learning - καρκίνος — cancer - υποψήφιος — candidate - ζαχαροκάλαμο — sugar cane - EAC — CAO - Πράσινο Ακρωτήριο — Cape Verde - απόκτηση τεκμηρίωσης — document acquisition - δικαιοπρακτική ικανότητα — capacity to exercise rights - ικανότητα φόρτωσης — carrying capacity - ικανότητα προς σύναψη συμβάσεως — capacity to contract - δυνατότητα άσκησης δικαιώματος — capacity to have rights and obligations - αρνησικυρία — veto - διαδικασία διαβούλευσης — consultation procedure - υπουργείο — ministry - κοσμήτορας — treasurer - αιρετός εκπρόσωπος τοπικής αυτοδιοίκησης — locally elected representative - αυτόνομη κοινότητα — autonomous community - περιφερειακή διοίκηση — regional government - αποικιοκρατία — colonialism - επιστημονικές ανταλλαγές — scientific exchange - παραγωγική ικανότητα — production capacity - στρατιωτικές κυρώσεις — military sanctions - διεθνείς εθελοντές — international voluntary worker - Ζήτημα της Υπεριορδανίας — West Bank question - κοινοτικό δίκαιο-εθνικό δίκαιο — Community law - national law - αντιπροσωπεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου — EP delegation - γνώμη της ΟΚΕ — ESC opinion - δημόσια διοίκηση της Κοινότητας — European civil service - σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου — EP assent - Συνέλευση Ίσης Εκπροσώπησης ΑΚΕ-ΕΚ — ACP-EC Joint Assembly - Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου — President of the EP - Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου — Vice-President of the EP - Σώμα των Κοσμητόρων — Quaestor of the EP - απόφαση του Δικαστηρίου ΕΚ — judgment of the EC Court - αντιευρωπαϊσμός — anti-European movement - διαρθρωτικά ταμεία — Structural Funds - δικαστήριο εργατικών διαφορών — labour tribunal - δυναμικό αποθήκευσης — storage capacity - δικηγόρος — barrister - μεταμεληθείς — repentance - παρακείμενη ζώνη — contiguous zone - προφυλάκιση — surveillance - προσφυγή ιδιωτών — appeals by private individuals - οικονομική κατάσταση — economic situation - συντελεστής παραγωγής — factor of production - πόλος ανάπτυξης — growth point - ολοκληρωμένο πρόγραμμα ανάπτυξης — integrated development programme - ΟΜΠ — IMP - εμπορικές συναλλαγές Βορρά-Νότου — North-South trade - μεταφορική ικανότητα — transport capacity - κερδοσκοπικά κεφάλαια — speculative funds - δημόσια χρηματοδότηση — public financing - εναρμόνιση των τιμών — harmonisation of prices - κεφαλαιαγορά — capital market - κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου — venture capital - Γενικός Προϋπολογισμός ΕΚ — EC general budget - μητρότητα — maternity, motherhood - πολιτιστικό βραβείο — cultural prize - ικανότητα δικαίου — legal capacity - αγγλικανισμός — Anglicanism - καθολικισμός — Catholicism - ορθοδοξία — Orthodoxy - προτεσταντισμός — Protestantism - χώρος αναψυχής — leisure park - προσωπικό εστιατορίων — catering profession - μαφία — Mafia - βιοηθική — bio-ethics - μυστικές εταιρίες — secret society - τοπική πολιτιστική παράδοση — regional culture - AIDS — AIDS - τιμή της γης — price of land - ανοικτό πανεπιστήμιο — open university - προϋπολογισμός της εκπαίδευσης — education budget - εκπαιδευτικές ανταλλαγές — educational exchange - Eurydice — Eurydice - αναγνώριση σπουδών — recognition of studies - επιχείρηση Τύπου — press undertaking - teletex — Teletex - προστασία δεδομένων — data protection - αμφίδρομο δίκτυο — interactive network - κινηματογραφική παραγωγή — film production - βιομηχανία προγραμμάτων — programmes industry - συμπαραγωγή οπτικοακουστικών προγραμμάτων — audio-visual co-production - οπτικοακουστικό πρόγραμμα — audio-visual programme - οπτικοακουστική παραγωγή — audio-visual production - τεχνολογία των πληροφοριών — information technology - τηλεόραση υψηλής ευκρίνειας — high-definition television - βιντεοεπικοινωνία — video communications - οπτικοακουστική πολιτική — audio-visual communications policy - ραδιοτηλεπειρατεία — audio-visual piracy - ευρωπαϊκός οπτικοακουστικός χώρος — European audio-visual area - ελεύθερη διακίνηση προγραμμάτων — free movement of programmes - επικοινωνιακά τέλη — communications tariff - δίκαιο των πληροφοριών — law relating to information - νομικές εφαρμογές πληροφορικής — legal data processing - μεταφόρτωση προγραμμάτων — downloading - γλώσσα προγραμματισμού — programming language - αυτόματη μετάφραση — machine translation - ενεργειακή ανεξαρτησία — self-sufficiency in energy - βιομηχανικό κεφάλαιο — industrial capital - διαδικασία συνεργασίας — cooperation procedure - μεταφορά αρμοδιότητας — transfer of competence - δημιουργία επιχείρησης — business start-up - επιχείρηση παροχής υπηρεσιών — services company - επιχείρηση μίσθωσης εργατικού δυναμικού — temporary employment agency - εργασία σε οθόνη — video display unit work - οδικές ενδομεταφορές — road cabotage - τομέας ποταμοπλοΐας — waterway transport - θαλάσσια διώρυγα — ship canal - ζεύξη της Μάγχης — cross-channel connection - τιμολόγιο εσωτερικών μεταφορών — national tariff - τιμολόγιο διεθνών μεταφορών — international tariff - τιμολόγιο οδικών μεταφορών — road transport tariff - διαστημική πλοήγηση — space navigation - διοικητική πράξη — administrative measure - εταιρικό κεφάλαιο — share capital - προστασία των δασών — forest conservation - Τυρρηνική Θάλασσα — Tyrrhenian Sea - Αδριατική Θάλασσα — Adriatic Sea - Λιγυρική Θάλασσα — Ligurian Sea - Αιγαίο Πέλαγος — Aegean Sea - Ιόνιο Πέλαγος — Ionian Sea - καταπολέμηση των εντόμων — fight against insects - γεωργική χωροταξία — land restructuring - εντομοκτόνο — insecticide - αλιευτικές διατάξεις — fishing regulations - αλιευτικοί έλεγχοι — fishing controls - πρωτεύουσα — capital city - πολυετές λαχανικό — perennial vegetable - νωπό προϊόν — fresh product - ποιοτικό πρότυπο — quality standard - πρότυπο ασφάλειας — safety standard - τεχνικό πρότυπο — technical standard - COST — COST - έρευνα και ανάπτυξη — research and development - διαστημική έρευνα — space research - διαστημική τεχνική — space technology - ξένα κεφάλαια — foreign capital - συνθετικό ελαστικό — synthetic rubber - φυσικό ελαστικό — natural rubber - σιδηροδρομικές κατασκευές — railway industry - ξυλάνθρακας — charcoal - βιομηχανία ειδών πολυτελείας — luxury products industry - Αυτόνομη Επαρχία του Μπολτζάνο — Autonomous Province of Bolzano - Αυτόνομη Επαρχία του Τρέντο — Autonomous Province of Trento - CEPT — CEPT - INCB — INCB - Habitat OHE — UN Habitat - υπάλληλοι ΕΚ — EC servants - αιγοειδή — goat - δευτερεύοντα αλιεύματα — by-catch - επιτρεπόμενα αλιεύματα — authorised catch - αλιεύματα ιχθύων — catch of fish - αλιεύματα κατ' είδος — catch by species - συνολικά αλιεύματα — total catch - κοινοτική πράξη — Community act - Νήσοι Καραϊβικής — Caribbean Islands - χημεία του άνθρακα — coal by-products industry - άνθρακας — carbon - καύσιμο κινητήρων εσωτερικής καύσεως — motor fuel - σφάγιο — carcass - Caricom — Caricom - χώρες της Caricom — Caricom countries - χάρτης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων — distribution of schools - καρτέλ — cartel - εμπορική πράξη — commercial transaction - χαρτογραφία — cartography - ταμειακή ροή — cash flow - ποινικό μητρώο — criminal record - καταλογογράφηση — cataloguing - Καταλωνία — Catalonia - κατάλογος — catalogue - κοινωνικοεπαγγελματική κατηγορία — socio-professional category - καταβολή εγγύησης υποψηφιότητας — electoral deposit - συνεδριακές εργασίες — conference proceedings - ICC — ITC - SPC — SPC - adult female, dame, daughter of Eve, woman - άντρας — man - CDI — CID - χώρα ΕΕ — EU country - CEAC — ECAC - CEAE — CEAE - CEAO — CEAO - ιοντίζουσα ακτινοβολία — ionising radiation - νάτριο — sodium - κατεργασία μετάλλων — metalworking - ευγενές αέριο — rare gas - θάνατος — death - μεταμόσχευση οργάνων — organ transplant - μετάγγιση αίματος — blood transfusion - απορρίμματα μετάλλων — metal waste - κοινοτική συγκοινωνιακή αρτηρία — Community trunk route - δικαίωμα επιμέλειας — custody - ανταλλαγές νέων — youth exchange scheme - στοιχειώδη σωματίδια — fundamental particle - άτομο — atom - αναλυτική χημεία — analytical chemistry - φασματομετρία — spectrometry - χώρες της CEAO — CEAO countries - κυτταρολογία — cytology - ασβέστιο — calcium - ιατρική διάγνωση — medical diagnosis - πυρηνική ιατρική — nuclear medicine - ιατρική εξέταση — medical examination - Μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ΕΚ — member of the EC Court of Auditors - ασφάλεια κτιρίων — building safety - Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος — European Environment Agency - οδηγός — guide - ευρωπαϊκά σύμβολα — European symbol - επίσημη γλώσσα — official language - ατυχήματα στο σπίτι — accident in the home - κοινοτικό πρόγραμμα — Community programme - τροπικό δάσος — tropical forest - προσωπικά είδη — personal effects - Σύμβαση Λομέ IV — fourth Lomé Convention - ηλεκτρομαγνητική όχληση — electromagnetic interference - ζώνη συχνοτήτων — waveband - μισθοφόρος — mercenary - εορτασμός επετείου — commemoration - αδελφοποίηση — twinning - μαθήματα οδήγησης — driving instruction - ντοπάρισμα — performance drugs - Ευρωπαϊκή σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου — European Convention on Human Rights - ΕΚΑΧ — ECSC - Πρωτοδικείο ΕΚ — EC Court of First Instance - όροι συνταξιοδότησης — retirement conditions - ενδοκοινοτικά σύνορα — internal Community frontier - τροχόσπιτο — camping vehicle - μέτρα αντιντάμπινγκ — anti-dumping measure - αντίκτυπος της πληροφορικής — impact of information technology - κοινοποίηση των δεδομένων — disclosure of information - στρατιωτική επέμβαση — military intervention - εξαγωγή αποβλήτων — export of waste - εθελοντές για την ανάπτυξη — development worker - ραδιοβιολογία — radiobiology - συστηματική απουσία από την εργασία — absenteeism - παπικό έγγραφο — papal act - CEDEAO — ECOWAS - Cedefop — Cedefop - Ευρωπαϊκή Κοινότητα — European Community - ΕΚΑΕ — EAEC - άγαμος — unmarried person - κυτταρίνη — cellulose - CEMT — ECMT - λογοκρισία — censorship - Κεντροαφρικανική Δημοκρατία — Central African Republic - πυρηνικός σταθμός παραγωγής ενέργειας — nuclear power station - συγκέντρωση των πληροφοριών — centralisation of information - Κεντρική Γαλλία — Centre - εμπορικό κέντρο — shopping centre - Κοινό Κέντρο Ερευνών ΕΚΑΕ — EAEC Joint Research Centre - κέντρο μηχανοργάνωσης — computer centre - κέντρο τεκμηρίωσης — documentation centre - Κέντρο — political centre - υπολογιστής κεντρικής υποστήριξης — on line data service - κεραμική — ceramics - σιτηρό — cereals - δημητριακό διατροφής — food cereals - μετοχή — share - κτηνοτροφικό σιτηρό — fodder cereals - αρτοποιήσιμο δημητριακό — cereals of bread-making quality - CERN — CERN - ESRO — ESRO - πιστοποιητικό καταγωγής — certificate of origin - πιστοποιητικό κυκλοφορίας — movement certificate - πιστοποιητικό υγείας — health certificate - CES — ETUC - αξίωση παροχής εννόμου προστασίας — legal action - παύση δραστηριότητας — cessation of trading - παύση γεωργικής εκμετάλλευσης — cessation of farming - παύση πληρωμών — suspension of payments - κατάπαυση πυρός — cease-fire - εμπορικό και βιομηχανικό επιμελητήριο — chamber of commerce and industry - άμεσα εκλεγμένη Βουλή — directly-elected chamber - Ομοσπονδιακή Βουλή — federal chamber - κοινοβουλευτικό σώμα — parliamentary chamber - σαμπάνια — champagne - Καμπανία-Αρδέννες — Champagne-Ardenne - κοινωνική αλλαγή — social change - τεχνολογική αλλαγή — technological change - κάνναβις — hemp - προσθήκη ζάχαρης στο μούστο — chaptalisation - γαιάνθρακας — coal - ανθρακωρυχείο — coal mining - φορτίο ανά άξονα — axle weight - μέτοχος — shareholder - οικογενειακό βάρος — dependant - ωφέλιμο φορτίο — payload - φόρτωση — load - Χάρτης της Αβάνας — Havana Charter - καταστατικός χάρτης των Ηνωμένων Εθνών — United Nations Charter - ευρωπαϊκός κοινωνικός χάρτης — European Social Charter - κυνήγι — hunting - λέβητας — boiler - πρόσβαση στην κοινοτική πληροφόρηση — access to Community information - πρόσβαση στη δικαιοσύνη — access to the courts - συμφωνία ATP — ATP Agreement - εμπορική συμφωνία ΕΚ — EC trade agreement - συμφωνία συνεργασίας ΕΚ — EC cooperation agreement - συμφωνία του Σένγκεν — Schengen Agreement - ευρωπαϊκή συμφωνία σύνδεσης — European Association Agreement - προσωρινή συμφωνία ΕΚ — EC interim agreement - διοργανική συμφωνία — interinstitutional agreement - μικτή συμφωνία — mixed agreement - ηλεκτρικός συσσωρευτής — electricity storage device - κοινοτικό κεκτημένο — Community acquis - αστική αγωγή — associated action for damages - κοινοτική δράση — Community action - αγωγή αστικού δικαίου — civil proceedings - αγωγή ποινικού δικαίου — criminal proceedings - αγωγή αποζημίωσης — civil liability proceedings - ποινική αγωγή — public prosecution - κοινοτική δραστηριότητα — Community activity - προσαρμογή των δημοσιονομικών προοπτικών — adaptation of financial perspectives - προσχώρηση σε συμφωνία — accession to an agreement - διοίκηση του οργάνου — administration of the Institutions - τοιχοκόλληση — display - Πορτογαλόφωνη Aφρική — Portuguese-speaking Africa - Αφρική νοτίως της Σαχάρας — sub-Saharan Africa - Ευρωπαϊκός οργανισμός αξιολόγησης των φαρμακευτικών προϊόντων — European Agency for the Evaluation of Medicinal Products - Ευρωπαϊκός οργανισμός για την ασφάλεια και την υγεία κατά την εργασία — European Agency for Safety and Health at Work - σωματική επίθεση — physical aggression - χώρος στάθμευσης — parking area - NAFTA — NAFTA - αλλεργία — allergy - πρεσβεία — embassy - χωροταξία — town and country planning - πρώην ΛΔΓ — former GDR - πρώην ΕΣΣΔ — former USSR - προϋπηρεσία — seniority - πρώην σοσιαλιστικές χώρες — former socialist countries - Αγγλία — England - γουνοφόρο ζώο — fur-bearing animal - συσκευή αερίου — gas appliance - εφαρμογή της πληροφορικής — information technology applications - εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης — deepening of the European Union - Τόξο του Ατλαντικού — Atlantic Arc - αρχιπέλαγος — archipelago - Αρμενία — Armenia - ASACR — SAARC - ανελκυστήρας — lift - Κεντρική Ασία — Central Asia - κοινοβουλευτική συνέλευση — parliamentary assembly - διοικητική αυτονομία — administrative autonomy - άδεια πώλησης — market approval - προσχέδιο προϋπολογισμού ΕΚ — preliminary draft EC budget - μαχητικό αεροσκάφος — combat aircraft - Αζερμπαϊτζάν — Azerbaijan - Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα — European Central Bank - νομική βάση — legal basis - λεκάνη του Ρήνου — Rhine Valley - Λευκορωσία — Belarus - κράτος που εισπράττει περισσότερα από όσα εισφέρει — net recipient - ΕΤΑΑ — EBRD - αγαθό διπλής χρήσης — dual-use good - καλή μεταχείριση των ζώων — animal welfare - βιοποικιλότητα — biodiversity - βιότοπος — biotope - νομιμοποίηση παράνομου χρήματος — money laundering - καθαριστήριο — cleaning industry - τροπική ξυλεία — tropical wood - βομβαρδιστικό αεροσκάφος — bomber - Βοσνία-Ερζεγοβίνη — Bosnia-Herzegovina - Βρανδεβούργο — Brandenburg - αεροπορικό καμποτάζ — air cabotage - κοινοτικό πλαίσιο στήριξης — Community support framework - επιστημονικός υπολογισμός — scientific calculation - χρονοδιάγραμμα της ΟΝΕ — timetable for EMU - επαγγελματική σταδιοδρομία — professional career - κάρτα επέκτασης — expansion card - κασέτα — audio cassette - ΣΒΑΣ — NACC - ΚΑΚ — CIS - ομάδα ποιότητας — quality control circle - κοινοτική πιστοποίηση — Community certification - κλιματική αλλαγή — climate change - αλλαγή πολιτικού καθεστώτος — change of political system - Κοινοτικός Χάρτης των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων — EC Charter of the Fundamental Social Rights of Workers - ευρωπαϊκός Χάρτης — European charter - διεθνής Χάρτης — international charter - χειρουργός — surgeon - νεκροταφείο — cemetery - επιβαρυντική περίσταση — aggravating circumstances - ελαφρυντική περίσταση — mitigating circumstances - ευρωπαϊκή ιθαγένεια — European citizenship - καταχρηστική ρήτρα — unfair terms of contract - συμβατική ρήτρα — contract terms - ρήτρα απαλλαγής — opt-out clause - COCOM — COCOM - αστικός κώδικας — civil code - ποινικός κώδικας — penal code - κωδικοποίηση του κοινοτικού δικαίου — codification of Community law - οικονομική και κοινωνική συνοχή — economic and social cohesion - κόμμωση και αισθητική περιποίηση — hairdressing and beauty care - οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης — local authority - οργανισμός περιφερειακής διοίκησης — regional authority - θέρμανση — heating - κοινή επιτροπή ΕΟΧ — EEA Joint Committee - κοινή συμβουλευτική επιτροπή ΕΟΧ — EEA Joint Consultative Committee - επιτροπή διαχείρισης ΕΚ — EC management committee - επιτροπή κανονιστικών ρυθμίσεων ΕΚ — EC regulatory committee - Επιτροπή Περιφερειών — Committee of the Regions - μικτή επιτροπή ΕΚ — EC joint committee - κοινή κοινοβουλευτική επιτροπή ΕΟΧ — EEA joint parliamentary committee - επιτροπολογία — comitology - εμπόριο οργάνων — trade in organs - εμπόριο έργων τέχνης — art trade - Φλαμανδική Κοινότητα — Flemish Community - Γαλλόφωνη Κοινότητα — French-speaking Community - Γερμανόφωνη Κοινότητα — German-speaking Community - κοινότητες του Βελγίου — communities of Belgium - αρμοδιότητα του ΕΚ — powers of the EP - αρμοδιότητες των οργάνων της ΕΚ — powers of the EC Institutions - σχεδίαση με τη βοήθεια υπολογιστή — computer assisted design - εργοδοτική συνομοσπονδία — employers' confederation - συνδικαλιστική συνομοσπονδία — trade union confederation - ευρωπαϊκή διάσκεψη — European conference - διακυβερνητική διάσκεψη ΕΚ — EC Intergovernmental Conference - διεθνής διάσκεψη — international conference - Διεθνής Διάσκεψη Εργασίας — International Labour Conference - τριμερής διάσκεψη — tripartite conference - διένεξη μεταξύ εθνοτήτων — ethnic conflict - άδεια για πολιτικούς λόγους — leave for political activities - Συμβούλιο Συνεργασίας των Κρατών του Περσικού Κόλπου — Gulf Cooperation Council - Συμβούλιο του ΕΟΧ — EEA Council - παροχή συμβουλών και υπηρεσιών εμπειρογνώμονα — consultancy - πώληση ρυπαντικού προϊόντος με εγγύηση επιστροφής — deposit on a polluting product - συστατική κωδικοποίηση του κοινοτικού δικαίου — consolidation of Community law - προξενείο — consulate - διοικητική σύμβαση — administrative contract - αντιπαροχή συμφωνίας — financial compensation of an agreement - κράτος που εισφέρει περισσότερα από όσα εισπράττει — net contributor - εισφορά ΑΕΠ — GNP contribution - μεθοριακός έλεγχος — border control - έλεγχος των κρατικών ενισχύσεων — control of State aid - έλεγχος των εξαγωγών — monitoring of exports - διακυβερνητική σύμβαση ΕΚ — EC Intergovernmental Convention - συνεργασία στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων — cooperation in home affairs - τελωνειακή συνεργασία — customs cooperation - περιβαλλοντική συνεργασία — environmental cooperation - διακυβερνητική συνεργασία ΕΕ — EC intergovernmental cooperation - διοργανική συνεργασία ΕΚ — EC interinstitutional cooperation - διακοινοβουλευτική συνεργασία — inter-parliamentary cooperation - δικαστική συνεργασία ΕΕ — EU judicial cooperation - αστυνομική συνεργασία — police cooperation - αστυνομική συνεργασία ΕΕ — EU police cooperation - στεγαστικός συνεταιρισμός — housing cooperative - συντονισμός των χρηματοδοτήσεων — coordination of financing - συντονισμός των πολιτικών ΟΝΕ — coordination of EMU policies - Κέρας της Αφρικής — Horn of Africa - Ευρωπαϊκό στρατιωτικό σώμα — European army corps - COSAC — COSAC - απαίτηση — claim - οργανωμένη εγκληματικότητα — organised crime - κριτήριο επιλεξιμότητας — eligibility criteria - κριτήριο σύγκλισης — convergence criteria - Δημοκρατία της Κροατίας, Κροατία — Croatia, Hrvatska, Republic of Croatia - σώρευση εισοδημάτων — overlapping of income - κυκλώνας — cyclone - φορολογική δήλωση — tax return - δήλωση κοινοτικού ενδιαφέροντος — declaration of Community interest - δημόσια δήλωση — public statement - προθεσμία έκδοσης — publishing deadline - αθέμιτη χρηματιστηριακή εκμετάλλευση εμπιστευτικών πληροφοριών — insider trading - περιβαλλοντικό έγκλημα — environmental offence - σεξουαλικό έγκλημα — sexual offence - ονομασία του προϊόντος — product designation - καταγγελία συμφωνίας — withdrawal from an agreement - αγροτική δαπάνη — agricultural expenditure - κοινοτική δαπάνη — Community expenditure - δαπάνη λειτουργίας ΕΚ — EC administrative expenditure - δαπάνη έρευνας ΕΚ — EC research expenditure - επιχειρησιακή δαπάνη ΕΚ — EC operational expenditure - διαρθρωτική δαπάνη — structural expenditure - παρέκκλιση από το κοινοτικό δίκαιο — derogation from Community law - οφειλή — debt - τελωνειακή οφειλή — customs debt - δεύτερη φάση της ΟΝΕ — second stage of EMU - καθήκοντα του υπαλλήλου — duties of civil servants - κοινωνικός διάλογος — social dialogue - κοινοτικός κοινωνικός διάλογος — Community social dialogue - διάδοση της κοινοτικής πληροφόρησης — dissemination of Community information - δημοσιονομική πειθαρχία ΕΚ — EC budgetary discipline - στρατιωτική πειθαρχία — military discipline - διάκριση λόγω ιθαγένειας — discrimination on the basis of nationality - αντιρρυπαντική διάταξη — anti-pollution device - ιατρικά στοιχεία — medical data - προσωπικά στοιχεία — personal data - δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας — right of action - δικαίωμα ασύλου — right of asylum - ενοχικό δίκαιο — law of obligations - περιφερειακό δίκαιο — regional law - δικαιώματα του υπαλλήλου — rights of civil servants - οθόνη — screen - ιδιωτικό Ecu — private ECU - εκπαίδευση υπό επιτήρηση — education of young offenders - εργάτες-μέτοχοι της επιχείρησης — workers' stock ownership - φαινόμενο θερμοκηπίου — greenhouse effect - κατάρτιση του κοινοτικού δικαίου — drafting of Community law - περιφερειακές εκλογές — regional election - έμβρυο — embryo and foetus - χρήση γλωσσών — use of languages - στρατιωτική εκπαίδευση — military training - θεσμική ισορροπία ΕΚ — EC Institutional balance - προστατευτικός εξοπλισμός — protective equipment - εξοπλισμός πληροφορικής — computer equipment - εξοπλισμός υπό πίεση — pressure equipment - θερμικός εξοπλισμός — thermal equipment - δικαστική πλάνη — miscarriage of justice - Ερυθραία — Eritrea - Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος — European Economic Area - Εσθονία — Estonia - κατάρτιση του κοινοτικού προϋπολογισμού — drawing up of the Community budget - θρησκευτικό κράτος — non-secular State - κράτος δικαίου — rule of law - ομοσπονδιακό κράτος — federal State - ισλαμικό κράτος — Islamic State - λαϊκό κράτος — secular State - ενιαίο κράτος — unitarian State - συγκριτική μελέτη — comparative study - περιπτωσιολογική μελέτη — case study - Ευρώπη των πολιτών — citizens' Europe - Europol — Europol - εκτέλεση της ποινής — carrying out of sentence - επαγγελματική πείρα — professional experience - δικαστική πραγματογνωμοσύνη — expert's report ordered by a court - αδιαλλαξία, εξτρεμισμός — extremism - κατασκευή με τη βοήθεια υπολογιστή — computer assisted manufacturing - μέσα διευκόλυνσης των ατόμων με ειδικές ανάγκες — facilities for the disabled - Φλεβολάνδη — Flevoland - διεθνής δημόσια διοίκηση — international civil service - υπάλληλος διεθνούς οργανισμού — international civil servant - λειτουργία των κοινοτικών οργάνων — operation of the Institutions - Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Κατάρτισης — European Training Foundation - Ταμείο Συνοχής — Cohesion Fund - Ταμείο του Συμβουλίου της Ευρώπης — Council of Europe fund - Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων — European Investment Fund - είδη γραφείου — office supplies - φορολογική ατέλεια — tax-free allowance - απάτη εις βάρος της Κοινότητας — fraud against the Community - εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας — external frontier of the Community - αέριο που προκαλεί το φαινόμενο του θερμοκηπίου — greenhouse gas - γενετική — genetics - Δημοκρατία της Γεωργίας — Georgia - αθίγγανος — gypsy - απεργία πείνας — hunger strike - ομάδα Βίσεγκραντ — Visegrad countries - ομάδα των 24 — Group of Twenty-Four - ένωση φορέων τοπικής διοίκησης — association of local authorities - ευρωπαϊκός όμιλος οικονομικού σκοπού — European Economic Interest Grouping - σεξουαλική παρενόχληση — sexual harassment - πολεμικό ελικόπτερο — combat helicopter - αρχαία ιστορία — ancient history - σύγχρονη ιστορία — contemporary history - μεσαιωνική ιστορία — medieval history - νεώτερη ιστορία — modern history - ιστορικό — historical account - ώρα έναρξης της λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων — trading hours - πολιτιστική ταυτότητα — cultural identity - ΧΜΠΑ — FIFG - εικόνα-κύρος — image - διπλωματική ασυλία — diplomatic immunity - οικονομική υποδομή — economic infrastructure - κοινοτική πρωτοβουλία — Community initiative - ευρωπαϊκή αναπτυξιακή πρωτοβουλία — European growth initiative - έντομο — insect - εγκατάσταση εκτόξευσης — launch facility - εγκατάσταση ειδών υγιεινής — plumbing equipment - Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Δημόσιας Διοίκησης — European Institute of Public Administration - Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα — European Monetary Institute - κοινό όργανο ΕΟΧ — EEA joint institution - οικονομικό μέσο για το περιβάλλον — economic instrument for the environment - κακοκαιρία — bad weather - διασύνδεση συστημάτων — systems interconnection - συλλογικό συμφέρον — collective interest - έννομο συμφέρον — interest in bringing an action - σχολικό οικοτροφείο — boarding school - Ιντερπόλ — Interpol - τροφική δηλητηρίαση — food poisoning - εβραίος — Jew - δικαστήριο — courts and tribunals - συνταγματικό δικαστήριο — constitutional court - Καζακστάν — Kazakhstan - Κιργιζία — Kyrgyzstan - Κοσσυφοπέδιο, Κόσοβο — Kosovo - οικολογικό σήμα — eco-label - λίμνη — lake - μητρικό γάλα — mother's milk - διαστημικός ενισχυτικός κινητήρας — launch vehicle - ευρωπαϊκή γλώσσα — European language - μειονοτική γλώσσα — minority language - μη ευρωπαϊκή γλώσσα — non-European language - τοπική γλώσσα — regional language - ζωντανή γλώσσα — living language - αναγνώστης δίσκων — disc drive - Λετονία — Latvia - απελευθέρωση της αγοράς — liberalisation of the market - ελεύθερη αεροπλοΐα — freedom of the skies - Λιθουανία — Lithuania - ενοικίαση — hiring - οργανικός νόμος — organic law - οικισμός — dividing up of land - Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας — Former Yugoslav Republic of Macedonia - συγγενής νόσος — congenital disease - ασθένεια οφειλόμενη στη διατροφή — nutritional disease - δερματική πάθηση — skin disease - ασθένεια του αίματος — blood disease - ασθένεια του πεπτικού συστήματος — gastrointestinal disease - ασθένεια του νευρικού συστήματος — neurological disease - ενδοκρινική ασθένεια — endocrine disease - σεξουαλικά μεταδιδόμενη ασθένεια — sexually transmitted disease - άγριο θηλαστικό — wild mammal - αθλητική εκδήλωση — sporting event - στρατιωτικά γυμνάσια — military manoeuvres - σύμβαση υπηρεσιών — services contract - σήμανση πιστότητας ΕΚ — EC conformity marking - μαρσιποφόρο — marsupial - ύλη ζωικής προέλευσης — material of animal origin - συναλλαγματικός μηχανισμός ΕΝΣ — EMS exchange-rate mechanism - Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία — Mecklenburg-West Pomerania -